Αισώπου Μύθοι/Όνος και κύων

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Ὄνος καὶ κύων



Ὄνον τις ἔτρεφε καὶ κύνα ὡραῖον.
Ὁ μὲν ἐν αὐλῇ παρὰ φάτναις δεσμώτης
ἔτρωγε κριθάς, χόρτον, ὥσπερ εἰώθει·
κύων δὲ χαρίεις ὤν, εὐρύθμως παίζων
τὸν δεσπότην περιέσκαιρε ποικίλως·
ἐκεῖνος δ᾿ αὐτὸν κατεῖχε ἐν τοῖς κόλποις.
Ὁ δέ γε ὄνος τὴν μὲν νύκτα ἀλήθων
πυρὸν φίλης Δήμητρος, ἡμέρας δ᾿ ὕλην
ἦγεν ἀφ᾿ ὕψους, ἐξ ἀγροῦ δ᾿ ὅσον χρεία.
Δηχθεὶς δὲ θυμῷ καὶ περισσὸν οἰμώξας
σκύμνον θεωρῶν ἐν ἁβρότητι πάσῃ,
φάτνης ὀνείης δεσμὰ καὶ κάλους ῥήξας
ἐς μέσον αὐλῆς ἦλθ᾿ ἄμετρα λακτίζων·
σαίνων δὲ οὐρᾷ καὶ θέλων περισκαίρειν,
τὴν μὲν τράπεζαν ἐς μέσον βαλὼν θλάσεν,
ἅπαντα δ᾿ εὐθὺς ἠλόησε τά σκεύη,
δειπνοῦντα δ᾿ εὐθὺς ἦλθε δεσπότην κύσων
νώτοις ἐπεμβάς. Ἐσχάτου δὲ κινδύνου
θεράποντες ἐν μέσῳ ὡς εἶδον, ᾖξαν,
κρανείαις δὲ ἄλλος ἄλλοθεν προσκρούων
ἔθεινον, ὥστε καὐτὸς ὕστατ᾿ ἐκπνέων
ἔφη· Οἷα χρή με δυσδαίμονα τλῆναι·
τί γὰρ παρ᾿ οὐρηέσι οὐκ ἐπολεύμην,
βαιῷ δ᾿ ὁ μέλεος κυνὶ παρισούμην;
Ὅτι οὐ πάντες πρὸς πάντα ἴσοι πεφύκασι, κἂν φθόνῳ ἀλαζονεύωνται.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Ένας άνθρωπος είχε έναν γάιδαρο ο οποίος δεμένος στο παχνί έτρωγε κριθάρι κ χορτάρι, ο ίδιος άνθρωπος είχε κ ένα χαριτωμένο σκυλάκι που έπαιζε, χοροπηδούσε, με χίλιους δυό τρόπους διασκέδαζε τον αφέντητου, κ εκείνος το έπαιρνε το σκυλάκι στην αγκαλιάτου κ το φιλούσε. Ο γάιδαρος ζήλευε πολύ: "εγώ κ τη νύχτα ακόμη δουλεύω αλέθοντας τα δημητριακά, κ τη μέρα κουβαλάω ξύλα απο το δάσος κ προϊόντα απο τα χωράφια, κ το αφεντικόμου με έχει δεμένο σάν κρατούμενο! Ενώ αυτό το σκυλάκι που δέν κάνει καμιά χρήσιμη δουλειά, μόνο τρώει στο τραπέζι μαζί με το αφεντικό, κ το αφεντικόμας του δίνει κρέας και όλο παίζει μαζίτου κ το παίρνει στην αγκαλιάτου, κ το σκυλάκι τρίβεται επάνωτου κ τον φιλάει. Έ, λοιπόν, θα κάνω κ εγώ τα ίδια!", είπε, βαριά αναστέναξε, έσπασε τα λουριά κ τα σκοινιά με τα οποία ήταν δεμένος, κ ήρθε χοροπηδώντας τρελά μέσα στο σπίτι όπου το αφεντικό είχε στρωμένο τραπέζι, κουνούσε κ την ουράτου μιμούμενος το σκυλάκι, τραγουδούσε κ με την γαϊδουρινήτου φωνή, το τραπέζι χοροπηδώντας το έκανε κομμάτια κ τα σκεύη όλα τα σκόρπισε, κ πήγε να φιλήσει το αφεντικότου όπως κάνουν τα σκυλάκια, έτσι ήρθε πάνω απο το αφεντικότου, τον καβάλλησε τον άνθρωπο• οι υπηρέτες, βλέποντας όλο αυτόν το σαματά, έτρεξαν κ άρχισαν να χτυπούν τον γάιδαρο με ραβδιά απο κρανιά για να τον επαναφέρουν στην τάξη, αλλα εκείνος μένοντας εκεί κ χοροπηδώντας κ μή επιστρέφοντας στο παχνίτου έτρωγε κι άλλο ξύλο, ώσπου απο το πολύ το ξύλο ξεψυχούσε, κ τότε είπε: "τί είχα να πάθω ο κακομοίρης! Τί το ήθελα να εξισωθώ με ένα σκυλί; Εγώ με τα γαϊδούρια κ με τα μουλάρια έπρεπε να συναγωνίζομαι!".