Αισώπου Μύθοι/Αλώπηξ και βάτος

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Ἀλώπηξ καὶ βάτος



Ἀλώπηξ φραγμὸν ἀναβαίνουσα, ἐπειδὴ ὀλισθήσασα καταπίπτειν ἔμελλεν, ἐπελάβετο πρὸς βοήθειαν βάτου. Καὶ δὴ τοὺς πόδας ἐπὶ ταῖς ἐκείνης κέντροις αἱμάξασα καὶ ἀλγήσασα πρὸς αὐτὴν εἶπεν: "Οἴμοι: καταφυγοῦσάν με γὰρ ἐπὶ σὲ ὡς ἐπὶ βοηθὸν σὺ χεῖρον διέθηκας. "Ἀλλα' ἐσφάλης, ὦ αὕτη," φησὶν ἡ βάτος, "ἐμοῦ βουληθεῖσα ἐπιλαβέσθαι, ἥτις πάντων ἐπιλαμβάνεσθαι εἴωθα."

Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων μάταιοι ὅσοι βοηθοῖς προστρέχουσιν οἷς τὸ ἀδικεῖν μᾶλλον ἔμφυτον.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Μιά αλεπού σκαρφάλωνε έναν φράχτη κ έπεσε, καθώς έπεφτε πιάστηκε απο έναν βάτο, αλλα ο βάτος της πλήγιασε κ της μάτωσε τα πόδια, κ τον επέπληττε: "ντροπήσου, σε έπιασα για να με βοηθήσεις στη δύσκολη στιγμή κ εσύ με έκανες χειρότερα!" - δικόσου το φταίξιμο, είπε ο βάτος, πώς θέλησες να πιαστείς απο μένα; που εγώ πιάνομαι απο τα πάντα!