Αισώπου Μύθοι/Όνος και αλεκτρυών και λέων

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Ὄνος καὶ ἀλεκτρυὼν καὶ λέων



Ὄνῳ ποτὲ ἀλεκτρυὼν συνεβόσκετο. Λέοντος δ᾿ ἐπελθόντος τῷ ὄνῳ, ὁ ἀλεκτρυὼν ἐφώνησε· καὶ ὁ μὲν λέων --φασὶ γὰρ τοῦτον τὴν τοῦ ἀλεκτρυόνος φωνὴν φοβεῖσθαι-- ἔφυγεν. Ὁ δ᾿ ὄνος, νομίσας δι᾿ αὑτὸν πεφευγέναι, ἐπέδραμεν εὐθὺς τῷ λέοντι. Ὡς δὲ πόῤῥω τοῦτον ἐδίωξεν, ἔνθα μηκέτι ἡ τοῦ ἀλεκτρυόνος ἐφικνεῖτο φωνή, στραφεὶς ὁ λέων τοῦτον κατεθοινήσατο. Ὁ δὲ θνῄσκων ἐβόα· Ἄθλιος ἐγὼ καὶ ἀνόητος· πολεμιστῶν γὰρ μὴ ὢν γονέων, τίνος χάριν εἰς πόλεμον ἐξωρμήθην;
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι πολλοὶ τῶν ἀνθρώπων ταπεινουμένοις ἐπίτηδες τοῖς ἐχθροῖς ἐπιτίθενται, καὶ οὕτως ὑπ᾿ ἐκείνων ἀπόλλυνται.

(variant version from Chambry's first edition)

Ὄνος καὶ ἀλεκτρυὼν καὶ λέων

Ἔν τινι ἐπαύλει ὄνος καὶ ἀλεκτρυὼν ἦσαν. Λέων δὲ λιμώττων, ὡς ἐθεάσατο τὸν ὄνον, οἷός τε ἦν εἰσελθὼν καταθοινήσασθαι. Παρὰ δὲ τὸν ψόφον τοῦ ἀλεκτρυόνος φθεγξαμένου καταπτήξας (φασὶ γὰρ πτύρεσθαι τοὺς λέοντας πρὸς τὰς τῶν ἀλεκτρυόνων φωνάς) εἰς φύγην ἐτράπη. Καὶ ὁ ὄνος ἀναπτερωθεὶς κατ᾿ αὐτοῦ, εἴγε ἀλεκτρυόνα ἐφοβήθη, ἐξῆλθεν ὡς ἀποδιώξων αὐτόν. Ὁ δέ, ὡς μακρὰν ἐγένετο, κατέφαγεν αὐτόν.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Στην εξοχή σε ενός σπιτιού την αυλή ήταν μαζί ένας κόκκορας κ ένας γάιδαρος. Ένα πεινασμένο λιοντάρι ήρθε να κατασπαράξει τον γάιδαρο. Τότε ο κόκκορας έβαλε μιά μεγάλη φωνή, κ το λιοντάρι τρόμαξε κ έφυγε μακριά. (Λένε οτι τα λιοντάρια φοβούνται τη φωνή του κόκκορα, καθώς έχουμε δεί κ σε άλλους μύθους). Τότε ο γάιδαρος βλέποντας το λιοντάρι να το βάζει στα πόδια θάρρεψε οτι το λιοντάρι είναι δειλό κ φοβάται τον ίδιο (κατα άλλη εκδοχή του μύθου, θεώρησε το λιοντάρι δειλό επειδή φοβήθηκε τη φωνή του κόκκορα, αλλα προτιμότερη είναι η εκδοχή οτι ο γάιδαρος νόμισε οτι τον ίδιο φοβήθηκε το λιοντάρι), κ έτσι ο γάιδαρος κυνήγησε το λιοντάρι για να το σκοτώσει ή να το αιχμαλωτίσει κ έτσι να δείξει μεγάλη ανδραγαθία.
Ώς εκεί που ακόμη ακουγόταν η φωνή του κόκκορα, το λιοντάρι έτρεχε να γλυτώσει. Σάν απομακρύνηκαν τόσο που δέν ακουγόταν πιά φωνή απο κόκκορα, το λιοντάρι στράφηκε πίσω, είδε τον γάιδαρο που το κυνηγούσε κ τον κατασπάραξε, τον έφαγε.
Και ο γάιδαρος, σάν πιάστηκε στα νύχια του λιονταριού, προτού να ξεψυχήσει κλαιγόταν: "Δυστυχίαμου! Τί το ήθελα να δείξω πολεμική ανδραγαθία, αφού ποτέ δέν ήμουν πολεμιστής, και ούτε απο πολεμικό σόι γεννήθηκα!".