Αισώπου Μύθοι/Κάνθαροι δύο

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Κάνθαροι δύο



Ἔν τινι νησιδίῳ ταῦρος ἐνέμετο· τῇ δὲ τούτου κόπρῳ κάνθαροι ἐτρέφοντο δύο. Καὶ δὴ τοῦ χειμῶνος ἐνισταμένου, ὁ ἕτερος ἔλεγε πρὸς τὸν ἕτερον ὡς ἄρα βούλοιτο εἰς τὴν ἤπειρον διαπτάσθαι, ἵνα ἐκείνῳ μόνῳ ὄντι ἡ τροφὴ ἱκανῶς ὑπάρχῃ, καὶ αὐτὸς ἐκεῖσε ἐλθὼν τὸν χειμῶνα διαγένηται. Ἔλεγε δὲ ὅτι, ἐὰν πολλὴν εὕρῃ τὴν νομήν, καὶ αὐτῷ οἴσει. Παραγενόμενος δὲ εἰς τὴν χέρσον καὶ καταλαβὼν πολλὴν μὲν τὴν κόπρον, ὑγρὰν δέ, μένων ἐτρέφετο ἐνταῦθα. Τοῦ δὲ χειμῶνος διελθόντος, πάλιν εἰς τὴν νῆσον διέπτη. Ὁ δὲ ἕτερος θεασάμενος αὐτὸν λιπαρὸν καὶ εὐεκτοῦντα, ᾐτιάσατο αὐτὸν διότι προϋποσχόμενος αὐτῷ οὐδὲν ἐκόμισεν. Ὁ δὲ εἶπε· Μὴ ἐμὲ μέμφου, τὴν δὲ φύσιν τοῦ τόπου· ἐκεῖθεν γὰρ τρέφεσθαι μὲν οἷόν τε, φέρεσθαι δὲ οὐδέν. Οὗτος ὁ λόγος ἁρμόσειεν ἂν πρὸς ἐκείνους οἳ τὰς φιλίας μέχρις ἑστίασεως μόνον παρέχονται, περαιτέρω δὲ οὐδὲν τοὺς φίλους ὠφελοῦσιν.

(variant version from Chambry's first edition)

Κάνθαροι δύο

Ἔν τινι νησιδίῳ ταῦρος ἐνέμετο· τῇ δὲ τούτου κόπρῳ κάνθαροι ἐτρέφοντο δύο. Χειμῶνος δὲ ἐπιστάντος, ὁ εἷς ἔφη τῷ ἑτέρῳ· Βούλομαι εἰς τὴν ἤπειρον διαπτάσθαι, ἵνα ἐκεῖ τὸν χειμῶνα μόνος ὢν διαγίνωμαι, καὶ, ἐὰν πολλὴν εὕρω τὴν νομὴν, καὶ σὲ προσλαμβάνωμαι. Παραγενόμενος δὲ ἐν τῇ χέρσῳ καὶ καταλαβὼν πολλὴν κόπρον, ὑγρὰν δὲ, μένων ἐνταῦθα ἐτρέφετο. Τοῦ δὲ χειμῶνος παρελθόντος, πάλιν εἰς τὴν νῆσον διέπτη ἐν ᾗ ἦν ὁ ἕτερος. Θεασάμενος δὲ αὐτὸν λιπαρὸν ὁ ἕτερος ᾐτιᾶτο αὐτὸν διότι ὑποσχόμενος αὐτῷ οὐ διεκόμισεν. Ὁ δὲ ἔφη αὐτῷ· Μὴ ἐμὲ μέμφου, ἀλλὰ τὴν φύσιν τοῦ τόπου· ἐκεῖθεν μὲν γὰρ τρέφεσθαι οἷόν τε, φέρεσθαι δὲ οὔ.
Οὗτος ὁ λόγος ἁρμόζει πρὸς ἐκείνους οἱ τὰς φιλίας μέχρι ἑστιάσεως παρέχονται, περαιτέρω δὲ οὐδὲν τοῖς φίλοις ὠφελοῦσιν.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Σε ένα νησάκι έβοσκε ένας ταύρος, με του οποίου την κοπριά τρέφονταν δύο σκαθάρια. Σάν έπιασε χειμώνας, το ένα σκαθάρι είπε στο άλλο: εγώ λέω να πετάξω να πάω στη στεριά, για να αφήσω όλη την τροφή στο νησάκι δικήσου. Κ άν εκεί στη στεριά βρώ κάμποση τροφή, θα φέρω κ σε εσένα.
Έτσι κ έκανε το σκαθάρι πήγε στη στεριά κ εκεί βρήκε μπόλικη κοπριά, υγρή όμως, κ με αυτήν την κοπριά τρεφότανε. Σάν πέρασε ο χειμώνας, γύρισε στο νησάκι κ συνάντησε τον παλιότου φίλο. Ο φίλος τον είδε παχύ κ καλοταϊσμένο, κ του λέει: "ά, φίλε, δέν είσαι εντάξει. Έλεγες οτι άν βρείς μπόλικη τροφή, θα φέρεις και σ' εμένα. Τώρα σε βλέπω καλοταϊσμένο, αλλα σε εμένα δέν έφερες ούτε μιά μπαλίτσα κοπριά". - "Δέν φταίω εγώ φίλε", απάντησε το πρώτο σκαθάρι, η τροφή εκεί ήταν μπόλικη, αλλα δέν μπορούσε να κουβαληθεί. Γιατί, πώς να κουβαλήσω υγρή κοπριά;
Πράγματι, το πρώτο σκαθάρι δέν έφταιγε σε τίποτα. Έκανε μεγάλη καλοσύνη στον φίλοτου που του άφησε όλο το νησάκι να το νέμεται μόνοςτου όλο το χειμώνα, αλλα ο φίλος ήταν αχάριστος, δέν είπε ευχαριστώ, ήθελε κ δώρο απο την στεριά.