Αισώπου Μύθοι/Γεωργός και αετός

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Γεωργὸς καὶ ἀετός



Γεωργὸς ἀετὸν εὑρὼν ἠγρευμένον, τὸ κάλλος αὐτοῦ θαυμάσας, ἀπέλυσεν αὐτὸν ἐλεύθερον. Ὁ δὲ οὐκ ἄμοιρος αὐτῷ χάριτος κατεφάνη, ἀλλ' ὑπὸ τεῖχος σαθρὸν καθήμενον ἰδών, προσπετάσας τοῖς ποσὶν ἧρε τὸ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ φακιόλιον. Ὁ δὲ ἐξαναστὰς ἐδίωκε· τοῦτο δὲ ὁ ἀετὸς ἔῤῥιψε. Καὶ ἀναλαβόμενος αὐτὸ καὶ ὑποστρέψας εὗρε τὸ τεῖχος συμπεπτωκὸς ἔνθα ἐκάθητο, θαυμάσας τὴν ἀμοιβήν.

Ὅτι τοὺς ἀγαθόν τι πεπονθότας ἔκ τινος ἀντευεργετεῖν χρή· ὃ γὰρ ἀγαθὸν ποιήσεις, ἀντιδοθήσεταί σοι.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

(Η εκδοχή αυτή του μύθου είναι βυζαντινής εποχής, το φακιόλιον είναι λέξη λατινικής προέλευσης. Σημαίνει κάλυμμα του κεφαλιού πάνινο, σάν μπερές ή σάν σαρίκι, ή σάν το μαντήλι που φορούν οι Κρητικοί στο κεφάλι, αλλα απο πανί (οι Κρητικοί το έκαναν απο δίχτυ. Μάλιστα, το φακιόλιον των αρχαίων Ελλήνων είχε συχνά κροσσούς, δηλαδή κρόσια, κρίνοντας απο σχόλια στον Αριστοφάνη).
Ένας γεωργός βρήκε έναν αετό πιασμένο σε παγίδα, κ τον θαύμασε: τί όμορφο, δυνατό, μεγαλοπρεπές πουλί! Είναι άδικο να το σκλαβώσει κανείς! Έτσι σκέφθηκε, κ ελευθέρωσε τον αετό. Ο αετός δέν ξέχασε την χάρη που χρωστούσε. Μιά μέρα ο γεωργός καθόταν στη βάση ενός ετοιμόρροπου τείχους. Τότε ήρθε ξαφνικά ο αετός κ του άρπαξε το "φακιόλιον" απο το κεφάλι. Ο γεωργός σηκώθηκε κ άρχισε να κηνυγάει τον αετό: "έι, δώσεμου το κεφαλομάντηλόμου! πού το πηγαίνεις;". Ο αετός, σάν απομακρύνθηκε αρκετά απο εκείνο το σημείο, άφησε το "φακιόλιον", το κεφαλομάντηλο, να πέσει, ο γεωργός το πήρε, κ γύρισε ξανά εκεί που καθόταν, τότε τί είδε; το τείχος είχε πέσει την ώρα που εκείνος κυνηγούσε τον αετό! Τότε ο γεωργός κατάλαβε: "γι' αυτό ο αετός μου άρπαξε το κεφαλομάντηλο! Άν δέν είχα σηκωθεί να το κυνηγήσω, το τείχος θα με είχε πλακώσει!"