Αισώπου Μύθοι/Ανήρ δειλός και κόρακες

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Ἀνὴρ δειλὸς καὶ κόρακες



Ἀνὴρ δειλὸς ἐπὶ πόλεμον ἐξῄει. Φθεγξαμένων δὲ κοράκων, τὰ ὅπλα θεὶς ἡσύχαζεν, εἶτ' ἀναλαβὼν αὖθις ἐξῄει, καὶ φθεγγομένων πάλιν, ὑπέστη καὶ τέλος εἶπεν· " Ὑμεῖς κεκράξεσθε μὲν ὡς δύνασθε μέγιστον· ἐμοῦ δὲ οὐ γεύσεσθε."

Ὁ μῦθος περὶ τῶν σφόδρα δειλῶν.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Ένας άνθρωπος πήρε τα όπλα του και ξεκίνησε να πάει στον πόλεμο. Εκεί που πήγαινε, φώναξαν τα κοράκια, σημάδι θανάτου ή απώλειας. Τότε άφησε τα όπλα του κάτω, σκεπτόμενος: "άν πάω στον πόλεμο θα σκοτωθώ η θα τραυματιστώ βαριά. Δέν θα πάω στον πόλεμο λοιπόν, θα γυρίσω στο σπίτι μου". Ύστερα απο ώρα σκέφθηκε "εδώ και αρκετή ώρα τα κοράκια δέν φωνάζουν. Ίσως λοιπόν φώναζαν για κάποιον άλλο που θα σκοτωθεί. Άς πάω στη μάχη". Ξαναξεκινά για τη μάχη, ξανά κράζουν τα κοράκια. Ο άνθρωπος ξανά σταμάτησε, άφησε τα όπλα κάτω κι είχε σκοπό να γυρίσει στο σπίτι του. Το ξανασκέφθηκε, και κίνησε τρίτη φορά για τη μάχη, και πάλι όμως φώναξαν τα κοράκια. Τότε σκέφθηκε: "αφού κάθε φορά που πηγαίνω για τη μάχη τα κοράκια μου φωνάζουν, σημαίνει οτι στη μάχη θα σκοτωθώ. Άρα, πολύ απλό, δέν θα πάω στη μάχη". Φώναξε προς τα κοράκια: κράξτε όσο μπορείτε, με όλη σας τη δύναμη! Θα φάτε πτώματα απο αυτήν τη μάχη, εμένα πάντως δέν θα με φάτε!" - και γύρισε στο σπίτι του.