Αισώπου Μύθοι/Κύων κοιμώμενος και λύκος

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Κύων κοιμώμενος καὶ λύκος



Κύων πρὸ ἐπαύλεώς τινος ἐκάθευδε. Λύκου δ᾿ ἐπιδραμόντος καὶ βρῶμα μέλλοντος θήσειν αὐτὸν, ἐδεῖτο μὴ νῦν αὐτὸν καταθῦσαι. «Νῦν μὲν γάρ, φησί, λεπτός εἰμι καὶ ἰσχνός· ἂν δὲ μικρὸν ἀναμείνῃς, μέλλουσιν οἱ ἐμοὶ δεσπόται ποιήσειν γάμους, κἀγὼ τηνικαῦτα πολλὰ φαγὼν πιμελέστερος ἔσομαι, καὶ σοὶ ἡδύτερον βρῶμα γενήσομαι.» Ὁ μὲν οὖν λύκος πεισθεὶς ἀπῆλθε· μεθ᾿ ἡμέρας δ᾿ ἐπανελθὼν εὗρεν ἄνω ἐπὶ τοῦ δώματος τὸν κύνα καθεύδοντα, καὶ στὰς κάτωθεν πρὸς ἑαυτὸν ἐκάλει, ὑπομιμνῄσκων αὐτὸν τῶν συνθηκῶν. Καὶ ὁ κύων· «Ἀλλ᾿, ὦ λύκε, εἰ τὸ ἀπὸ τοῦδε πρὸ τῆς ἐπαυλεώς με ἴδοις καθεύδοντα, μηκέτι γάμους ἀναμείνῃς.» Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι οἱ φρόνιμοι τῶν α̣νθρώπων, ὅταν περί τι κινδυνεύσαντες σωθῶσι, διὰ βίου τοῦτο φυλάττονται.

(This version was the primary selection in Chambry's first edition)
Κύων κοιμώμενος καὶ λύκος

Κύων πρὸ ἐπαύλεώς τινος ἐκοιμᾶτο. Λύκος δὲ θεασάμενος καὶ συλλαβὼν οἷός τε ἦν καταφαγεῖν. Ὁ δὲ αὐτοῦ ἐδεήθη πρὸς τὸ παρὸν μεθεῖναι αὐτόν, λέγων· Νῦν μὲν λεπτός εἰμι καὶ ἰσχνός· μέλλουσι δέ μου οἱ δεσπόται γάμους ἄγειν· ἐὰν οὖν ἀφῇς με νῦν, ὕστερον λιπαρώτερον καταθοινήσῃ με. Ὁ δὲ πεισθεὶς τότε μὲν ἀπέλυσε· μεθ᾿ ἡμέρας δὲ ὀλίγας ἐλθών, ὡς ἐθεάσατο αὐτὸν ἐπὶ τοῦ δώματος κοιμώμενον, ἐκάλει πρὸς αὑτὸν, ὑπομιμνῄσκων τῶν ὁμολογιῶν. Ὁ δὲ ὑποτυχὼν ἔφη· Ἀλλ᾿, ὦ λύκε, ἐὰν αὖθίς με πρὸ τῆς ἐπαύλεως κοιμώμενον ἴδῃς, μηκέτι γάμους ἀναμείνῃς.
Οὕτως οἱ φρόνιμοι τῶν ἀνθρώπων, ὅταν περί τι κινδυνεύσαντες ἐκφύγωσι, ταῦτα εἰς ὕστερον φυλάσσονται.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Σε ένα εξοχικό σπίτι ο σκύλος κοιμότανε μπροστά απο την πόρτα. Ένας λύκος τον έπιασε κυριολεκτικά στον ύπνο, οπότε ήταν σε θέση να τον κατασπαράξει κ να τον φάει. Λέει τότε ο σκύλος: τί θα φάς απο εμένα, λύκε; δέν βλέπεις που είμαι πετσί κ κόκκαλο; να με αφήσεις να παχύνω, κ ξέρεις, σύντομα τα αφεντικάμου θα κάνουνε γάμο, τότε θα έχω μπόλικο φαγητό, θα παχύνω, κ θα έχω μπόλικο κρέας να φάς. Του φάνηκε καλό αυτό του λύκου, τον άφησε, κ ήρθε ύστερα απο μέρες να τον φάει. Τότε ο σκύλος κοιμότανε στο ανώι (στο πάνω πάτωμα). Τον φωνάζει ο λύκος: σκύλε, τώρα που πάχυνες, κατέβα να σε φάω, καθώς συμφωνήσαμε. "Εντάξει", απαντά ο σκύλος, "την άλλη φορά που θα με βρείς να κοιμάμαι κάτω μπροστά απο την πόρτα, φάεμε κατευθείαν, μήν περιμένεις να γίνει γάμος!".
Βεβαίως, ο σκύλος δέν ξανακοιμήθηκε ποτέ κάτω μπροστά απο την πόρτα. Κοιμόταν στο εξής πάντα στο επάνω πάτωμα.