Αισώπου Μύθοι/Όνος άλας βαστάζων

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


[...]

(variant version from Chambry's first edition)


Ὄνος ἅλας βαστάζων



Μικρέμπορός τις ὄνον ἔχων εὐώνους ἅλας ἠγόρασε καὶ σφοδρῶς τὸν ὄνον ἐφόρτωσεν. Ὁ δὲ ὄνος ἄκων ὀλισθήσας εἰς ὕδωρ ἔπεσε, καὶ, λυθέντων τῶν ἁλῶν, ἠλαφρύνθη, εὐκόλως δὲ ἠγέρθη καὶ περιεπάτει ἀκόπως. Ὁ δὲ ἔμπορος πάλιν ἑτέρους ἦλθεν ἀγοράσων καὶ πλεῖον ἢ πρότερον τὸν ὄνον φορτώσας ἦγεν. Ὁ δὲ πάλιν ἑκὼν εἰς τὸ ῥεῖθρον πεσὼν ἠλαφρύνθη. Ὁ δὲ ἔμπορος τέχνην ἑτέραν νοήσας σπόγγους ὠνησάμενος πεφορτώκεν τὸν ὄνον. Ὁ δὲ ὄνος, ὡς προσῆλθε τῷ ῥείθρῳ, ἑκὼν κατέπεσε· τῶν δὲ σπόγγων διαβραχέντων, βάρος διπλοῦν ἦγε βαστάζων.
Ὅτι πολλάκις ἐν ᾧ τις εὐτύχησεν, ἐν αὐτῷ καὶ πίπτει.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Ένας πραματευτής (μικρέμπορος) αγόραζε διάφορα πράγματα, τα μετέφερε με το γαϊδούριτου και τα μεταπουλούσε. Έτσι, μιά φορά βρήκε σε καλή τιμή αλάτι, φόρτωσε μπόλικο στον γάιδαρο, κ πήγαινε να το πουλήσει. Καθώς περνούσαν όμως απο ένα ρεματάκι, γλίστρησε ο γάιδαρος, έπεσε στο ρέμα, κ μέχρι να ξανασηκωθεί, πολύ απο το αλάτι είχε λιώσει, οπότε το φορτίο ελάφρυνε κ ο γάιδαρος βάδιζε ξεκούραστα.
Ύστερα το αφεντικότου αγόρασε περισσότερο αλάτι κ φόρτωσε στον γάιδαρο. Ο γάιδαρος είχε μάθει το κόλπο, κ τώρα όταν περνούσαν ξανά απο το ρέμα έκανε οτι τάχα γλίστρησε κ ξανάπεσε στο νερό, οπότε πάλι έλιωσε ένα μέρος απο το αλάτι κ ελάφρυνε το φορτίοτου.
Την επόμενη φορά, ο πραματευτής βρήκε σφουγγάρια, τα φόρτωσε στο γάιδαρο κ πήγαινε να τα πουλήσει. Σάν περνούσαν κ πάλι απο το ρέμα, ο γάιδαρος σκέφθηκε να ξανακάνει το κόλποτου (παρόλο που αυτήν τη φορά το φορτίο με τα σφουγγάρια ήταν ελαφρύ). Ξαναγλίστρησε επίτηδες ο γάιδαρος, έπεσε στο νερό, κ μέχρι να ξανασηκωθεί τα σφουγγάρια ρουφήξανε νερό κ γίνανε βαριά κ ασήκωτα, ενώ πρώτα ήταν ελαφρά.
Κ έτσι ο γάιδαρος ξεθεώθηκε κουβαλώντας μουσκεμένα τα σφουγγάρια κ έμαθε οτι το κάθε κόλπο δέν είναι για όλες τις περιστάσεις.