Αισώπου Μύθοι/Ίππος και βούς και κύων και άνθρωπος

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Ἴππος καὶ βοῦς καὶ κύων καὶ ἄνθρωπος



Ζεὺς ἄνθρωπον ποιήσας ὀλιγοχρόνιον αὐτὸν ἐποίησεν. Ὁ δὲ τῇ ἑαυτοῦ συνέσει χρώμενος, ὅτε ἐνίστατο ὁ χειμών, οἶκον ἑαυτῷ κατεσκεύαζε καὶ ἐνταῦθα διέτριβε. Καὶ δή ποτε σφοδροῦ κρύους γενομένου, καὶ τοῦ Διὸς ὕοντος, ἵππος ἀντέχειν μὴ δυνάμενος ἧκε δρομαῖος πρὸς τὸν ἄνθρωπον, καὶ τούτου ἐδεήθη ὅπως σκέπῃ αὐτόν. Ὁ δ᾿ οὐκ ἄλλως ἔφη τοῦτο ποιήσειν, ἐὰν μὴ τῶν οἰκείων ἐτῶν μέρος αὐτῷ δῷ. Τοῦ δὲ ἀσμένως παραχωρήσαντος, παρεγένετο μετ᾿ οὐ πολὺ καὶ βοῦς, οὐδ᾿ αὐτὸς δυνάμενος ὑπομένειν τὸν χειμῶνα. Ὁμοίως δὲ τοῦ ἀνθρώπου μὴ πρότερον ὑποδέξεσθαι φάσκοντος, ἐὰν μὴ τῶν ἰδίων ἐτῶν ἀριθμόν τινα παράσχῃ, καὶ αὐτὸς μέρος δοὺς ὑπεδέχθη. Τὸ δὲ τελευταῖον κύων ψύχει διαφθειρόμενος ἧκε, καὶ τοῦ ἰδίου χρόνου μέρος ἀπονείμας σκέπης ἔτυχε. Οὕτω τε συνέβη τοὺς ἀνθρώπους, ὅταν μὲν ἐν τῷ τοῦ Διὸς χρόνῳ γένωνται, ἀκεραίους τε καὶ ἀγαθοὺς εἶναι· ὅταν δὲ εἰς τὰ τοῦ ἵππου ἔτη γένωνται, ἀλάζονάς τε καὶ ὑψαύχενας εἶναι· ἀφικνουμένους δὲ εἰς τὰ τοῦ βοὸς ἔτη, ἀρχικοὺς ὑπάρχειν· τοὺς δὲ τὸν τοῦ κυνὸς χρόνον ἀνύοντας ὀργίλους καὶ ὑλακτικοὺς γίνεσθαι. Τούτῳ τῷ λόγῳ χρήσαιτο ἄν τις πρὸς πρεσβύτην θυμώδη καὶ δύστροπον.

(variant version from Chambry's first edition)

Ἴππος καὶ βοῦς καὶ κύων καὶ ἄνθρωπος

Ἴππος καὶ βοῦς καὶ κύων ὑπὸ ψύχους στενούμενοι ἦλθον εἰς ἀνθρώπου τινὸς οἰκίαν. Ὁ δὲ δεξάμενος αὐτοὺς καὶ πῦρ ἀνάψας ἔθαλψεν. Καὶ τῷ μὲν ἵππῳ κριθὰς παρετίθει, τῷ δὲ ταύρῳ ἄχυρα· τῷ δὲ κυνὶ τὰ ἀπὸ τῆς τραπέζης ἐδίδου. Διὰ δὲ τὴν τοιαύτην φιλοξενίαν ἀντημείψαντο αὐτῷ χάριτας, μερίσαντες αὐτῷ καὶ χαρισάμενοι τῶν ἐτῶν ἐφ᾿ ὧν ἔζων· ὁ μὲν ἵππος εὐθὺς τοὺς πρώτους χρόνους· διὰ τοῦτο ἕκαστος θερμὸς καὶ γαυρός ἐστι τῇ γνώμη· ὁ δὲ βοῦς μετ᾿ αὐτὸν τοὺς μέσους χρόνους· διὰ τοῦτο μοχθηρὸς καὶ φιλεργός ἐστι πλοῦτον ἀθροίζων· τρίτος δὲ ὁ κύων τοὺς τελευταίους χρόνους· διὰ τοῦτο πᾶς γηράσκων δύσκολός ἐστι τῇ γνώμῃ, καὶ τὸν διδόντα μόνον τροφὴν ἀγαπᾷ καὶ σαίνει καὶ ἐπιχαίρει, τοῖς δὲ μὴ διδοῦσι καθυλακτεῖ καὶ καθάπτεται.
Ὅτι τινὲς τῶν ἀνθρώπων φαῦλοι ὄντες καὶ κακοὶ [ἐκείνους] εἰώθασι μόνους φιλεῖν τοὺς διατρέφοντας αὐτούς.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Ο Δίας όταν έπλασε τον άνθρωπο δέν του έδωσε πολλά χρόνια ζωής. Ο άνθρωπος πάντως είχε ανώτερη νοημοσύνη, κ έτσι κατασκεύασε ένα σπίτι γερό για να περάσει σε αυτό τον δύσκολο χειμώνα. Σάν έγινε πολλή κακοκαιρία, κ ο Δίας έβρεχε, το άλογο, μή αντέχοντας σε τόσο κρύο κ βροχή, ήρθε στον άνθρωπο κ τον παρακάλεσε: να μείνω και εγώ στο σπίτισου, να γλυτώσω απο το κρύο, τον άνεμο, τη βροχή; - Έλα, είπε ο άνθρωπος, θα σου δώσω κ κριθάρι να τρώς, αλλα θα μου δώσεις κι εσύ κάτι! - τί να σου δώσω; - χρόνια απο τη ζωήσου. Το άλογο συμφώνησε, σκέφτηκε οτι είναι καλύτερα να ζεί λιγότερα χρόνια, τί να τα έκανε τα περισσότερα, άν ήταν να ταλαιπωρείται απο την κακοκαιρία;

Ύστερα ήρθε ένα βόδι, που κι αυτό δέν άντεχε το κρύο, τον αέρα κ τη βροχή, κ παρακάλεσε τον άνθρωπο: να μείνω κάτω απο τη στέγησου; Δέν έχω καμιά στέγη μέσα σε τόσο χειμώνα. Ευχαρίστως, είπε ο άνθρωπος, θα σου δίνω κ άχυρο να τρώς, αλλα θα μου δώσεις χρόνια απο τη ζωήσου. Συμφώνησε κ το βόδι, καθώς κ το άλογο. Τρίτος ήρθε ένας σκύλος. Κ εκείνος δέν άντεχε την κακοκαιρία χωρίς μιά στέγη απο πάνωτου. Να μείνεις στο σπίτι μαζίμου, είπε ο άνθρωπος, κ θα σου δίνω να τρώς ό,τι περισσεύει απο το τραπέζιμου. Αλλα θα μου δώσεις χρόνια απο τη ζωήσου. Συμφώνησε κ ο σκύλος. Κ έτσι τα ζώα αυτά έγιναν οικιακά του ανθρώπου, κ ο άνθρωπος μάκρυνε την επίγεια ζωήτου. Τα πρώτα χρόνια στη ζωή του ανθρώπου είναι εκείνα που εξ αρχής του έδωσε ο Δίας. Στην ηλικία αυτή ο άνθρωπος έχει ανθρωπιά, καλοσύνη, τη φυσικήτου ισορροπημένη προσωπικότητα κ τις φυσικέςτου αρετές. Τα επόμενα χρόνια της ζωής του ανθρώπου είναι εκείνα που πήρε απο το άλογο. Σε αυτά τα χρόνια ο άνθρωπος γίνεται ορμητικός, υπερήφανος, μαχητικός, ακόμη κ επιθετικός. Τα επόμενα χρόνια της ζωής του ανθρώπου είναι εκείνα που πήρε απο το βόδι. Σε αυτά τα χρόνια ο άνθρωπος γίνεται πολυ εργατικός κ συσωρεύει υλικά αγαθά. Τα δέ τελευταία χρόνια της ζωής του ανθρώπου, δηλαδή τα γεράματα, είναι τα χρόνια που πήρε απο τον σκύλο. Γι' αυτό στα γεράματα οι άνθρωποι γίνονται δύστροποι κ αγενείς, κατα κάποιον τρόπο γαβγίζουν εχθρικά προς όλους, σάν να θέλουν να τους δαγκάσουν, κ όπως ο σκύλος που κουνάει την ουράτου σε όποιον αγαπά, έτσι κ οι ηλικιωμένοι αγαπάνε μόνο όποιον τους περιποιείται κ τους δίνει τροφή.