Αισώπου Μύθοι/Αετός και αλώπηξ

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ἀγαλματοπώλης
Συγγραφέας: Αίσωπος
μεταφράστηκε από συντάκτες της Βικιθήκης
Αισώπου Μύθοι


Πρωτότυπο κείμενο:

Ἀετὸς καὶ ἀλώπηξ φιλίαν πρὸς ἀλλήλους ποιησάμενοι πλησίον ἑαυτῶν οἰκεῖν διέγνωσαν, βεβαίωσιν φιλίας τὴν συνήθειαν ποιούμευοι. Καὶ δὴ ὁ μὲν ἀναβὰς ἐπί τι περίμηκες δένδρον ἐνεοττοποιήσατο· ἡ δὲ εἰσελθοῦσα εἰς τὸν ὑποκείμενον θάμνον ἔτεκεν. Ἐξελθούσης δὲ αὐτῆς ποτε ἐπὶ νομήν, ὁ ἀετός, ἀπορῶν τροφῆς, καταπτὰς εἰς τὸν θάμνον καὶ τὰ γενήματα ἀναρπάσας, μετὰ τῶν ἑαυτοῦ νεοττῶν κατεθοινήσατο. Ἡ δὲ ἀλώπηξ ἐπανελθοῦσα, ὡς ἔγνω τὸ πραχθέν, οὐ [τοσοῦτον] ἐπὶ τῷ τῶν νεοττῶν θανάτῳ ἐλυπήθη ὅσον ἐπὶ τῇ ἀμύνῃ· χερσαία γὰρ οὖσα πετεινὸν διώκειν ἠδυνάτει. Διόπερ πόῤῥωθεν στᾶσα, ὃ μόνον τοῖς ἀδυνάτοις καὶ ἀσθενέσιν ὑπολείπεται, τῷ ἐχθρῷ κατηρᾶτο. Συνέβη δ᾽ αὐτῷ τῆς εἰς τὴν φιλίαν ἀσεβείας οὐκ εἰς μακρὰν δίκην ὑποσχεῖν· θυόντων γάρ τινων αἶγα ἐπ᾽ ἀγροῦ, καταπτὰς ἀπὸ τοῦ βωμοῦ σπλάγχνον ἔμπυρον ἀνήνεγκεν· οὗ κομισθέντος ἐπὶ τὴν καλιάν, σφοδρὸς ἐμπεσὼν ἄνεμος ἐκ λεπτοῦ καὶ παλαιοῦ κάρφους λαμπρὰν φλόγα ἀνῆψε. Καὶ διὰ τοῦτο καταφλεχθέντες οἱ νεοττοὶ (καὶ γὰρ ἦσαν ἔτι ἀτελεῖς οἱ πτηνοί) ἐπὶ τὴν γῆν κατέπεσον. Καὶ ἡ ἀλώπηξ προσδραμοῦσα ἐν ὄψει τοῦ ἀετοῦ πάντας αὐτοὺς κατέφαγεν.

Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι οἱ φιλίαν παρασπονδοῦντες, κἂν τὴν τῶν ἠδικημένων ἐκφύγωσι κόλασιν δι᾽ ἀσθένειαν, ἀλλ᾽ οὖν γε τὴν ἐκ θεοῦ τιμωρίαν οὐ διακρούονται.

Στα νέα ελληνικά:

Μια αλεπού και ένας αετός κατοικούσαν κοντά κοντά, και σκέφτηκαν να συνάψουν επίσημη συμμαχία, όπως έκαμναν οι άνθρωποι με όρκο, για να βοηθά ο ένας τον άλλο. Αφού λοιπόν συνήψαν επίσημα φιλία, ο αετός έκανε φωλιά πάνω σε ένα δέντρο, και στο ίδιο δέντρο από κάτω σε έναν θάμνο μέσα η αλεπού έκανε τη δική της φωλιά, και ζούσαν μαζί ως φίλοι ο αετός με την αλεπού. Μια φορά, ο αετός δεν είχε κάτι άλλο να φάει, οπότε άρπαξε τα νεογέννητα αλεπουδάκια και τα έφαγε μαζί με τα αετόπουλά του. Η αλεπού εκείνη την ώρα έλειπε ψάχνοντας για τροφή· επέστρεψε, και τι να δει, έλειπαν τα αλεπουδάκια. Κατάλαβε τι συνέβη: ο αετός αντί να τα προστατέψει, τα έφαγε. Δεν μπορούσε όμως να κάνει τίποτα, παρα μόνο πήγε στάθηκε μακριά και καταράστηκε τον αετό. Λίγο αργότερα συνέβη το εξής: κάπου σε έναν αγρό θυσιάζαν μια κατσίκα· οι αρχαίοι στις θυσίες τους προσέφεραν κάποια καλά κομμάτια απο το κρέας των θυσιαζόμενων ζώων στη φωτιά να αποτεφρωθούν, έτσι να τα φάει η φωτιά και μέσω της φωτιάς η τιμώμενη θεότητα. Αυτά τα κομμάτια που δίνονταν στη φωτιά λεγονταν στα αρχαία θυηλαί. Μιά θυηλή λοιπόν που καιγόταν άρπαξε ο αετός, δεν είχε καεί ακόμα, αλλά σε κάποιο μέρος του κρέατος υπέφωσκε φωτιά. Φέρνει ο αετός αυτό το κομμάτι στη φωλιά του να το φάει με τα αετόπουλά του. Από τη φωτιά όμως που υπέφωσκε στο κρέας, φύσηξε ένας δυνατός άνεμος και απλώθηκε η φωτιά στα φρύγανα και ξερόκλαδα της φωλιάς, η οποία κάηκε και τα αετοπουλάκια, απτέρωτα ακόμη, πέσανε στη γη, τα άρπαξε τότε η αλεπού και τα έφαγε μπροστά στα μάτια του αετού.

Η ιστορία διδάσκει ότι όσοι προδίδουν τη φιλία, ακόμα κι άν αποφύγουν την εκδίκηση αυτών πού αδίκησαν, λόγω αδυναμίας των τελευταίων, δε θα γλιτώσουν τη θεία τιμωρία.