Αισώπου Μύθοι/Αλκύων

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Ἁλκύων



Ἁλκύων ὄρνεόν ἐστι φιλέρημον διὰ παντὸς ἐν θαλάττῃ διαιτώμενον. Ταύτην λέγεται τὰς τῶν ἀνθρώπων θήρας φυλαττομένην ἐν σκοπέλοις παραθαλαττίοις νεοττοποιεῖσθαι. Καὶ δή ποτε τίκτειν μέλλουσα παραγένετο εἴς τι ἀκρωτήριον καὶ θεασαμένη πέτραν ἐπὶ θαλάττῃ ἐνταῦθα ἐνεοττοποιεῖτο. Ἐξελθούσης δὲ αὐτῆς ποτε ἐπὶ νομήν, συνέβη τὴν θάλασσαν ὑπὸ λαβροῦ πνεύματος κυματωθεῖσαν ἐξαρθῆναι μέχρι τῆς καλιᾶς καὶ ταύτην ἐπικλύσασαν τοὺς νεοττοὺς διαφθεῖραι. Καὶ ἡ ἁλκύων ἐπανελθοῦσα, ὡς ἔγνω τὸ γεγονός, εἶπεν: "Ἀλλ' ἔγωγε δειλαία, ἥτις τὴν γῆν ὡς ἐπίβουλον φυλαττομένη, ἐπὶ ταύτην κατέφυγον, ἣ πολλῷ μοι γέγονεν ἀπιστοτέρα."

Οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων ἔνιοι τοὺς ἐχθροὺς φυλαττόμενοι λανθάνουσιν πολλῷ χαλεπωτέροις τῶν ἐχθρῶν φίλοις ἐμπίπτοντες.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Η αλκυόνη είναι ένα πουλί που αγαπάει τήν ερημιά καί τρέφεται μέ ό,τι βρεί στήν θάλασσα. Γι'αυτήν λέγεται ότι επειδή φυλάγεται από τούς ανθρώπους μήν τήν κυνηγήσουν, γεννά τά μικρά της (νεοσσούς) σέ παραθαλάσσιους σκοπέλους. Καί μάλιστα, [λέγεται ότι] όταν κάποτε ήταν ετοιμόγεννη, έφτασε σέ κάποιο ακρωτήριο καί μόλις είδε έναν βράχο πάνω στήν θάλασσα, εκεί έκανε τήν φωλιά της καί γέννησε τά μικρά της. Όταν βγήκε κάποτε σέ αναζήτηση τροφής, έτυχε νά φυσά καυτός αέρας που έκανε τήν θάλασσα νά σηκώσει πολύ κύμμα, κι έφτασε μέχρι τήν φωλιά κι έπεσε επάνω της καί εξολόθρευσε τούς νεοσσούς. Καί σάν γύρισε η αλκυόνη, μόλις κατάλαβε τί συνέβη, είπε: "Αλλοίμονό μου, εγώ βέβαια, φυλαγόμουν από τήν στεριά σάν νά ήταν εκείνη η δόλια καί κατέφυγα σ'αυτήν (στήν θάλασσα), η οποία τόσο πολύ μού απέδειξε ότι δέν άξιζε νά τήν εμπιστευτώ."

'Ετσι καί γιά μερικούς ανθρώπους, που ενώ φυλάγονται από τούς εχθρούς τους, σφάλλουν στό πόσο κατά πολύ επαχθέστεροι από τούς εχθρούς είναι οι φίλοι, εάν πέσουν σ΄αυτούς.