Αισώπου Μύθοι/Κώνωψ και λέων

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Κώνωψ καὶ λέων



Κώνωψ πρὸς λέοντα ἐλθὼν εἶπεν· «Οὔτε φοβοῦμαί σε, οὔτε δυνατώτερός μου εἶ· εἰ δὲ μή, τί σοί ἐστιν ἡ δύναμις; ὅτι ξύεις τοῖς ὄνυξι καὶ δάκνεις τοῖς ὀδοῦσι; τοῦτο καὶ γυνὴ τῷ ἀνδρὶ μαχομένη ποιεῖ. Ἐγὼ δὲ λίαν ὑπάρχω σου ἰσχυρότερος. Εἰ δὲ θέλεις, ἔλθωμεν καὶ εἰς πόλεμον.» Καὶ σαλπίσας ὁ κώνωψ ἐνεπήγετο, δάκνων τὰ περὶ τὰς ῥίνας αὐτοῦ ἄτριχα πρόσωπα. Καὶ ὁ λέων τοῖς ἰδίοις ὄνυξι κατέλυεν ἑαυτόν, ἕως ἀπηύδησεν. Ὁ δὲ κώνωψ νικήσας τὸν λέοντα, σαλπίσας καὶ ἐπινίκιον ᾄσας, ἔπτατο· καὶ ἀράχνης δεσμῷ ἐμπλακεὶς ἐσθιόμενος ἀπωδύρετο πῶς μεγίστοις πολεμῶν, ὑπό εὐτελοῦς ζώου, τῆς ἀράχνης, ἀπώλετο.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Το κουνούπι πήγε στο λιοντάρι κ του λέει: "Δέν σε φοβάμαι ρέ! Ούτε είσαι δυνατότερόςμου! Γιατί, ποιά είναι η δύναμήσου; που ξύνεις με τα νύχιασου κ δαγκάνεις με τα δόντιασου; Αυτό κ μιά γυναίκα το κάνει, όταν υφίσταται επίθεση, δαγκάνει! Εγώ είμαι πολύ πιό δυνατός απο σένα. Άν σου βαστάει, να πολεμήσουμε". Πιάστηκε στο φιλότιμο το λιοντάρι, δέχθηκε να πολεμήσει, πιστεύοντας άλλωστε πως πολύ εύκολα θα το έκανε λιώμα το κουνούπι. Τότε το κουνούπι σάλπισε την έναρξη του πολέμου με το βούισματου κ άρχισε να επιτίθεται στο λιοντάρι τσιμπώνταςτο στη μύτητου κ γύρω, εκεί που δέν έχει τρίχωμα. Το λιοντάρι προσπαθώντας να χτυπήσει το κουνούπι χτυπούσε το ίδιοτου το πρόσωπο, κ ύστερα απο τη φαγούρα των δαγκωμάτων του κουνουπιού έξυνε και μάτωνε το πρόσωπότου με τα νύχιατου. Αφού αυτό πήγε κάμποση ώρα, το λιοντάρι δέν άντεξε άλλο, κ είπε: παραδίνομαι! Νίκησες! Εσύ είσαι ο νικητής! Τότε το κουνούπι ξανά σάλπισε με το βούισμάτου κ έψαλε επινίκιο ύμνο• κ καθώς πετούσε τριγύρω για να δείξει τη χαράτου, μπλέχτηκε στο δίχτυ μιάς αράχνης η οποία κ το έφαγε. Κ καθώς πέθαινε το κουνούπι είπε: "αλίμονομου, κοιτάξτε τί έπαθα! Νίκησα το πιό δυνατό απο όλα τα άγρια ζώα, το λιοντάρι, κ νικήθηκα απο το πιό ευτελές πλάσμα, μιά αράχνη!".