Αισώπου Μύθοι/Έχις και ύδρος

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Ἔχις καὶ ὕδρος



Ἔχις φοιτῶν ἐπί τινα κρήνην ἔπινεν. Ὁ δὲ ἐνταῦθα οἰκῶν ὕδρος ἐκώλυεν αὐτόν, ἀγανακτῶν ὅτι μὴ ἀρκεῖται τῇ ἰδίᾳ νομῇ, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τὴν αὐτοῦ δίαιταν ἀφικνεῖται. Ἀεὶ δὲ τῆς φιλονεικίας αὐξανομένης, συνέθεντο ὅπως εἰς μάχην ἀλλήλοις καταστῶσι καὶ τοῦ νικῶντος ἥ τε τοῦ ὕδατος καὶ τῆς γῆς νομὴ γίνηται. Ταξαμένων δὲ αὐτῶν προθεσμίαν, οἱ βάτραχοι διὰ μῖσος τοῦ ὕδρου παραγενόμενοι πρὸς τὸν ἔχιν παρεθάρσυνον αὐτόν, ἐπαγγελλόμενοι καὶ αὐτοὶ συμμαχήσειν αὐτῷ. Ἐνστάσης δὲ τῆς μάχης, ὁ μὲν ἔχις πρὸς τὸν ὕδρον ἐπολέμει, οἱ δὲ βάτραχοι μηδὲν περαιτέρω δρᾶν δυνάμενοι μεγάλα ἐκεκράγεισαν. Καὶ ὁ ἔχις νικήσας ᾐτιᾶτο αὐτοὺς ὅτι γε συμμαχήσειν αὐτῷ ὑποσχόμενοι παρὰ τὴν μάχην οὐ μόνον οὐκ ἐβοήθουν, ἀλλὰ καὶ ᾖδον. Οἱ δὲ ἔφασαν πρὸς αὐτόν· Ἀλλ᾿ εὖ γε ἴσθι, ὦ οὗτος, ὅτι ἡ ἡμετέρα συμμαχία οὐ διὰ χειρῶν, διὰ δέ μόνης φωνῆς συνέστηκεν.
Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι, ἔνθα χειρῶν χρεία ἐστίν, ἡ διὰ λόγων βοήθεια οὐδὲν λυσιτελεῖ.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Μιά οχιά πήγαινε σε μιά πηγή κ έπινε. Εκεί κατοικούσε ένα νερόφιδο κ ενοχλούνταν, έπιασε φιλονεικία με την οχιά: δέν σου φτάνει ο δικόςσου τόπος, έρχεσαι κ στον δικόμου. Πές ο ένας, πές ο άλλος, ο καβγάς δυνάμωσε, μέχρι που αποφασίσανε να κηρύξουν τον πόλεμο, κ όποιος νικήσει να έχει την κυριότητα καί στην πηγή του νερόφιδου καί στον τόπο της οχιάς. Πρίν την επίσημη έναρξη του πολέμου, πήγαν τα βατράχια στην οχιά κ υποσχέθηκαν να συμμαχήσουν μαζίτης: πολέμησε γενναία, κ εμείς θα είμαστε σύμμαχοίσου. (Προφανώς τα βατράχια μισούσαν το νερόφιδο γιατί άρπαζε κ έτρωγε βατράχια).
Σάν πιάστηκε η μάχη, πολεμούσε η οχιά με το νερόφιδο, κ τα βατράχια, τί άλλο να κάνανε, φωνάζανε με όλητους τη δύναμη.
Η οχιά νίκησε, κ έπειτα κατηγορούσε τα βατράχια: εσείς υποσχεθήκατε οτι θα είστε σύμμαχοίμου, κ όχι μόνο δέν βοηθήσατε, αλλα τραγουδούσατε κιόλας!
-Μα αυτή ήταν η δικιάμας η συμμαχία, απάντησαν τα βατράχια, δέν ήταν συμμαχία με έργα, ήταν συμμαχία με φωνές!