Αισώπου Μύθοι/Αλιείς λίθον αγρεύσαντες

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Ἁλιεῖς λίθον ἀγρεύσαντες



Ἁλιεῖς σαγήνην εἷλκον: βαρείας δὲ αὐτῆς οὔσης, ἔχαιρον καὶ ὠρχοῦντο, πολλὴν εἶναι νομίζοντες τὴν ἄγραν. Ὡς δὲ ἀφελκύσαντες ἐπὶ τὴν ἠιόνα τῶν μὲν ἰχθύων ὀλίγους εὗρον, λίθων δὲ καὶ ἄλλης ὕλης μεστὴν τὴν σαγήνην, οὐ μετρίως ἐβαρυθύμουν, οὐ τοσοῦτον ἐπὶ τῷ συμβεβηκότι δυσφοροῦντες ὅσον ὅτι καὶ τὰ ἐναντία προειλήφεισαν. Εἷς δέ τις ἐν αὐτοῖς γηραιὸς ὢν εἶπεν: "Ἀλλὰ παυσώμεθα, ὦ ἑταῖροι: χαρᾶς γάρ, ὡς ἔοικεν, ἀδελφή ἐστιν ἡ λύπη, καὶ ἡμᾶς ἔδει τοσαῦτα προησθέντας πάντως παθεῖν τι καὶ λυπηρόν." Ἀτὰρ οὖν καὶ ἡμᾶς δεῖ τοῦ βίου τὸ εὐμετάβλητον ὁρῶντας μὴ τοῖς αὐτοῖς πράγμασιν ἀεὶ ἐπαγάλλεσθαι, λογιζομένους ὅτι ἐκ πολλῆς εὐδίας ἀνάγκη καὶ χειμῶνα γενέσθαι.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Κάτι ψαράδες τραβούσαν τά πυκνά λινά συρόμενα δίχτυα: καθώς αυτά ήταν πολύ βαρειά, χαιρόντουσαν καί τραβούσαν κινούμενοι ρυθμικά, θεωρώντας ότι θά έχουν πολύ μεγάλη ψαριά. Μόλις όμως αποτράβηξαν τά δίχτυα στήν ακροθαλασσιά, βρήκαν πως είχε ελάχιστα ψάρια καί τά δίχτυα ήταν γεμάτα πέτρες καί άλλα υλικά* καί δέν τό έφεραν καί λίγο βαρέως. Δέν στεναχωριόντουσαν καί τόσο εξ'αιτίας τού συμβάντος αυτού καθ'αυτού, όσο γιά τό ότι τούς πρόλαβε η αντιξοότητα. Τότε λοιπόν ένας ψαράς ανάμεσά τους, που ήταν γέρος, τους είπε: "Αλλά ας σταματήσουμε πιά συνέταιροι, διότι τής χαράς, καθώς τής μοιάζει, αδελφή της είναι η λύπη καί σέ μάς, πάντως, μάς έπρεπε που χαρήκαμε τόσο πολύ εκ τών προτέρων νά πάθουμε καί κάτι λυπηρό." 'Ομως λοιπόν κι εμείς πρέπει αφού βλέπουμε πόσο ευμετάβλητη είναι η ζωή, νά μήν επιχαίρουμε μέ τά ίδια πράγματα γιά πάντοτε, αλλά νά σκεπτόμαστε ότι μετά από πολλή καλοκαιρία χρειάζεται νά έλθει καί χειμώνας.
  • σέ άλλη έκδοση "λίθων δὲ καὶ ἄμμων μεστὴν τὴν σαγήνην, [...]", άρα: "γεμάτα πέτρες καί άμμο"