Ένα γράμμα

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἕνα γράμμα
Συγγραφέας:
Δημοσιεύθηκε στο Εθνικόν Ημερολόγιον του Έτους 1892 του Κωνσταντίνου Σκόκου


ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ[1]
[Ἐκ τῶν Ἀνεκδότων Κοινωνικῶν Ἐπῶν]

Εἰς Κράβαρα ἐξ Ἀθηνῶν·

εἰκοσιτρεῖς τ’ Ἀπρίλη,


Χάριτι θείᾳ ὑγιεῖς ἔχομ’ ἐγὼ κ’ οἱ φίλοι.
Μοῦ λέγεις, κὺρ — Ἀλέξη μου, στὸ δεύτερό σου γράμμα,
Ἂν ἔλαβα τὸ πρῶτό σου κι’ ἂν θέλω νέο πρᾶμμα.
Ὅσους τῇς ἄλλαις μοὔστειλες, τοὺς τράβηξεν ἡ Πόλι,
Ἦσαν ἀλήθεια τῆς δουλειᾶς καὶ γιὰ ξεδούλιο ὅλοι.
Στεῖλέ μου δώδεκα κουλοὺς καὶ κρατημένους ἕξη,
Καὶ τρεῖς στραβούς, γιατ’ οἱ στραβοὶ στοιχίζουν, κὺρ - Ἀλέξη.
Σοῦ στέλνω ἀπὸ ἑκατὸ δραχμαῖς κάθε κεφάλι,
Γιατὶ ἀκόμα ἔμβασμα δὲν μοὔκαμαν οἱ ἄλλοι.
Δέξου αὐτὰ γιὰ τὸ παρόν, γιατὶ εἰς τῇς Κλουκίναις,
Διακόσιαις πάλιν ἀργυραῖς ἐμέτρησα ριγγίναις.
Ἐκλείσθ’ ἡ κόρη τοῦ Στρατῆ εἰς τὸ νοσοκομεῖο,
Καὶ διὰ τοῦτο σ’ ἀφαιρῶ ἑκατοστάρια δύο.

Καὶ μὴ γυρεύῃς… κόντεψα ναὔρω τὸ διάβολό μου.
Ἂς ἔχω χάρι στὸ Θεὸ καὶ εἰς τὸν ὄβολό μου.
Μὴν τὰ ρωτᾷς σὰν γνωστικὸς ποῦ εἶσαι τὶ τραβοῦμε…
Εἰς βουλευτὰς καὶ βοηθοὺς κολόκουρα μετροῦμε.
Δέρουν τοὺς ὑπαλλήλους μου κλητῆρες εἰς τῇς στράταις·
Κ’ ἐξέπεσαν πέντε δραχμαῖς τὸ μέτρον ᾐ κομμάταις.
Σ’ ὁρκίζουμαι στὴν παλαιὰ ποῦ ἔχομεν φιλία,
Ζημία κάμποσον καιρὸ μοῦ δείχνουν τὰ βιβλία.
Καλὰ ποῦ τύφλωσ’ ὁ Θεὸς κάμποσους ἑωσφόρους
Κι’ ἀκόμα δὲν ἐβάρυναν τὸ ἔργον μας μὲ φόρους.
Μὲ τῆς οἰκονομίαις μου, πὲς πέρα πῶς τὰ βγάνω·
Ἐφέτος τὰ κορίτσια μου θ’ ἀφήσω δίχως πιάνο.
Τὸ μάγειρά μου ἔδιωξα κ’ ἐφέτος ἡ Κυρία
Οὔτ’ ἀρωματικὰ λουτρὰ θὰ κάμῃ οὔτε κρύα.
Μὲ βία κλειῶ τὸ γράμμα μου, σημαίνει λειτουργία!
Κατάλυσ’ οἴνου σήμερα κ’ ἐλαίου καὶ ἀργία.
Ἡ χάρις του βοήθεια μας νὰ εἶνε, κὺρ - Ἀλέξη
Καὶ ἀπὸ κέρδη καὶ καλὰ στὰ σπίτια μας νὰ βρέξῃ.

Ὑστερόγραφον

Ἀλήθεια ἐλησμόνησα… φιλιάτικο μεγάλο,
Δύο — τρεῖς σερνικοθήλυκους νὰ μ’ εὕρῃς δίχως ἄλλο.
Σοῦ τοὺς πληρώνω ἀκριβά, τοὺς θέλω πριµαρόλι,
Στὴ Λόντρα ἔχουν πέρασι μεγάλη οἱ διαβόλοι.
Σ’ ἀσπάζομαι γλυκά, γλυκὰ ἀπὸ βαθειὰ καρδία
Μὲ ὅλην τὴν κυρίαν μου καὶ μ’ ὅλα τὰ παιδία
Καὶ μένω δοῦλος δουλικὸς τῆς ὑπεραφεντιᾶς σου,
Ἐγὼ Πουλῆς Πουλόπουλος

ἐκ τοῦ χωρίου Πράσσου.


Π. Συνοδινοσ


  1. ΣΗΜ. Μία ἐκ τῶν εἰδεχθεστέρων παρ’ ἡμῖν κοινωνικῶν πληγῶν εἶνε ἀτυχῶς ἡ ἐναντίον τῶν νόμων τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς ἀνθρωπίνης ἀξιοπρεπείας ἀσκουμένη βδελυρὰ σωματεμπορία, ἡ διὰ τῆς πηρώσεως καὶ τῆς στρέβλης δυσμοίρων ἀνθρωπίνων πλασμάτων κερδοσκοποῦσα καὶ ἐκμεταλλευομένη τὸν κοινὸν οἶκτον. Κατὰ τῆς ἀχρειότητος ταύτης ὁ ἐθνικὸς ποιητὴς καὶ ἡμέτερος φίλος καὶ συνεργάτης κ. Π. Συνοδινὸς ἐτάνευσε πικρὰ τὰ βέλη τῆς σατυρικῆς του φαρέτρας. Ἀναντιρρήτως δριμύτεροι καὶ καυστικώτεροι στίχοι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γραφῶσι.