Αισώπου Μύθοι/Ιξευτής και ασπίς

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Ἰξευτὴς καὶ ἀσπίς



Ἰξευτὴς ἀναλαβὼν ἰξὸν καὶ τοὺς καλάμους ἐξῆλθεν ἐπ᾿ ἄγραν. Θεασάμενος δὲ κίχλαν ἐπί τινος ὑψηλοῦ δένδρου καθημένην, ταύτην συλλαβεῖν ἠβουλήθη. Καὶ δὴ συνάψας εἰς μῆκος τοὺς καλάμους ἀτενὲς ἔβλεπεν, ὅλος ὢν πρὸς τῷ ἀέρι τὸν νοῦν. Τοῦτον δὲ τὸν τρόπον ἄνω νεύων ἔλαθεν ἀσπίδα πρὸ τῶν ἑαυτοῦ ποδῶν κοιμωμένην πατήσας· ἥτις ἐπιστραφεῖσα δῆξιν εἰς αὐτὸν ἀνῆκεν. Ὁ δὲ λιποψυχῶν ἔφη πρὸς ἑαυτόν· Ἄθλιος ἔγωγε, ὃς ἕτερον θηρεῦσαι βουλόμενος ἔλαθον αὐτὸς ἀγρευθεὶς εἰς θάνατον.
Οὕτως οἱ τοῖς πέλας ἐπιβουλὰς ῥάπτοντες φθάνουσιν αὐτοὶ συμφοραῖς περιπίπτοντες.

(variant version from Chambry's first edition)

Ἰξευτὴς καὶ ἔχις

Ἰξευτὴς ἰξὸν ἀναλαβὼν καὶ καλάμους πρὸς ἄγραν ἐξῆλθεν. Ἰδὼν δὲ κίχλαν ἐφ᾿ ὑψηλοῦ δένδρου καθεζομένην καὶ τοὺς καλάμους ἀλλήλοις ἐπὶ μῆκος συνάψας, ἄνω πρὸς αὐτὴν συλλαβεῖν βουλόμενος ἐφεώρα. Καὶ δὴ λαθὼν ἔχιν κοιμωμένην ὑπὸ πόδας ἐπάτησε. Τῆς δ᾿ ὀργισθείσης καὶ δακούσης αὐτόν, ἐκεῖνος ἤδη λειποψυχῶν ἔλεγε· Δύστηνος ἐγώ· ἕτερον γὰρ θηρεῦσαι βουλόμενος, αὐτὸς ὑφ᾿ ἑτέρου ἠγρεύθην εἰς θάνατον.
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι οἱ τοῖς πέλας ἐπιβουλεύοντες λανθάνουσι πολλάκις ὑφ᾿ ἑτέρων τοῦτ᾿ αὐτὸ πάσχοντες.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Ιξευτές λέγονταν στην αρχαιότητα αυτοί που κυνηγούσαν πουλιά χρησιμοποιώντας ιξό, ένα είδος κόλλας που παρήγαγαν απο το φυτό του ιξού κ κάποια ακόμη υλικά. Το χρησιμοποιούσαν είτε ώς παγίδα, για να κολλήσει εκεί το πουλί κ να το πιάσουνε, είτε, καθώς δείχνει ο μύθος, ώς κινητή παγίδα, την οποία πλησίαζαν στα πουλιά για να κολλήσουν επάνω. Προπάντων τσίχλες έπιαναν με αυτήν την τεχνική, που ήταν οι τσίχλες (πουλιά) περιζήτητο έδεσμα. Το κυνήγι τσίχλας με ιξό είναι ώς σήμερα δημοφιλές, άν κ παράνομο, στην Ισπανία (πληροφορίες απο http://en.wikipedia.org/wiki/Birdlime).

Ένας ιξευτής λοιπόν πήρε τα καλάμιατου κ τον ιξότου κ πήγε στο δάσος να πιάσει πουλιά. Είδε μιά τσίχλα να κάθεται σε ένα ψηλό κλαδί, κ τότε ένωσε τα καλάμιατου το ένα μετά το άλλο ωστε να φτιάξει ένα κοντάρι του κατάλληλου ύψους με το οποίο έφερε κοντά στην τσίχλα ένα δίχτυ πασαλειμμένο με ιξό.(Αυτή ήταν η χρήση των καλαμιών: τα ένωναν το ένα μετά το άλλο ωστε να δημιουργήσουν ένα κοντάρι στο ύψος που χρειαζόταν, έχοντας στην κορυφή του κονταριού ένα διχτάκι πασαλειμμένο με ιξό). Έτσι, ο κυνηγός της ιστορίας έφερε τον ιξό κοντά στην τσίχλα κ περίμενε την τσίχλα να πάει να κολλήσει εκεί· καθώς είχε το νούτου ψηλά στην τσίχλα, δέν είδε οτι κατα λάθος πάτησε μιά ασπίδα (φίδι) που κοιμόταν. Η ασπίδα ταράχτηκε κ τον δάγκασε. Ο κυνηγός αβοήθητος μέσα στο δάσος, πέθαινε λέγοντας: "αλίμονομου! προπαθώντας να πιάσω θήραμα, έγινα θήραμα ο ίδιος".