Ψυχοσάββατον

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ψυχοσάββατον
Συγγραφέας: Γεώργιος Σουρής
Αύγουστος 1886.


Καὶ πάλι ψυχοσάββατον!... τὰ πάντα ματαιότης!
καὶ εἶδον τὰ γυμνὰ ὀστᾶ καὶ εἶπα μοναχός:
τίς ἆρα γε ὁ βασιλεὺς καὶ τίς ὁ στρατιώτης
τίς ἆρα γε ὁ πλούσιος καὶ ποῖος ὁ φτωχός;
Τίς ὁ ἀνήρ; τίς ἡ γυνή; τίς Τοῦρκος καὶ τίς Ἕλλην;
εἰς μίαν πάντες οἱ νεκροὶ συμφύρονται ἀγέλην.

Σᾶς μακαρίζω ἐκ ψυχῆς, θνητοὶ ἀποθαμένοι,
διότι δὲν γνωρίζετε στὸν κόσμο τί συμβαίνει,
διότι δὲν γνωρίζετε τὰς τόσας φασαρίας
καὶ ὅτι κι' ἄλλας προσκαλοῦν σειρὰς τῆς ἐφεδρείας,
διότι δὲν ἀκούετε ποτὲ περὶ τοῦ στάτους,
κι' οὔτε τὸ χάλι βλέπετε τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ κράτους...

Ὅ,τι κι' ἂν γίνεται γιὰ σᾶς μιὰ νοῦλα εἶναι μόνο
κι' οὐδὲ σαλιάρη φαφλατᾶ ἡ λίμα σᾶς σκοτίζει,
καὶ κάθε Ψυχοσάββατο ἢ δυὸ φοραῖς τὸ χρόνο
ἱεροκῆρυξ ἄγριος στ' αὐτιά σας τσαμπουνίζει.
Ἀλλὰ κατ' εὐτυχίαν σας καὶ τοῦτον δὲν ἀκοῦτε,
καὶ περιπόθητος σιγὴ τριγύρω σας ἁπλοῦται.

Ὅταν τὸ κρύον σῶμα σας ἐδέχθησαν οἱ τάφοι,
τί δὲν σᾶς εἶπαν ρήτορες καὶ δημοσιογράφοι!
Σᾶς εἶπαν φιλοπάτριδας, ἐντίμους πατριώτας,
παντὸς ὡραίου καὶ καλοῦ ἐνθέρμους θιασώτας,
χρηστοὺς πατέρας καὶ σοφοὺς καὶ ἄλλα κολοκύθια,
μὰ ὅλα ἦσαν ψέμματα καὶ τίποτε ἀλήθεια.

Ἐγὼ γνωρίζω ἀπὸ σᾶς πολλοὺς ἐντιμοτάτους,
ποὺ καὶ τὰς δέκας ἐντολὰς παρέβησαν συγχρόνως,
ποὺ ὅλα τὰ οἰκόπεδα κατέκλεψαν τοῦ κράτους,
κι' ἦτον ἡ γῆ τοῦ γείτονος συλλογισμὸς των μόνος.
Ἐγὼ γνωρίζω μερικούς – καὶ δὲν θὰ τὸ πιστέψουν –
ποὺ καὶ τὸ μνῆμα των αὐτὸ ἐφρόντισαν νὰ κλέψουν.

Τέτοια πολλὰ θὰ λέγωνται καὶ τώρα καὶ στὸ μέλλον
κι' αὐτὸς ποὺ ἐπιτάφιον θὰ βγάλῃ στὸν Σεμτέλον
μπορεῖ νὰ πῇ πῶς ὁ Σπανὸς καθ' ὅλην τὴν Ἑλλάδα
ἦτον ὁ μόνος ἄνθρωπος, ποὺ εἶχε γενειάδα.
Ὅλα τὰ λὲν οἱ ρήτορες κι' οἱ δημοσιογράφοι,
καὶ δὲν τολμᾷς τὴν σήμερον νὰ πῇς τὴ σκάφη σκάφη.

Τὰ πάντα πλάνη καὶ ψευτιὰ καὶ λόγια, λόγια, λόγια,
καὶ οἱ τρελλοὶ κι' οἱ φρόνιμοι τὰ δένουν κομπολόγια·
κι' ἐγὼ σὰν βλέπω ἄφθονα ἐγκώμια κι' ἐπαίνους
γιὰ ὅλους μας τοὺς ζωντανοὺς καὶ τοὺς ἀποθαμένους,
νομίζω πὼς εὑρίσκομαι εἰς κόσμον ἐξ ἀγγέλων,
καὶ μακαρίζω τὸ παρόν, κι' ἐλπίζω εἰς τὸ μέλλον.

Ὅλους τοὺς βρίσκω μ' ἀρετὰς μεγάλας κι' ἐξαιρέτους,
καὶ ὅμως ἔχω πάντοτε στὴν τσέπη μου τὸ χέρι,
γιατὶ φοβοῦμαι ἀπ' αὐτοὺς τοὺς τόσον ἐναρέτους
μὴ ἄνω κάτω ἔξαφνα κανένας μοῦ τὴν φέρῃ.
Εἶναι καλοὶ πραγματικῶς μ' ἁγίαν καλωσύνην,
ἀλλὰ δὲν ἔχω στοὺς καλοὺς κι' ἐγὼ ἐμπιστοσύνην.

Κι' ὅσο γι' αὐτοὺς ἐγκώμια κι' ἀκούω καὶ διαβάζω,
τόσο κι' ἐγὼ στὴ τσέπη μου τὰ δυό μου χέρια βάζω
καὶ κρύβω τὴν παιδίσκην μου καὶ ὅλα μου τὰ σκεύη...
δὲν πρέπει καὶ μὲ τοὺς καλοὺς κανεὶς νὰ χωρατεύῃ.
Μπορεῖ νὰ εἶν' ἐλάττωμα καὶ ὅμως τί νὰ κάνω;
μὲ τοῦτο ἐγεννήθηκα, μὲ τοῦτο θ' ἀποθάνω.

Ἡ γῆ αὐτὴ τῆς ἀρετῆς καθόλου δὲν μ' ἀρέσει,
κι' ἂς τὴν στολίζουν οἱ πολλοὶ μ' ἐπίθετα χρυσᾶ...
ἐγὼ τὴν στέλλω ἄναυλα στὸ διάβολο πεσκέσι,
κι' ὅποιος κρατεῖ τὰ ροῦχα του, τοῦ μένουν τὰ μισά.
Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀδελφοὶ τῶν ἄλλων τὴν μανίαν
νὰ ἐξυμνοῦμαι ὡς καλὸς σ' αὐτὴν την κοινωνίαν.

Ἂν ἦτο δυνατὸν ποτέ – ὦ θαῦμα τῶν θαυμάτων! –
νὰ ἔβγουν κάμποσοι νεκροὶ ἀπὸ τὰ σάβανά των,
κι' ἂν ζωντανοὺς καθὼς καὶ πρὶν τοὺς ἔβλεπα τριγύρω,
μὲ πόσην εὐχαρίστησιν μποροῦσα νὰ τοὺς δείρω!
Δὲν δίδω πίστην κι' εἰς νεκροὺς καὶ ζωντανοὺς καθόλου,
κι' οἱ μὲν κι' οἱ δὲ μοῦ φαίνονται μαγάραις τοῦ διαβόλου.

Ἐκεῖνος ὁποὺ τώρα ζῇ μιὰ μέρα θ' ἀποθάνῃ,
καὶ θὰ τοῦ κάψουν βέβαια οἱ βλάμηδες λιβάνι
κι' ἐγὼ θὰ ξέρω πὼς αὐτὸς ὁ μέγας συμπολίτης
ὑπῆρξε πρῶτος μασκαρᾶς καὶ πρῶτος ἁγιογδύτης.
Τί δυστυχὴς ὁ ἄνθρωπος ποὺ δύσκολα πιστεύει!...
μὲ ὅλα παίζει καὶ γελᾷ, μὲ ὅλα χωρατεύει.

Σᾶς μακαρίζω ἐκ ψυχῆς, θνητοὶ ἀποθαμένοι,
ὁποὺ κοιμᾶσθε ἄφωνοι ἐντὸς κοιμητηρίου,
καὶ δίχως πόθους κι' ὄνειρα καθένας σας προσμένει
τὴν φρικαλέαν σάλπιγγα ν' ἀκούσῃ τοῦ Κυρίου,
καὶ νὰ συνάξῃ μονομιὰ τὰ σκόρπια κόκκαλά του,
νικῶν καθὼς ὁ Κύριος τὸ κράτος τοῦ θανάτου.

Σᾶς μακαρίζω ἐκ ψυχῆς, θνητοὶ ἀποθαμένοι,
διότι δὲν γνωρίζετε στὸν κόσμο τί συμβαίνει,
διότι ὅλοι κοίτεσθε εἰς μίαν γῆν ἀντάμα,
διότι δὲν ἀκούετε τὸ γέλοιο καὶ τὸ κλάμμα,
οὐδὲ συχώρια καὶ ψαλμοὺς καὶ λόγια τρυφερά,
καὶ οὔτ' ἐμένα τὸν Σουρῆ, τὸν πρῶτο μασκαρᾶ.