Αισώπου Μύθοι/Όφις και καρκίνος

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


(variant version from Chambry's first edition)


Ὄφις καὶ καρκῖνος



Ὄφις καρκίνῳ συνδιῃτᾶτο, ἑταιρείαν πρὸς αὐτὸν ποιησάμενος. Ὁ μὲν οὖν καρκῖνος ἁπλοῦς ὢν τὸν τρόπον, μεταβαλέσθαι κἀκείνῳ παρῄνει τῆς πανουργίας. Ὁ δὲ οὐδοτιοῦν ἑαυτὸν παρεῖχε πειθόμενον. Ἐπιτηρήσας δ᾿ ὁ καρκῖνος αὐτὸν ὑπνοῦντα καὶ τοῦ φάρυγγος τῇ χηλῇ λαβόμενος καὶ ὅσον οἷόν τε πιέσας, φονεύει. Τοῦ δ᾿ ὄφεως μετὰ θάνατον ἐκταθέντος, ἐκεῖνος εἶπεν· Οὕτως ἔδει καὶ πρόσθεν εὐθὺν καὶ ἁπλοῦν εἶναι· οὐδὲ γὰρ ἂν ταύτην τὴν δίκην ἔτισας.
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι οἱ τοῖς φίλοις σὺν δόλῳ προσιόντες αὐτοὶ μᾶλλον βλάπτονται.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Ένα φίδι με έναν κάβουρα, συνήψαν φιλία μεταξύτους κ ζούσαν μαζί. Ο μέν κάβουρας είχε πολύ αγνό κ άκακο χαρακτήρα, το δέ φίδι ήταν κακόβουλο κ επικίνδυνο. Ο κάβουρας συχνά συμβούλευε το φίδι να αφήσει τις πανουργίεςτου κ να γίνει καλό κ τίμιο όπως ο κάβουρας. Το φίδι όμως δέν άκουγε, συνέχιζε να είναι πονηρό κ κακό, κ ο κάβουρας φοβόταν οτι κάποια στιγμή θα βρεί κ ο ίδιος το θάνατότου απο το φίδι. Μιά μέρα που ο κάβουρας βρήκε το φίδι να κοιμάται, ο κάβουρας σκέφθηκε "καλύτερα ο κακός να χαθεί παρά ο καλός", του έσφιξε το λαιμό με τη δαγκάνατου ώσπου το έπνιξε. Το φίδι ξεψυχώντας τεντώθηκε κ έγινε ολόισιο. Τότε ο κάβουρας είπε:
"ίσιος" έπρεπε να γίνεις όσο ζούσες! Άν ήσουν στη ζωήσου ίσιος, δηλαδή τίμιος, δέν θα τεντωνόσουν ίσιος τώρα νεκρός.
Σε μιά άλλη εκδοχή του μύθου που έχω διαβάσει, το φίδι τύλιξε τον κάβουρα με το σώματου κ σφιγγόταν γύρωτου για να τον πνίξει, κ έλεγε: απο την πολλήμου αγάπη σε σφίγγω στην αγκαλιάμου! Ο κάβουρας παρακαλούσε: αν είσαι πραγματικός φίλοςμου μή με σφίγγεις, γιατί θα σκάσω! - Μα η πολλήμου αγάπη με κάνει να σε σφίγγω - Φτάνει, μή με σφίγγεις άλλο! - Μα τόσο πολύ σε αγαπώ, που νιώθω την ανάγκη να σε σφίγγω στην αγκαλιάμου! - Φτάνει! - Όχι, είναι μεγάλη η αγάπημου! Με τα πολλά, αφού το φίδι δέν άκουγε κ συνέχιζε να σφίγγει, του πατάει ο κάβουρας μιά δαγκανιά στο λαιμό κ το έπνιξε. Τότε του είπε: έτσι όπως ίσιωσες τώρα, ίσια, δηλαδή τίμια, έπρεπε να φέρεσαι όσο ζούσες!