Αισώπου Μύθοι/Γυνή και ανήρ μέθυσος

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Γυνὴ καὶ ἀνὴρ μέθυσος



Γυνή τις ἄνδρα μέθυσον εἶχε· τοῦ δὲ πάθους αὐτὸν ἀπαλλάξαι θέλουσα τοιόνδε τι σοφίζεται. Κεκαρωμένον γὰρ αὐτὸν ὑπὸ τῆς μέθης παρατηρήσασα καὶ νεκροῦ δίκην ἀναισθητοῦντα ἐπ᾿ ὤμων ἄρασα ἐπὶ τὸ πολυάνδριον ἀπενεγκοῦσα κατέθετο καὶ ἀπῆλθεν. Ἡνίκα δ᾿ αὐτον ἤδη ἀνανήφειν ἐστοχάσατο, προσελθοῦσα τὴν θύραν ἔκοπτε τοῦ πολυανδρίου. Ἐκείνου δὲ φήσαντος· "Τίς ὁ τὴν θύραν κόπτων;" ἡ γυνὴ ἀπεκρίνατο· " Ὁ τοῖς νεκροῖς τὰ σιτία κομίζων ἐγὼ πάρειμι." Κἀκεῖνος· "Μή μοι φαγεῖν, ἀλλὰ πιεῖν, ὦ βέλτιστε, μᾶλλον προσένεγκε· λυπεῖς γάρ με βρώσεως, ἀλλὰ μὴ πόσεως μνημονεύων." Ἡ δὲ τὸ στῆθος πατάξασα· "Οἴμοι τῇ δυστήνῳ," φησίν· "οὐδὲν γὰρ οὐδὲ σοφισαμένη ὤνησα· σὺ γάρ, ἄνερ, οὐμόνον οὐκ ἐπαιδεύθης, ἀλλὰ καὶ χείρων σαυτοῦ γέγονας, εἰς ἕξιν σοι καταστάντος τοῦ πάθους."

Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι οὐ δεῖ ταῖς κακαῖς πράξεσιν ἐγχρονίζειν. Ἔστι γὰρ ὅτε καὶ μὴ θέλοντι τῷ ἀνθρώπῳ τὸ ἔθος ἐπιτίθεται .

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Μιά γυναίκα είχε άντρα μπεκρή. Για να τον γλυτώσει απο το πάθοςτου, σκέφτηκε το εξής τέχνασμα: μιά φορά που απο το πιώμα δέν ένιωθε, τον σήκωσε στους ώμους κ τον κουβάλησε στην αίθουσα του νεκροταφείου. Τον άφησε εκει μέσα κ έφυγε. Αργότερα ξαναήρθε η γυναίκα εκεί, όταν λογάριαζε οτι θα έχει συνέλθει, κ χτύπησε την πόρτα (υπέθετε πως όταν ο άντραςτης ξυπνήσει κ δεί οτι είναι στο νεκροταφείο, θα νομίσει οτι πέθανε εξαιτίας του πιοτού, κ θα μετανοήσει πικρά για το μπεκριλίκιτου). -Ποιός χτυπάει την πόρτα; ρώτησε ο μπεκρής. -Είμαι εγώ που φέρνω τροφή στους νεκρούς, απάντησε η γυναίκα, κάνοντας τη φωνήτης όσο μπορούσε να μοιάζει με αντρικιά. -Σ' εμένα μή φέρνεις τροφή, πιοτό φέρεμου. Με σταναχωρείς, ρε φίλε, που μιλάς για φαγητό, εγώ για πιοτό θέλω να ακούω!, απάντησε ο μπεκρής.

Τότε η γυναίκα χτυπώντας το στήθοςτης, αλίμονομου η κακοκοίρα, είπε, τίποτα δέν κατάφερα με τόσο τέχνασμα, εσύ δέν διορθώθηκες, κ χειρότερος ακόμα έγινες. Σου έγινε έξη το πάθος!

Η έξη μπορεί να φτάσει να κάνει τον άνθρωπο να μή λογαριάζει ακόμα κ τον θάνατο. Άλλωστε ο θάνατος είναι η κατάληξη της κάθε κακιάς έξης που γίνεται πιό ισχυρή απο την ανθρώπινη θέληση.