Αισώπου Μύθοι/Άνθρωπος καταθραύσας άγαλμα

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αἰσώπου Μῦθοι
Ἄνθρωπος καταθραύσας ἄγαλμα


Ἄνθρωπός τις ξύλινον θεὸν ἔχων πένης ὢν καθικέτευε τοῦ ἀγαθοποιῆσαι. Ὡς οὖν ταῦτ’ ἔπραττε καὶ μᾶλλον ἐν πενίᾳ διῆγε, θυμωθείς, ἐκ τοῦ σκέλους ἄρας αὐτὸν τῷ τοίχῳ προσέκρουσε. Τῆς δὲ κεφαλῆς αὐτοῦ παραχρῆμα κλασθείσης, ἔρρευσε χρυσὸς ἐξ αὐτῆς, ὃν συναγαγὼν ὁ ἄνθρωπος ἐβόα· «Στρεβλὸς τυγχάνεις, ὡς οἶμαι, καὶ ἀγνώμων· τιμῶντά σε γὰρ οὐδὲν ὠφέλησάς με· τυπτήσαντα δὲ πολλοῖς καλοῖς ἠμείψω.»

Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι οὐδὲν ὠφελήσεις σαυτὸν πονηρὸν ἄνδρα τιμῶν, αὐτὸν δὲ τύπτων πλέον ὠφεληθήσῃ.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Ένας φτωχός είχε στο σπίτι του το ξύλινο άγαλμα του θεού Ερμή και κάθε μέρα τον παρακαλούσε να βελτιώσει τη θέση του. Αντί να βελτιωθεί η θέση του, η φτώχεια και η κακομοιριά του μεγάλωνε. Ώσπου ο άνθρωπος αγανάκτησε, έπιασε το ξύλινο άγαλμα και το εκσφενδόνισε στον τοίχο και το τσάκισε. Μέσα ήταν κρυμμένα από παλιό καιρό χρυσά νομίσματα, που καθώς τώρα τσακίστηκε το άγαλμα, κύλισαν έξω. Μάζεψε ο άνθρωπος με πολλή χαρά τα χρυσά νομίσματα και έπειτα είπε: «Είσαι όμως ανάποδος! τόσον καιρό που σε παρακαλούσα δεν με ελεούσες, τώρα που με οργή σε χτύπησα, μου χάρισες τόσο χρυσάφι!»