Ψυχολογικαί μελέται επί του καλού - Αι αρχαί των τεχνών

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ψυχολογικαί μελέται επί του καλού
Συγγραφέας: Γεώργιος Βιζυηνός
Αι αρχαί των τεχνών


Ουδεμία τέχνη δύναται να δηλώση την εαυτής παρουσίαν άλλως, ει μη διά των έργων της. Τουλάχιστον εν τη συνήθει εκδοχή των πραγμάτων την ύπαρξιν ενεργείας τινός την γνωρίζομεν μόνον εν τοις αποτελέσμασιν αυτής· και όπως η εν τω μαγνήτη δύναμις διαλανθάνει ημάς, ενόσω δεν βλέπομεν αυτήν εφελκομένην τον σίδηρον, ούτως ουδείς αποκαλεί τινα ζωγράφον ή γλύπτην, ενόσω δεν γνωρίζει, ότι ούτος γράφει τι ή γλύφει τι.

Όστις λοιπόν ήθελε ταυτίση την αρχήν των τεχνών μετά της αρχής των τεχνημάτων, ήθελεν ίσως επιτύχει της αληθείας, αρκεί μόνον να ορίση την αρχήν των τελευταίων ορθώς και απαρεξηγήτως. Αλλ' ακριβώς τοιούτος τις ορισμός ούτε απλούς είναι, ούτε εύκολος τόσον, όσον ίσως φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Διότι - από τίνος στιγμής άρχεται η ζωή των τεχνημάτων και η ύπαρξις;

Επιστήμη ανεπιεικής προς παν ό,τι ατελές ή μέτριον η εφηρμοσμένη καλολογία ηδέλφωσε την έννοιαν των της τέχνης έργων μετά της εννοίας του καλού, αποκαλέσασα ταύτα καλλιτεχνήματα. Και απεφάνθη λοιπόν τοιουτοτρόπως, ότι η γένεσις των τεχνημάτων συμπίπτει μετά της γενέσεως του καλού· ότι έργον τέχνης μη καλόν ούτε ζωής μετέχει ούτε καταγραφής αξιούται εν τοις επισήμοις αυτής μητρώοις.

Ο γινώσκων πόσον ελαστική τυγχάνει η έννοια του καλού ευκόλως εννοεί την αοριστίαν της αξιώσεως ταύτης: Πάσα εποχή, πάσα φυλή, πάσα κοινωνία και δη πας αληθής τεχνίτης φαίνεται ότι - μετά ή άνευ συνειδήσεως - παράγει το καλόν κατά τινα τύπον, κατά τινα υπογραμμόν ούτως ειπείν, διάφορον του των συναδέλφων αυτού κατά το μάλλον και ήττον. Δύναται τις μάλιστα θαρρούντως ν' αποφανθή, ότι όσω μάλλον η διαφορά αύτη παρίσταται ως αυτοτέλεια και ανεξαρτησία του κεκτημένου τοσούτω μάλλον τυγχάνει αρετή αυτού και προτέρημα. Διότι είναι μεν αληθές, ότι ουχί πας όστις εύρε μιμητάς εν τω τρόπω της εαυτού τέχνης είναι και αληθής του καλού παράγων, αλλ' έτι αληθέστερον είναι, ότι ο μη κατορθώσας να τάμη ιδίαν, άγνωστον και άβατον τέως οδόν εν τη τέχνη, εκείνος - όσω επιτυχώς και αν έκλέγη, όσω άμέμπτως και αν εκτελή τα θέματά του - είναι μεν ίσως ιδιοφυΐα τις, αλλ' ουχί συγχρόνως και μεγαλοφυία.

Εις μόνον τας μεγαλοφυΐας οφείλουσιν, ως γνωστόν, την γένεσιν αυτών αι λεγόμεναι αιρέσεις ή σχολαί των τεχνών, εν αις οι οπαδοί χορεύουσιν απλώς προς την λύραν του ηγουμένου, εν αις προ της αίγλης του αρχηγού και διδασκάλου ωχριώσιν, εκλείπουσι τούτ' αυτό τα ονόματα των μαθητών και ακολούθων, ως εκλείπει προ του απλέτου φωτός του ήλιου το δάνειον φέγγος των πλανητών και δορυφόρων. Αι πρωτουργοί των τοιούτων αιρεσιαρχών διάνοιαι, ανατέλλουσαι συνήθως με το σχετικόν προς την χώραν, το έθνος και την ιδιοφυΐαν αυτών πλήρωμα του χρόνου, φωτίζουσι μίαν αμυδράν τέως σφαίραν ιδεών διά του χρωματισμού της ιδίας αυτών λάμψεως και δανείζουσιν εις την οριστικήν διατύπωσιν μιας έκαστης των ιδεών τούτων τον χαρακτήρα της ιδίας αυτών ατομικότητος ούτως, ώστε ο τελικός αυτών τύπος αναγνωρίζεται επί τέλους ως το μέχρι τούδε σιωπηλώς επιθυμηθέν ιδανικόν των συγχρόνων. Τα δ' εκασταχού και εκάστοτε αναφαινόμενα ταύτα Ιδανικά διαφέρουσιν ούτως ευκρινώς ως προς την εαυτών διατύπωσιν, ώστε οι αληθείς της των τεχνών κριτικής μύσται, οσάκις πρόκειται να κατατάξωσιν άγνωστόν τι καλλιτέχνημα εις την οικείαν σχολήν, κατορθόνουσι τούτο ασφαλέστατα, οδηγούμενοι υπό του διακρίνοντος αυτήν τύπου. Ούτε υποβολή ονομάτων, ούτε νοθήλευσις τεχνικής εργασίας ισχύει να εξαπάτηση την έμπειρον αυτών οξυδέρκειαν μέχρι τέλους.

Αλλ' ο καλολόγος - ο φιλοσοφών δηλαδή επί του καλού - εκ των προτέρων μάλλον ή εκ των υστέρων κρίνων, προσκαλούμενος ν' αποφανθή περί του αν πρωτοφανές τι προϊόν τέχνης είναι ή δεν είναι καλλιτέχνημα, κατά ποίον ιδανικόν θά κρίνη; Βεβαίως κατά το γενικόν εκείνο, ου τίνος διάφοροι φάσεις εισί τα μερικά των τεχνιτών ιδανικά.

Αλλ' ο θεωρητικός φιλόσοφος, όσω οξύς και αν ήναι την κρίσιν, όσω βαθύς την διάνοιαν, είδε ποτέ ή εγνώρισε ποτέ μίαν φάσιν του κατ' ιδέαν καλού, άλλην παρ' όσας οι κατά καιρούς αποκαλύπτουσι καλλιτέχναι;

Γνωρίζομεν μεθ' οπόσης σκληροτραχηλίας αντιπράττουσιν οι θεωρητικοί κατά παντός νεωτερισμού εν ταις τέχναις, και πόσον δυσανασχετούσιν, οσάκις αναγκάζονται επί τέλους να εκδώσωσι μίαν νέαν περγαμηνήν, πιστοποιούσαν την εξ αυτών των Μουσών καταγωγήν ενός καλλιτεχνήματος, την γένεσιν του οποίου δεν ηδυνήθησαν να παρακωλύσωσι την ύπαρξιν του οποίου δεν ίσχυσαν επί πλέον ν' αρνηθώσιν.

Έπειτα, τις των διαφόρων εκείνων φάσεων του καθ' αυτό ιδανικού πρέπει να προτιμηθή; και κατά ποιον βαθμόν πρέπει ν' αντιπροσωπεύηται εν αυτή το ιδανικόν εκείνο, όπως έργον τι τέχνης δικαιωθή να καλήται καλλιτέχνημα;

Το καλόν κατά τους μεν των νεωτέρων είναι ζωή, κατά τους δε μορφή, και κατά τρίτον τινά πάλιν συναμφότερα, δήλα δή ζώσα μορφή. αλλά πάντες ούτοι και οι τοιούτοι ορισμοί εφαρμόζονται μόνον εις τελειότατα των τεχνών προϊόντα, εκ της αναλύσεως των οποίων και εξήχθησαν κυρίως. Και αποφαίνονται λοιπόν ουχί περί της αρχής αλλά περί του τέλους των τεχνών, ενώ ημείς επιθυμούμεν να μάθωμεν πόθεν άρχεται αναπτυσσόμενη μία τέχνη, και ουχί πού καταλήγει τελειοποιηθείσα: Η αρχιτεκτονική είχεν αρχήσει πολύ πριν ή τεθώσι τα θεμέλια του ναού του Ελ-Καρνάκ, και οι λαξεύσαντες τον Παρθενώνα δεν ανεδείχθησαν οι μέγιστοι της οικουμένης αρχιτέκτονες ει μη διότι - κατά την γερμανικήν φράσιν - είχον γεννηθή επί των ώμων των προγενεστέρων ομοτέχνων, διότι εις την αντίστοιχον της ιδιοφυΐας αυτών τέχνην δεν υπελείπετο πλέον παρά το έσχατον βήμα, όπως φθάση εις το μη περαιτέρω της εαυτής τελειότητος: Ολύμπιοι Δίαι, Αφροδίται της Μήλου δεν είναι η αφετηρία, αφ' ης η γλυπτική εισήλθεν εις το στάδιον του επιγείου της βίου, είναι τα αιθέρια ύψη, εφ' ων η τέχνη απεκδυθείσα και το έσχατον ίχνος υλικής ατελείας, ανελήφθη εις την πρώτην αυτής πατρίδα, εις τον ουρανόν της ιδανικότητος.

Το ιδανικόν είναι ο καρπός, και δη ο τελευταίος, της των τεχνών ακμής· αλλ' όπως το κλήμα υπάρχει πολύ πριν αι σταφυλαί του γείνωσι και ωριμάσωσι, πολύ πριν ωριμάσασαι αποβώσι κατάλληλοι προς παραγωγήν γενναίου οίνου, ούτως υπάρχει η τέχνη, ουχί κατ' ιδέαν, αλλά πραγματικώς υφισταμένη και εξασκουμένη επί αιώνας, προ του κατορθωθή ή του ιδανικού παράστασις. Ο καλολόγος λοιπόν ο θέτων την αρχήν της τέχνης σύγχρονον με την δι' αυτής έκφρασιν ιδανικού τίνος οίου δήποτε δεν ορίζει κυρίως, ει μη την αρχήν της ιδίας αυτού επιστήμης, η οποία, γραμματική, ή κάλλιον ειπείν, ανατομία τις ούσα των τεχνών, ήρξατο του εαυτής έργου ουχί επί ζώντων και κινουμένων, αλλ' επί ζησάντων πλέον καλλιτεχνημάτων.

Η ιστορία, επιστήμη θετική, επί μόνων των μνημείων ερειδομένη, προς αυτά μόνον ατενίζουσα, ανάγει την αρχήν των τεχνών μέχρις εκείνων των χρόνων, καθ' ους ευρίσκει τα πρώτιστ' αυτών προϊόντα, σωζόμενα ή μνημονευόμενα. Επομένως εν αυτή απολαμβάνουσιν αι τέχναι ζωής πολύ μακροτέρας η ότι ταις επέτρεπεν η καλολογία. Εν τούτοις η καθ' αυτή αρχή και του ιστορικού των τεχνών βίου αφήνεται ουχ ήττον αόριστος και αβεβαία.

Ό,τι είναι αμαρτύρητον, τούτο και δεν υπάρχει διά την ιστορίαν.

Είναι μεν αληθές ότι η επιστήμη αύτη προσπαθεί πολλάκις να μαντεύση τι υπήρξεν όπισθεν και πέραν των πρώτων αυτής ασφαλών μαρτυριών, αλλ' εστερημένη μυσταγωγού τίνος επισήμου, ή κρούει επί ματαίω τας πύλας του των παρελθόντων αδύτου, ή επιστρέφει από του ανιστόρητου αυτών σκότους φερομένη, αντί χρησμών αληθείας, φανταστικά μόνον πλάσματα μυθωδών παραδόσεων περί Δαιδάλων, Αμφιόνων και των τοιούτων.

Εν τούτοις μη κατακρίνωμεν αυτήν επί ευπιστία. Παραδόσεις - όσω φαντασιώδεις και αν φαίνωνται δεν γεννώνται εκ του μηδενός. Αναχωρούσιν άνευ αξιώσεων από της πρώτης αυτών αφετηρίας, ως κυλίονται υπό των παιδίων οι πρόχειροι όγκοι χιόνος από της κορυφής των υψωμάτων. Καθώς ούτοι υπό της περί αυτούς περιελισσομένης χιόνος των κλιτύων, εφ' ων κατακυλινδούνται, ούτως αι παραδόσεις, όσω μάλλον κατέρχονται προς ημάς, τόσω μάλλον εξογκούνται υπό της περικοσμούσης αυτάς φαντασίας των λαών, δια της χώρας και της ζωής των όποιων διαβαίνουσι· και διά τούτο, όταν καταντήσωσιν ενώπιον ημών, διατηρούσι χαρακτήρα θαυμαστών, παραδόξων χρημάτων, ενόσω επιφανείς ο ήλιος της επιστήμης δεν διαλύει αυτάς εις τα εξ ων συνετέθησαν. Πλην αλλ' όπου και οσάκις τούτο συμβαίνει, εκεί παρουσιάζεται σαφής η διαφορά μεταξύ αυτών και του προς ο τας παρεβάλομεν στοιχείου: Αι παραδόσεις δεν διαρρέουσι καθώς η χιών εις ύδωρ, και δεν εξατμίζονται εις το κενόν αφανιζόμεναι αλλ' όταν περιαιρεθώσι τα φανταστικά των περικοσμήματα και τας άλλας παραδοξολογίας, ευρίσκονται κεκτημέναι οργανικόν και τούτ' αυτό ζώντα πυρήνα, άνευ του οποίου ούτε την αρχικήν υπόστασιν ούτε την τελικήν αυτών διαμόρφωσιν ηδύναντο να λάβωσιν. Ο πυρήν ούτος είναι η εν αυταίς υπολανθάνουσα ιστορική αλήθεια.

Εν ταις περί Δαιδάλων και Αμφιόνων παραδόσεσιν αλήθεια δεν είναι βεβαίως ούτε ότι η μουσική του ενός εκίνει τους λίθους, όπως αφ' εαυτών περιτειχίζωσι τας πόλεις, ούτε ότι τα ξόανα του ετέρου ενείχον τοσαύτην ζωής περίσσειαν εν εαυτοίς, ώστε να εδραπέτευον την νύκτα εκ του ιερού, εάν ο νεωκόρος δεν εφρόντιζε καθ' εσπέραν να τα προσδένη επί του δαπέδου· αλλ' αλήθεια είναι, ότι αι σχετικαί προς τ' ανωτέρω ονόματα τέχναι, είτε μεταφυτευθείσαι άλλοθεν, είτε απλώς επαισθητότερον προβιβασθείσαι εκ της μέχρι τότε καταστάσεως των, εκίνησαν τους συγχρόνους εις τοιούτον θαυμασμόν, οίον αι μεταγενέστεραι γενεαί, κληρονομήσασαι εν μέσω της τελειοποιημένης πλέον τέχνης, δεν ηδύναντο να εξηγήσωσιν άλλως, ει μη δικαιολογούσαι αυτόν δια παρομοίων ποιητικών επινοήσεων. Οτι ο αρχικός εκείνος θαυμασμός προς τεχνίτας οίοι οι ανωτέρω ήτο προϊόν μάλλον της παιδικής αφελείας των συγχρόνων πνευμάτων, και ουχί απόρροια της ανδρικής των τεχνών τελειότητος, ουδείς αμφιβάλλει πλέον σήμερον: Μουσική τελεία δεν είναι δυνατόν να ύπαρξη προ της τελειοποιήσεως των μουσικών οργάνων· οι δε τα τελευταία ταύτα τελειοποιήσαντες εν τη αρχαιότητι ήσαν, ως γνωστόν, τεχνίται πολύ μεταγενέστεροι του Αμφίονος. Έπειτα, αι αρχαιολογικαί ημών ανασκαφαί και αναδιφήσεις μήπως δεν παρουσιάζουσιν ημίν τα προϊόντα της γλυπτικής τόσω μάλλον απέχοντα της τελειότητος, όσω μάλλον προσεγγίζουσιν εις τους χρόνους των Δαιδάλων, Άλλως τε δε και παρ' αυτών των αρχαίων Ελλήνων διδασκόμεθα, ότι η των πρώτων τεχνημάτων ατέλεια, εφ' όσον μεν εσχετίζετο με τον προς τους αυτουργούς αυτών υπέρμετρον θαυμασμόν, επί τοσούτον εδικαιολογείτο υπό της δοξασίας, ότι η σημασία των αρχικών οίας δήποτε τέχνης προϊόντων ενέκειτο εν τούτω, ότι ήσαν άμεσοι εμπνεύσεις και αποκαλύψεις των Θεών προς τινας εκλεκτούς, και δη προς αυτούς πρώτους και προς αυτούς μόνους γενόμεναι. Οτε όμως τα αρχαϊκά εκείνα δοκίμια ήρχισαν να συγκρίνωνται ψυχρώς προς τα τέλεια των μεταγενεστέρων έργα, τότε η πίστις περί του θεοδιδάκτου των πρώτων τεχνών εγκατελείφθη διά παντός, αντικατασταθείσα πλέον υπό της πεποιθήσεως, ότι «αι τέχναι επιδεδώκασι και εισί παρά τους νυν δημιουργούς οι παλαιοί φαύλοι».

Αλλ' εάν ταύτα ούτως έχωσιν, εάν επομένως αι τέχναι δεν ήναι θεϊκαί τίνες αποκαλύψεις, άνευ τίνος προηγουμένου, προς ωρισμένους τινάς θνητούς εξαίφνης και κατά προτίμησιν αποκαλυφθείσας δικαιούται η ιστορία να περιορίση την αρχήν αυτών, ταυτίζουσ' αυτήν με ονομασίας, οίαι αι ανωτέρω μνημονευθείσας ή οιαί εισί τα Εύχειρος, Εύγραμμος, Εύμαρος κ.τ.λ., ονόματα δηλαδή τα οποία, όπου δεν είναι περιγραφικά ή περιεκτικά μόνον επίθετα αντιπροσωπεύοντα την προοδευτικήν εργασίαν ολοκλήρων ίσως αιώνων, σημαίνουσι το πολύ πολύ τους προβιβαστάς των τεχνών προς ας σχετίζονται; Και πράττουσα τούτο η ιστορία κατά τι θα διαφέρη της εφηρμοσμένης καλολογίας, ήτις, την αρχήν των τεχνών ορίζουσα, δεν ορίζει ει μη το σημείον, αφ' ου αυτή αύτη υποχρεούται να αρχήση το έργον και την ύπαρξίν της;

Αι τέχναι, όπως πασα ενέργεια εν γένει, κέκτηνται κατ' ανάγκην, πλην της ιστορίας των αποτελεσμάτων αυτών, και μίαν άλλην ιστορίαν, την ιστορίαν των αιτιών των παραγουσών τ' αποτελέσματα ταύτα. Η δ' ιστορία αύτη, ασύνδετος προς ονόματα, η αυτή κατά πάντα χρόνον, διά πάσαν χώραν, και διά πάντα τεχνίτην, θα ήτο κατάλληλος να πλήρωση το κενόν το ιφιστάμενον έτι μεταξύ της αρχής των τεχνημάτων και της αρχής των τεχνών.

Αληθώς ως προς την εξωτερικήν αυτής εμφάνισιν μία τέχνη ειμπορεί να κήται τόσω μακράν εις το βάθος των παρελθόντων αιώνων, ώστε προς ουδέν να συνδέηται ούτε μυθολογικον όνομα· ειμπορεί όμως η αυτή τέχνη όχι μόνον προς εν η και πλείονα ονόματα συγχρόνως να σχετίζηται, αλλά και να συμπίπτη εν ταύτη μεν τη χώρα προς τούτους, εν εκείνη δε προς άλλους χρόνους και καιρούς. Ως προς την εσωτερικήν αυτής αρχήν, ως προς τους ψυχολογικούς δηλονότι λόγους τους προκαλούντας την εξωτερικήν αυτής γένεσιν, δεν δύναται παρά να έχη την αυτήν ιστορίαν εν παντί, παντού και πάντοτε. Όστις λοιπόν ήθελεν εύρει την φύσιν και ορίσει την εν χρόνω ανάπτυξιν των ψυχολογικών ελατηρίων των και σήμερον αγόντων τινάς προς παραγωγήν οίας δήποτε τέχνης, ούτος εννοείται ότι ήθελεν ορίσει αμεταθέτως πλέον τας αρχάς της των τεχνών ιστορίας.

Αλλ' η ιστορία αύτη των της τέχνης άρχων, εξελισσόμενη εν αύτη τη φύσει μόνον των όσοι παράγουσι τας τέχνας, δύναται να γείνη αντικείμενον σπουδής και μελέτης άλλων τινών μάλλον παρ' αυτών τούτων των τεχνιτών; Ομολογούμεν ότι όχι. Υπενθυμίζομεν όμως το και εν τη προηγουμένη ημών μελέτη υποδηλωθέν, ότι, όποιοι δήποτε και αν ήναι ως προς την πνευματικήν ιδιοφυίαν οι παράγοντες τας τέχνας, πριν ή αναλάμψωσιν ως καλλιτέχναι, γεννώνται μεταξύ ημών ως άνθρωποι, κεκτημένοι, ως προς τους θεμελιώδεις αυτού νόμους, τον αυτόν ψυχικόν οργανισμόν, τον οποίον και πας άλλος, Ώστε τούτο τουλάχιστον δεν έχει να μας πτοήση από τουδε. Ό,τι όμως είναι αληθώς αποθαρρυντικόν, είναι το γεγονός, ότι η επί των ψυχολογικών ελατηρίων της των τεχνών γενέσεως μελέτη, ακόμη και υπ' αυτών των οικείων τεχνιτών γιγνομένη, ουδέποτε καταλήγει εις θετικά και αδιαφιλονείκητα εξαγόμενα. Μέγα μέρος των καλλιτεχνικών προσόντων αναπτύσσεται λεληθότως κατά την παιδικήν του ανθρώπου ηλικίαν, καθ' ην ο άωρος και μη υποπτευόμενος τον προορισμόν αυτού τεχνίτης ούτε σκέπτεται, ούτε δύναται να υποβάλη εαυτόν εις ψυχολογικήν αυτοπαρατηρησίαν. Εάν όμως επιχείρηση να υποβληθή εις αυτήν εν ωρίμω ηλικία, τότε παθαίνει ό,τι πάντες οι αυτοπαρατηρούμενοι.

Προς αποσύνθεσιν και μελέτην των του εξωτερικού κόσμου φαινομένων, φέρομεν εν ημίν αυτοίς κατάλληλον ανατομικόν όργανον, την αμφίστομον του πνεύματος κοπίδα. Ο δέ θέλων να σπουδάση την τε φύσιν και τας φάσεις των της ύλης ιδιοτήτων, δεν έχει ει μη να τρέψη προς αυτάς την προσοχήν του, να εξάσκηση επ' αυτών δεόντως τας ενεργείας των πνευματικών αύτού δυνάμεων. Προς ανάλυσιν και μελέτην αυτών τούτων των πνευματικών ημών δυνάμεων και ενεργειών ουδέν εδόθη ημίν όργανον έτερον παρά τας αυτάς ενεργείας και δυνάμεις του ημετέρου πνεύματος. Ώστε το πνεύμα μελέτα εαυτό διά του εαυτού του μόνον. Αλλ' εν και το αυτό υποκείμενον ο άνθρωπος, οσάκις υποβάλλεται εις αυτοπαρατηρησίαν, ευρίσκει, ότι όχι μόνον αι δι' ων ποιείται την ενέργειαν ταύτην πνευματικαί δυνάμεις διαφεύγουσι την παρατήρησίν του, αλλ' ότι και το ετέραν της φύσεως αυτού μέρος, αι ενέργειαι και δυνάμεις ας ηβουλήθη να παρατήρηση, μεταβάλλονται εν τω μεταξύ και αλλοιούνται. Όταν τις ευρίσκηται βεβυθισμένος εις σπουδαίας φιλοσοφικάς σκέψεις δεν δύναται να παρατήρηση την κατ' αυτάς λειτουργίαν του πνεύματος του, χωρίς να διακόψη αυτάς ταύτας τας σκέψεις του. Καθ' ην στιγμήν παρατηρεί, δεν σκέπτεται πλέον. Ο ωργισμένος άνθρωπος αδυνατεί να σπουδάση τα ψυχολογικά στοιχεία της αψικαρδίας αυτού χωρίς να την διακόψη. Πάντοτε θα ευρέθη, ότι καθ' ην στιγμήν σκέπτεται επί του θυμού του δεν είναι πλέον θυμωμένος. Και ο καλλιτέχνης άρα δεν θα δυνηθή ποτε να εξιχνίαση την φύσιν των ψυχολογικών φαινομένων του λεγομένου οίστρου, εφ' όσον κατέχεται υπ' αυτού. Ευθύς ως το δοκιμάση, παύει η διακόπτει την ενδόμυχον εκείνην συγκίνησιν, υπό το κράτος της οποίας διατελών ο άνθρωπος ενεργεί ως παραγωγός του καλού.

Το μυστηριώδες και δυσφώρατον τούτο της παραγωγικής του καλού δυνάμεως εγένετο, νομίζομεν, αιτία να χαρακτηρισθή αυτή παρ' άπασι τοις λαοίς ως άνωθεν επιφοιτώσα τοις ανθρώποις υπερφυσική τις επίπνοια. Ο αρχαίος Έλλην ιδίως, ο τα πάντα διά του μαγικού πρίσματος της πλαστικής αυτού φαντασίας βλέπων, εξαντικειμενίσας και τας παραγωγούς των τεχνών δυνάμεις του ανθρωπίνου πνεύματος, επίστευσεν αυτάς ως εκδηλώσεις της εν αυτώ παρουσίας ευμενών θεοτήτων, ας και ελάτρευσεν υπό διάφορα ονόματα. Εποίησε δε τούτο, νομίζομεν, τόσω μάλλον, καθ' όσον εν τη αρχαιότητι αι τέχναι, μη υπάρχουσαι παρά ως υπηρετικαί της θρησκείας θεραπαινίδες, προέγραφον τρόπον τινά την προς τους θεούς σχέσιν του τεχνίτου. Οι νεώτεροι καλλιτέχναι, άμοιροι του φιλοθρήσκου και της παιδικής των αρχαίων αφέλειας, δεν εδίστασαν ν' αποσείσωσι τον ζυγόν των Μουσών και να φωνάξωσι τω Απόλλωνι κατά πρόσωπον, ότι δεν είναι πατήρ των. Ίσως διότι αι χριστιανικοί ιδέαι ήσαν κολακευτικώτεραι του ολονέν αυξάνοντος εγωϊσμού των: Ο χριστιανός καλλιτέχνης, πλασθείς κατ' εικόνα και ομοίωσιν του ενός και μόνου Θεού, δεν καταδέχεται να έχη προς Αυτόν ως ο αυλός προς τον αυλητήν αλλά θέλη να ήναι, δικαιώματι κληρονομιάς, δημιουργός εν τω μικροκόσμω της φαντασίας, όπως ο Πατήρ αυτού ο αιώνιος είναι φύσει δημιουργός εν τω μακροκόσμω της πραγματικότητος. εν τούτοις αύται και αι τοιαύται εγωϊστικαί αξιώσεις κατ' ουδέν συνέτεινον προς διαλεύκανσιν της καθ' αυτό των τεχνών αρχής, και ούτως αφέθη το ζήτημα εις τους εξ επαγγέλματος μεταφυσικούς.

Οι του αρχαίου κόσμου φιλόσοφοι δεν ηδύναντο να επιληφθώσιν αυτού σπουδαίως, όχι τόσον διά την προς θρησκευτικάς πεποιθήσεις σχέσιν αυτού, όσω μάλλον διά την ατέλειαν της παρ' αυτοίς ψυχολογίας. Οι του μεσαιώνος, αναμασσηταί της κλασικής φιλοσοφίας, ουδέν συνεισέφερον εις λύσιν του προβλήματος. Μόνον ότε το στοιχείον της κριτικής, εισαχθέν εις πάσαν φιλοσοφικήν επιστήμην, υπέσεισεν όχι πλέον την πίστιν εις αόρατα πνεύματα, αλλά και την πεποίθησιν περί υπάρξεως αυτού του υλικού, του αντικειμενικού λεγομένου κόσμου, μόνον τότε υπεβλήθη και το περί της αρχής των τεχνών ζήτημα εις αυστηρώς επιστημονικήν έρευναν.

Τούτο εγένετο, ως γνωστόν, υπό του Καντίου διά της συγγραφής αυτού: Kritik der Urtheilskraft.

Σκοπός ημών δεν είναι να εισέλθωμεν ενταύθα εις λεπτομερείας ή κριτικάς συζητήσεις επί των αρχών, καθ' ας ο μέγας ούτος φιλόσοφος συστηματοποιεί τας καλολογικάς αυτού θεωρίας. Ό,τι μας ενδιαφέρει ενταύθα είναι κυρίως ο παρ' αυτώ ορισμός του καλού: Οσάκις, λέγει ο Κάντιος, εν ησύχω διατελούντες θεωρία, δεχόμεθα εκ του εξωτερικού κόσμου, άνευ προσωπικού τίνος ενδιαφέροντος, την εντύπωσιν αντικειμένου τινός, εάν η εντύπωσις αύτη - ως πρόκλησις, την οποίαν το ρηθέν αντικείμενον απευθύνει, αξιούν να παρασταθή υπό της ψυχής ημών ως ενιαίον σύνολον - σύμφωνη με τας συνήθειας, με το φυσικόν παιγνίδιον των πνευματικών ημών δυνάμεων και άγει ταύτας εις ζωηράν εκδήλωσιν των ενεργειών αυτών, τότε η τοιαύτη εντύπωσις διεγείρει εν ημίν συναίσθημα ηδονής, χάριν του όποιου και ονομάζομεν καλόν το αντικείμενον, εξ ου έσχόμεν αυτήν.

Τοιουτοτρόπως το κάλλος δεν υπάρχει εν τοις αντικειμένοις ως ιδιότης αυτών τούτων· δεν είναι απαύγασμα υψηλοτέρας τινός ιδέας γενικής και αιωνίου· αλλά γεννάται μόνον εν ημίν ως συναίσθημα.

Και αι καλολογικαί ημών αποφάνσεις λοιπόν δεν αφορώσιν αυτά τα πράγματα του εξωτερικού κόσμου, αλλ' έκφράζουσι μόνον μίαν κρίσιν επί των σχέσεων, των μεταξύ αυτών και της ημετέρας αντιλήψεως: Αποφαίνονται δηλαδή, ότι αι εκ των αντικειμένων προσγιγνόμεναι ημίν διεγέρσεις τυγγάνουσιν ούσαι ευνοϊκαί και σύμφωνοι προς τας αντιληπτικάς ημών ενεργείας. Αλλ' ούτε γενικαί και υποχρεωτικαί είναι αι καλολογικαί ημών αποφάνσεις, κυρίως ειπείν, αφού εξαρτώνται μόνον εκ του ημετέρου συναισθήματος, και δεν ισχύομεν να τας δικαιολογήσωμεν διά λογικών κρίσεων. Εάν, αποφαινόμενοι ότι αντικείμενον τι είναι καλόν, αξιούμεν να συμφωνήσωσι μεθ' ημών εν τη αποφάνσει ταύτη και πάντες οι άλλοι άνθρωποι, ποιούμεν τούτο επειδή νομίζομεν ημάς αυτούς συνειδότας, ότι το μέτρον, καθ' ο μετρούντες εκτιμώμεν την του καλού εντύπωσιν, δεν είναι ειδικόν τι προσόν μόνον της ημετέρας ατομικότητος, αλλ' είναι η φύσις του και εν ημίν ζώντος γενικού πνεύματος· είναι, καθώς ο Κάντιος λέγει, η κοινή αίσθησις, την οποίαν δικαιούμεθα να υποθέσωμεν υπάρχουσαν και εν παντί άλλω ανθρώπω.

Διά της θεωρίας ταύτης εδόθη η πρώτη δήλωσις περί της οδού, ην ώφειλον να τραπώσιν αι περί της αρχής των τεχνών έρευναι. Αφού το καλόν, το τε πρωτόθετον και το παράγωγον, δεν υφίσταται ει μη εν τω ανθρώπω, ως ίδιον αυτού συναίσθημα, ως ψυχολογικόν δηλονότι φαινόμενον, εννοείται, ότι και αι παραγωγοί του καλού ενέργειαι ώφειλον να ορισθώσιν εν ταις αρχαίς αυτών διά ψυχολογικής ζητήσεως. Αλλά εις το συμπέρασμα τούτο δεν ήγαγε κυρίως η θεωρία αύτη, ει μη διότι, μεταθέσασα πρώτη τας αρχάς της εξωτερικής των τεχνών ιστορίας, ανήγαγεν αυτάς εις τας αρχικάς αυτών αφετηρίας.

Ο Κάντιος παραδέχεται συνήθειας ή έξεις των πνευματικών ημών δυνάμεων, ας αποκαλεί και φυσικόν αυτών παιγνίδιον· είδομεν δε, ότι οσάκις η εκ τίνος αντικειμένου προερχομένη ημίν εντύπωσις όχι μόνον δεν διαφωνεί προς το φυσικόν τούτο παιγνίδιον των πνευματικών ημών δυνάμεων, αλλά και άγει αυτάς προς ζωηράν έκφανσιν, των ενεργειών των, το διά τον λόγον τούτον γεννώμενον εν ημίν συναίσθημα ηδονής είναι αυτό τούτο το καλόν, πρό πάντων εάν το συναίσθημα ημών τούτο ήναι ανεξάρτητον παντός προσωπικού ενδιαφέροντος. Αλλά παρά τα καλά υπάρχει μία ολόκληρος τάξις ενεργειών, τας οποίας η ανθρωπότης ανέκαθεν στέργει, δι' ουδένα άλλον λόγον, ει μη διότι το δι' αυτών προκαλούμενον εν ημίν συναίσθημα ηδονής, απηλλαγμένον παντός άλλου ενδιαφέροντος, αιτίαν γενέσεως έχει την αυτήν των ενεργειών τούτων συμφωνίαν προς τας φυσικάς συνήθειας των πνευματικών ημών δυνάμεων. Τοιαύται ενέργειαι είναι αι σύμφυτοι τη ανθρωπίνη φύσει παιδιαί, υφ' απάσας τας μορφάς αυτών ουδέν άλλο σκοπούσαι παρά την ζωηράν έκφανσιν αυτού εκείνου του κατά Κάντιον φυσικού παιγνιδιού των πνευματικών του ανθρώπου δυνάμεων. Άρα η γενετική αιτία του καλού είναι η αυτή με την της παιδιάς, και ο ορισμός του πρώτου συμπίπτει μετά του της δευτέρας. Η σύμπτωσις αύτη όχι μόνον δεν διέλαθε τον φιλόσοφον της Κανιγσβέργης, αλλά και ετονίσθη παρ' αυτού: Όπως το παιδίον παίζει, αποβλέπον όχι εις πρακτικόν τι αποτέλεσμα, αλλ' απλώς καρπούμενον την εκ της ελευθέρας ενασχολήσεως των φυσικών και πνευματικών αυτού δυνάμεων ηδονήν, ούτως ο καλλιτέχνης την αμοιβήν αυτού εχει ουχί εν τω τελικώ της τέχνης αυτού προϊόντι, αλλ' εν τη ενεργεία ήτις το παράγει.

Τούτο ήτο αναγκαία συνέπεια των περί καλού Θεωριών του Κάντιου, το επικίνδυνον των οποίων πάνυ καλώς ηννοήθη ευθύς μετ' ολίγον. Οπως δήποτε όμως η γένεσις του καλού , τουτέστιν η των τεχνών αρχή εσχετίσθη προς την παιδιάν, την πρώτην δυνατήν εμφάνισιν της του ανθρώπου ενεργείας και τούτο είναι το εναπομείναν κέρδος. Και τούτο είναι το υποχρέωσαν ημάς ν' αναμνησθώμεν ενταύθα της καθ' όλα σχεδόν τ' άλλα πεπαλαιομένης πλέον θεωρίας του Καντίου.

Διότι, εάν η καλλιτεχνική δρασις ήναι η αυτή με τας πρώτας ενεργείας φιλοπαίγμονος παιδίου, τότε ποίος δεν το βλέπει, ότι η πρώτη εξωτερική των τεχνών εμφάνισις πρέπει να συμπίπτη με την παιδικήν ηλικίαν της ανθρωπότητος καθόλου; Ούτως εγενίκευσε το ζήτημα, μαθητής του Καντίου, ο μέγας ποιητής και φιλόσοφος Schiller.

Ισως ουδέποτ' ευρέθη θέμα εμπεπιστευμένον εις δεξιωτέρας χείρας: Ως ποιητής ο Schiller εκέκτητο την έμφυτον εκείνην οξυδέρκειαν, δι' ης έβλεπε σα φως και εκεί ένθα οι άλλοι ουδ' υπωπτεύοντο την αλήθειαν· ως φιλόσοφος, ήξευρε να σπουδάζη εαυτόν και εγίγνωσκεν όχι μόνον να εκτιμά τα διδόμενα της αυτοπαρατηρησίας δεόντως, αλλά και την μέθοδον κατείχε προς εφαρμογήν αυτών και γενίκευσιν μέθοδον αληθώς επιτετηδευμένην, υπηρετούσαν συνεχώς τας αφηρημένας της Καντιανής φιλοσοφίας αρχάς μάλλον παρ' αυτά τα ψηλαφητά διδόμενα της πείρας επεξεργαζομένην. Ουχ ήττον το ποιητικόν του λόγου πυρ καθίστα παρ' αυτώ την ψυχρότητα των θεωριών ανεπαίσθητον· η δε μεγάλη αυτού φαντασία συμπληροί μετά τοσαύτης πειθούς και τοσώ συμφώνως προς την φύσιν τας ατελείας της εμπειρίας, ώστε ο αναγινώσκων αυτόν εκεί ένθα περιγράφει την άωρον, την ζωώδη της ανθρωπότητος κατάστασιν, εξ ης εξάγει αυτήν μικρόν κατά μικρόν η προς το καλόν έφεσις, νομίζει ότι συμπεριπατεί μετά του ποιητού εν τη παρθένω έτι φύσει, και επιζή μετ' αυτού τας πρώτας καλλιτεχνικάς συγκινήσεις της παιδικής του ανθρωπίνου γένους ηλικίας.

Ιδού τίνι τρόπω ο Schiller εξηγεί ου μόνον την αρχικήν των τεχνών γένεσιν, αλλά και τον λόγον, δι' ον αύται προηγήθησαν μεν και ετελειοποιήθησαν παρά τισιν, ήργησαν δε να εμφανισθώσιν, ή και ουδόλως ανεπτύχθησαν παρ' άλλοις ανθρώποις.

«Εφ' όσον, λέγει, ο πρώτος άνθρωπος διετέλει προσηλωμένος προς την ύλην, ουδέν απεκδεχόμενος παρ' αυτής ειμή την κόρεσιν των φυσικών αυτού αναγκών, ουδόλως διέφερε του θηρίου. Ήτο δούλος της πραγματικότητας. Ήτο τούτ' αυτό ύλη. Και όπου μεν η φύσις ήτο λίαν γλίσχρος, εκεί υπεχρέου τον άνθρωπον εις διαρκή προς την ένδειαν πάλην, κατατρίβουσα τας τε σωματικάς και τας πνευματικάς αυτού δυνάμεις υπό την πίεσιν της ανάγκης. Όπου δε πάλιν ήτο άγαν πλουσιοπάροχος, εκεί εκράτει τον άνθρωπον αδρανή και αργόν, αποχαυνούσα το τε σώμα και το πνεύμα του. Υπό τοιούτους όρους η προς το καλόν έφεσις, η προς παραγωγήν αυτού κλίσις δεν ήτο δυνατόν να προκληθή εις ενέργειαν. Όπου όμως η φύσις δεν ήτο ούτε λίαν γλίσχρος ούτε λίαν αφειδής, όπου ευνοϊκώτεραι, γενικώτεραι σχέσεις προεκάλουν όχι μόνον τας σωματικάς, αλλά και τας πνευματικάς του άνθρωπου δυνάμεις εις δράσιν· όπου μόνον η δράσις ήγε προς απόλαυσιν και η απόλαυσις μόνον προς δράσιν ήγεν, εκεί η ιερά τάξις επήγασεν εξ αυτής της ζωής, και εκ του νόμου της τάξεως ανεπτύχθη μόνον ζωή. Εκεί η φαντασία, διά παντός απηλλαγμένη των δεσμών της πραγματικότητος, ουδέποτ' εγκατέλιπε την αφέλειαν της φύσεως· εκεί ανεπτύχθησαν αι αισθήσεις και η διάνοια, αι δεκτικαί και αι μορφωτικαί του ανθρώπου δυνάμεις επιτυχώς εν ισορροπία, ήτις έστιν η ψυχή του καλού και ο απαραίτητος προς εξανθρωπισμόν όρος.»

Και ποίον είναι το γεγονός δι' ου εσημάνθη εν τη ιστορία των αιώνων η είσοδος των αγρίων λαών εις ανθρωπισμόν; «Η χαρά αυτών εις το κατ' επίφασιν, τουτέστιν η ροπή προς το παίζειν.»

Το κατ' επίφασιν ενταύθα, ήγουν ουχί το πώς τα πράγματα είσιν , αλλά το πώς φαίνονται, είναι το αυτό με το είδος ή την μορφήν της του Καντίου φιλοσοφίας. Και επειδή η μορφή δεν υπάρχει εν τοις αντικειμένοις, αλλ' οφείλεται μόνον εις την ενέργειαν του ανθρωπίνου πνεύματος, επειδή η ανθρωπινή διάνοια είναι η δανείζουσα εις τον έξω κόσμον τας μορφάς, υφ' ας αυτός γνωρίζεται, διά τούτο ο άνθρωπος, όστις προκρίνει την μορφήν από της όλης, όχι μόνον απεσπάσθη ελευθερωθείς από την δεσποτείαν της ύλης, αλλά και κύριος αυτής εγένετο, επιβάλλων αυτή τας μορφάς κατ' αρέσκειαν: Που μεν ενών δηλονότι τα εν τω λυικώ κόσμω διεστώτα, που δε χωρίζων και διακόσμων τα αδιάτακτα και συγκεχυμένα, δι' ουδένα άλλον λόγον, ει μη ίνα ικανοποίηση την έφεσιν αυτού εις το κατ' επίφασιν, ίνα κάμη δηλαδή τα πράγματα να φαίνωνται τοιαύτα οία τω αρέσκουσιν.

Μετ' ολίγον πλην ο άνθρωπος δεν ευχαριστείται πλέον ότι τα πράγματα αρέσκουσιν αύτω· θέλει ν' αρέσκη και αυτός ο ίδιος. Διά τούτο άρχεται να καλλωπίζηται, πρώτον μεν προσαρτών εαυτώ αυτήν την ύλην, όση διαπρέπει επί ιδιαιτέρως ευαρέστω μορφή, έπειτα όμως διά μόνης της μορφής, εφαρμόζων αυτην ανεξαρτήτως και κεχωρισμένην της ύλης.

Τούτο το κατορθοί τη επικουρία της φυσικής αυτού τάσεως προς μίμησιν, η όποια τάσις, ευθύς μετά την προς το παίζειν έφεσιν εκδηλουμένη, μεταχειρίζεται το κατ' επίφασιν, ήτοι την μορφήν των αντικειμένων, ως τι αυτοτελές και ανεξάρτητον της υλης. Ούτως ο άγριος άνθρωπος, ενώ κατ' αρχάς περικοσμείται διά πτερών και οστράκων, μετ'ολίγον άρχεται καλλωπιζόμενος διά γραμμών και σχημάτων. Τούτο όμως είναι αυτή η αρχή της τέχνης. Και από του σημείου τούτου μέχρι της καλολογικής προς την τέχνην κλίσεως δεν υπολείπεται παρά έν μόνον βήμα, το μέγεθος του οποίου εξαρτάται, κατά τον Schiller, μόνον εκ του βαθμού της αγάπης, μεθ' ης ο άνθρωπος είναι ικανός να ενδιατρίβη εις το κατ' επίφασιν.

Τοιουτοτρόπως αι αρχαί των τεχνών αποσπασθείσαι, ως προείπομεν, από οίων δήποτε ονομάτων μετηνέχθησαν πολύ μακράν και πέραν των άρχων και αυτής της μυθολογίας, τεθείσαι εν αυτή τη κοιτίδι του πρωτοπλάστου ανθρώπου. Ουδ' ήτο δυνατόν να γείνη άλλως, ύστερον αφού η επιστήμη εγνώρισε την παρά τοις αγρίοις λαοίς κατάστασιν των τεχνών, και έμαθε να επωφελήται από των επί της παιδικής ηλικίας γιγνομένων ψυχολογικών παρατηρήσεων.

Πέραν του σημείου εις ο ο Schiller ανήγαγε τας αρχάς της εξωτερικής των τεχνών εμφανίσεως δεν υπελείπετο πλέον ει μη η εσωτερική αυτών ιστορία. Προς ταύτην δ' εστράφησαν τώρα οι οφθαλμοί των φιλοσοφούντων, τόσω μάλλον, καθ' όσον εδιδάχθησαν υφ' ενός έξοχου καλλιτέχνου, ότι ώφειλον να σπουδάσωσι τ' απαρτίζοντα την ιστορίαν ταύτην ψυχολογικά στοιχεία, ουχί κατά την υψίστην αυτών ανάπτυξιν, όπως παρίστανται δυσπρόσιτα, αινιγματώδη και τούτ' αυτό ακατάληπτα εν ταις ανεπτυγμέναις μεγαλοφυίαις, αλλ' όπως εκδηλούνται εν τη πρώτη αυτών εμφανίσει και κατ' εκείνην την ηλικίαν του άνθρωπου, καθ' ην αι εσωτερικαί αυτού συγκινήσεις υπό ουδεμιάς βιωτικής συνήθειας ή λελογισμένης κρίσεως αναχαιτιζόμεναι ή τροποποιούμενοι, έχουσι μεν πειθήνια προς απερίτεχνον αυτών έκφρασιν τα του σώματος μέλη, πρόκεινται δε διαρκείς και ανεπίπλαστοι προς μελέτην τω βουλομένω..

Ουδέ είχον προς τούτο ανάγκην ν' αναδράμωσιν οι επί των τεχνών φιλοσοφούντες εις την αδαμιαίαν του ανθρωπίνου γένους κατάστασιν, ή να προσφεύγωσιν εκάστοτε προς τους αγρίους των απωτάτων χωρών κατοίκους όπως απαντήσωσι ψηλαφητά· και συγκεκριμένα τα στάδια εκείνα, δι' ων το πνεύμα, ως υπέδειξεν ο Schiller, άρχεται αποσπώμενον της ύλης, όπως δεσπόση ταύτης ολίγον κατ' ολίγον, διακοσμούν και συντάττον πρώτον μεν τα άμορφα στοιχεία του υλικού, είτα δε και τα αδιάτακτα συστατικά του ηθικού κόσμου. Προς μελέτην τούτων είχον εν ταις αυλαίς και τοις προδόμοις των οικιών τα ίδια εαυτών τέκνα, την παιδικήν εν γένει ηλικίαν, της οποίας αι πρώται ενέργειαι, όσω και αν ετροποποιήθησαν, διά μακράς κληρονομιάς ως προς τον ρυθμόν και την τάξιν, καθ' ην αναπτύσσονται ή εμφανίζονται, μένουσιν όμως ούσαι, ως προς την αξίαν και την φύσιν, αυταί αύται αι ενέργειαι του πρώτου, του άγριου έτι άνθρωπου, άνευ των οποίων ουδεμία πρόοδος προς ανθρωπισμόν ηδύνατο να γείνη. Το γεγονός τούτο απεπειράθημεν να πραγματευθώμεν άλλοτε γενικώς εν ιδίω πονήματι: Das Kinderspiel in Bezug auf Psychologie und Pædagogik, πρώτοι ημείς εξάραντες την μεγάλην σημασίαν των παιδικών ενεργειών υπό ταύτην την έποψιν. Ειδικώς ως προς τας αρχάς των τεχνών, η υπό του Καντίου και του Schiller αποδοθείσα αυταίς σημασία εγένετο ούτως αποδεκτή, ώστε ως και αυτός ο διαλεκτικώτατος των συγχρόνων καλολόγων Θεόδωρος Visher, ο και τον υλικόν ακόμη κόσμον ως αλλοίωσιν ή το άλλως είναι της Ιδέας αποδεχόμενος, δεν διστάζει να ομολογήση, ότι αι μιμητικαί παιδιαί είναι η προγύμνασις της φαντασίας εν τη δραματική τέχνη· ότι ποίησις, μουσική, χορός δεν ήσαν εν τη αρχή των ειμή μιμητικαί παιδιαί· ότι τα πρώτιστα δοκίμια της πλαστικής ήσαν κατ' ουσίαν τα αυτά με τας σημερινάς των παιδιών πλαγκόνας, και ότι αι αρχαί της ιχνογραφίας και της ζωγραφικής - αν και πολύ μεταγενέστεραι - ήσαν απλά παιγνίδια.»

Εν τούτοις ο Visher, συμφώνως προς τας αρχάς του Εγέλου, μέμφεται του Schiller, ως παραχθέντος υπό των ιδεών του Καντίου μέχρι τοσούτου, ώστε να ταυτίση με την παραγωγήν και την απόλαυσιν του καλού και την έννοιαν της παιδιάς, ήτις, λέγει, στερείται πάσης ιδανικότητος.

Αληθώς εν τοις προηγουμένοις απεφύγομεν επίτηδες να θίξωμεν εκείνας τας αξιώσεις της παρά Schiller παιδιάς, αίτινες, ουδέν κοινόν προς το ημέτερον θέμα έχουσαι, αξιούσι παρά των πρώτων ενεργειών του ανθρώπου πολύ πλέον, παρ' ό,τι η φύσις αυτών δύναται να περιέχη.

Επί του υπό του Καντίου υποδειχθέντος παραλληλισμού του παιδές και του τεχνίτου διέγραψεν ο Schiller εν ταις προς τον Δούκα του Holstein - Augustenburg επιστολαίς αυτού: Ueber die æsthetische Erziehung des Menschen: ολόκληρον σύστημα πρακτικής φιλοσοφίας. αλλά το διάγραμμα αυτού δεν επέτυχε σχηματικώς ει μη ένεκα της ελαστικότητος της γερμανικής γλώσσης, ήτις επέτρεψεν εις τον ποιητήν να δώση εις την λέξιν την σημαίνουσαν την προς το παίζειν έμφυτον τάσιν του ανθρώπου διττήν και λίαν διάφορον σημασίαν. Ο όρος Spieltrieb παρ' αυτώ δεν κείται μόνον εν τη γενικώς παραδεδεγμένη αυτού σημασία, τη ανωτέρω, αλλ' εβιάσθη να λάβη και μίαν άλλην, μόνον παρά Schiller απαντώσαν και μόνον εν τοις σχετικοίς των επιστολών εκείνων χωρίοις, εν οις σημαίνει μίαν τάσιν, κάλλιον ειπείν μίαν ισορροπίαν γεννωμένην δήθεν μεταξύ της εφέσεως του ανθρώπου προς την ύλην, και της εφέσεως αυτού προς το είδος ή την μορφήν, και μετέχουσαν επομένως εξ ίσου αμφοτέρων τούτων των εφέσεων, η εν αυτή ένωσις των οποίων αποτελεί την λεγομένην καλολογικήν διάθεσιν, εξ ης παράγει ο Schiller την τε φυσικήν και την ηθικήν του άνθρωπου ελευθερίαν, και χάριν της οποίας λέγει το παράδοξον εκείνο: «Ο άνθρωπος παίζει εκεί ένθα είναι εξ ολοκλήρου άνθρωπος - και είναι καθ' ολοκληρίαν άνθρωπος μόνον εκεί ένθα παίζει.»

Εν τούτοις υπό της πείρας δεν προσμαρτυρείται η ύπαρξις της μεσαίας εκείνης ψυχικής καταστάσεως, της παρά Schiller καλολογικής διαθέσεως· και το κατ' ιδέαν φιλοσοφικόν οικοδόμημα εκείνο του ποιητού καταρρέει, ευθύς ως λείψη η συνέχουσα τους αρμούς αυτού μαγική κλεις, η υποθετή εκείνη σημασία της προς το παίζειν φυσικής του ανθρώπου τάσεως.

Αλλά και αυτός ο Visher δεν μας παρουσιάζει την έννοιαν της παιδιάς άλλως, παρά όπως φαίνεται αυτώ ορωμένη διά των διόπτρων των φερουσών το χρώμα της ην πρεσβεύει φιλοσοφίας. Ο καλολόγος ούτος, όπου είναι ηναγκασμένος να σχετίση την φυσικήν και άπλαστον της παιδιας εμφάνισιν προς την τέχνην και τα προϊόντα αυτής, αποδίδει εις την πρώτην ενέργειαν του αβοήθητου επί γης ανθρώπου σημασίαν εξεζητημένην, υποβάλλων τας εκ των προτέρων και μετά πολλής τέχνης επί τη βάσει ενός φιλοσοφικού συστήματος επινοηθείσας εξηγήσεις εις την άπλαστον και αφελή συνείδησιν των πρώτων ανθρώπων και της παιδικής ηλικίας. Τούτο δε προδήλως διά να σωθή το κατ' ιδέαν εν ταις τέχναις, και ύστερον αφού απεδείχθη υπό της πείρας, και εγένετο παραδεκτόν, ότι αύται δεν γεννώνται το πρώτον ει μη ως παιδιαί.

Το άτοπον της τοιαύτης μεθόδου υπεδείξαμεν εν τω ανωτέρω μνημονευθέντι ημών έργω: Φιλοσοφικοί ορισμοί, επιτετηδευμέναι ερμηνείαι της προς το παίζειν τάσεως, όταν γίγνωνται μόνον προς σωτηρίαν των θεωρητικών αρχών, αφ' ων τις όρμαται εν ταις εαυτού ερεύναις, σκοτίζουσι μόνον την αλήθειαν και άγουσιν ημάς εις το να ζητώμεν ως απώτατατα προ των ποδών ημών κείμενα. Ό,τι προσμαρτυρείται υπό της πείρας καθ' εκάστην παρατηρούμενον είναι το εξής:

Έκαστον οργανικόν ον φέρει γεννώμενον εν τη εαυτού φύσει ιδίους τινάς τρόπους ενεργείας, διά μόνης της εξασκήσεως των οποίων γίνετ' αυτώ εφικτή η περαιτέρω ανάπτυξις, η εξασφάλισις δηλαδή της υπάρξεως μεθ' απάντων των ιδιαζόντων αυτώ σωματικών ή πνευματικών προσόντων. Πλείστα ζώα λ. χ. μόλις γεννηθώσιν, άρχονται εκτελούντα χρήσεις των μελών αυτών, κινήσεις, αστείας μεν και παιγνιώδεις ως προς ημάς τους θεωμένους, πολύπλοκους όμως και δύσκολους καθ' εαυτάς, και τόσω μάλλον σπουδαίας, ως προς αυτήν την φύσιν των ζώων, καθ' όσον μόνον διά των τοιούτων κινήσεων επιτυγχάνεται η έγκαιρος επί των μελών αυτών κυριότης και κατορθούται το ασφαλές και το σκόπιμον της χρήσεως αυτών, εξ ης και μόνης πάλιν εξαρτάται αυτή η ύπαρξις των ζώων: Αστεία μάς φαίνονται τ' απροσδόκητα και άσκοπα σκιρτήματα των εριφίων, ίδια των νεβρών της ελάφου, της δορκάδος και εν γένει των αιγάγρων, διότι εμφανίζονται ημίν άνευ των προκαλουσών αυτά εσωτερικών καταστάσεων, ή φυσιολογικών διεγέρσεων του ζώου, και διότι προ του χαρίεντος ή παραδόξου των κινήσεων εκείνων λησμονούμεν, ότι η φύσις εξήρτησε την εν τη ζωή σωτηρίαν των τοιούτων ζώων προ πάντων εκ της προς την φυγήν ετοιμότητος και της ταχυποδίας. Επίσης κωμικώταται φαίνονται, και μέχρι γελώτων κινούσι και αυτούς τους σοβαρωτέρους τα σκιρτήματα και αι κινήσεις, τας όποιας εκτελούσιν οι σκύλακες και οι σκύμνοι των γαλεωειδών εν γένει, οσάκις την δράσιν αυτών ερεθίζει ευκίνητον και ευχείριστον αυτοίς αντικείμενον. Εάν όμως εσυλλογιζόμεθα, ότι το εις τοιαύτην τινά τάξιν ανήκον ζώον, το οποίον δεν θα είχε την έμφυτον ικανότητα να διατίθηται εσωτερικώς υπό της όψεως ευκίνητων πραγμάτων ούτως, ώστε να μη δύναται μεν να ησυχάση, εάν δεν παρακολουθή τας κινήσεις αυτών διά των οφθαλμών και των ποδών αυτού, να ευχαριστήται δε ψηλαφούν και λαμβάνον αυτά διά του στόματος, και ότε ακόμη τρέφεται αποκλειστικώς διά του γάλακτος της μητρός του, εάν εσυλλογιζόμεθα, λέγω, ότι το τοιούτον ζώον θα ευρίσκετο μετά την απογαλάκτισιν, ανίκανον να παραμονεύση και κατόπτευση, να επιτεθή και συλλαβή και διακρατήση την λείαν, εξ ης εξαρτάται η ζωή αυτού, τότε αι προπαιδευτικαί εκείναι κινήσεις και τα άλματα και αι επιθέσεις κατά των αψύχων αντικειμένων θα μας εφαίνοντο κεκτημέναι πολύ διάφορον αξίαν, παρ' ό,τι συνήθως νομίζομεν.

Τας ως ανωτέρω περιγραφείσας κινήσεις των ζώων, επειδή γίνονται άνευ συνειδητής επιδιώξεως του σκοπού, προς ον συντελούσι, επιχειρούνται δε μόνον προς ίσορροπισμόν εσωτερικών ψυχικών η φυσιολογικών καταστάσεων, τας ονομάζομεν ανεξαιρέτως παιδιάς. Επίσης παιδιάς ονομάζομεν όχι μόνον τους μινυρισμούς του νηπίου, οσάκις προέρχονται εξ εσωτερικής αυτού ευχαριστήσεως, αλλά και τα αρκουδίσματα και τας ασκόπους κατά το φαινόμενον ψηλαφήσεις ή μεταθέσεις και μετατοπίσεις των περιστοιχούντων αυτό πραγμάτων, τας επ' αυτών ερεύνας, τας αλλοιώσεις, τας μεταβολάς, τας καταστροφάς αυτών, και παν είδος ενεργείας του παιδός, οσάκις δεν τω επιβάλλεται υπό φυσικής τίνος ανάγκης. Όπως καλούμεν παιδιάν εν γένει πάσαν ανθρωπίνην ενέργειαν, ήτις , προς ουδέν αποβλέπουσα σκοπόν πρακτικόν, μας τέρπει μόνον εν τη αλληλουχία των φάσεων αυτής. Όταν τις μολαταύτα αναλογίζηται, ότι διά των τοιούτων, και μόνον διά των τοιούτων ενεργειών του ανθρώπου, αποκτώνται μεν ως πλείσται αι μέλλουσαι ν' αποτελέσωσι τα στοιχεία του πνευματικού αυτού περιεχομένου εντυπώσεις, επιτυγχάνεται δ' ως τάχιστα η επεξεργασία αυτών, διά των μιμητικών λεγομένων παιδιών, και κατορθούται επί τέλους, διά των παιδιών της αμίλλης, η εξ ιδίων συμπλήρωσις και τελειοποίησις των συνδυασμών των παραστάσεων ενός εκάστου. Όταν τις αναλογίζηται, ότι επί της τριπλής, ταύτης εργασίας βασίζεται ολόκληρος η πνευματική του ανθρωπίνου γένους πρόοδος, και ότι άνευ των γνωστικών, των μιμητικών ή των συναγωνιστικών παιδιών, ο νέος άνθρωπος δεν θα είχε τίνι τρόπω να διάσωση από του εξ ατροφίας θανάτου την έμφυτον αυτώ τάσιν προς το ειδέναι, το μιμείσθαι και το αμιλλάσθαι. Όταν τις, λέγω, αναλογίζηται ταύτα πάντα, απορεί διατί αι παιδιαί να μη θεωρώνται ως η σπουδαιότερα επί γης εργασία του ανθρώπου, ή τουλάχιστον να μη έχωσι την αυτήν ακριβώς ψυχολογικήν αξίαν και εκτίμησιν, την οποίαν έχει πάσα πρακτική ή θεωρητική ενασχόλησις.

Δεν είναι του παρόντος να ενδιατρίψωμεν επί των λόγων, δι' ους παρεγνωρίσθη η παιδιά παρά τοις νεωτέροις έθνεσιν.

Άξιον παρατηρήσεως ευρίσκομεν μόνον, ότι, ενώ πάντες σχεδόν οι λαοί ωνόμασαν τας παιδιάς ούτως, ώστε εν τοις ονόμασι να συνεξυπακούηται η προς το έργον αντίθεσις αυτών, μόνον το Ελληνικόν πνεύμα, διορατικώτερον των της φύσεως μυστηρίων, εσχέτισε το όνομα των τοιούτων ημών ενασχολήσεων προς την εις ην φυσικώς ανήκουσιν ηλικίαν, αποφυγόν τοιουτοτρόπως την μεγάλην παρεξήγησιν. Παιδιά διά τον Έλληνα είναι η φυσική ενασχόλησις του παιδίου, όπως παίζειν είναι το παιδιακίζειν, φέρεσθαι δηλ. ή πράττειν όπως τα παιδία. Επομένως η έννοια του παίζειν δεν ποιεί αντίθεσιν προς την του εργάζεσθαι, ει μη καθ' όσον αι υπό των δύο τούτων ρημάτων σημαινόμεναι ενέργειαι εκδηλούνται φυσικώς και προ πάντων ως αλληλοδιαδοχικαί φάσεις μιας και της αυτής πνευματικής δυνάμεως εν τη χρονική του βίου εξελίξει. Η παιδιά έχει φυσικώς προς το έργον ως η άωρος προς την ώριμον ηλικίαν. Όπως δ' η παιδική ηλικία είναι η αναγκαία και αναπόφευκτος οδός, δι' ης ο άνθρωπος προχωρεί προς την ανδρότητα, ούτως η παιδιά είναι η μόνη προβιβαστική προς πρακτικόν έργον ενασχόλησις. Μόνον υπό τοιαύτην εποψιν εκτιμών αυτήν ο Πλάτων εν τη Πολιτεία θεωρεί την χρησιμοποίησιν αυτης αναγκαίαν προς παρασκευήν πολιτών, οίους αυτός τους επεθύμει· και μόνον υπό ταύτην αυτής την έποψιν σχετιζόμενη προς τας τέχνας, ως πρώτη αυτών αρχή, κατ' ουδέν υποβιβάζει αυτάς από του θεσπέσιου ύψους, εις δ ανήλθον διά των αιώνων: Αφού πάσα πρακτική και σκόπιμος ενασχόλησις, ως απόρροια της αρχικώς πνευματικής και ηθικής του ανθρώπου φύσεως, δεν προβάλλει εις το μέσον τελεία και πάνοπλος, ως τις Αθηνά εκ του κρανίου του Διός, αλλά διανύει κατ' ανάγκην τα αντίστοιχα εις την ψυχικήν και σωματικήν ωριμότητα του ανθρώπου στάδια, εννοείται ότι και αι τέχναι.

Από του σημείου τούτου δυνάμεθα τώρα ν' αναλάβωμεν τας ημετέρας ερεύνας, ζητούντες την αρχήν των τεχνών εν ταις φυσικαίς τάσεσι της παιδικής του ανθρώπου ηλικίας, χωρίς τίνος φόβου μήπως παρεξηγηθώμεν.

Η προς το καλλωπίζεσθαι τάσις, εις ην κυρίως ο Schiller ανήγαγε την πρώτην παραγωγήν του καλού, δεν φαίνεται σήμερον πλέον, τουλάχιστον παρά τοις πεπολιτισμένοις λαοίς, ούτε λίαν ζωηρά, ούτε συντείνουσα πως προς ανάπτυξιν καλλιτεχνικών διαθέσεων παρά τοις παιδίοις. Προ αμνημονεύτων ήδη χρόνων η θεραπεία της γονίμου ίσως άλλοτε ταύτης κλίσεως ανετέθη εις την αποκλειστικήν μελέτην και την κερδοσκοπικήν εκμετάλλευσιν διαφόρων βιομηχανιών, η σημερινή των οποίων διαμόρφωσις ούδ' ενθυμίζει καν πλέον την εκ φυσικής τινός ροπής αρχικήν αυτών γένεσιν. Έπειτα η κακώς εννοούμενη στοργή των γονέων υπερφορτίζουσα τας παιδικάς αισθήσεις διά πληκτικής περίσσειας καλλωπισμάτων, συνεργεί, προ πάντων εν ταις πόλεσι, προς ολοτελή εξάμβλωσιν της εμφύτου προς το καλλωπίζεσθαι τάσεως των παίδων: Ο υπερμέτρως περιποικιλόμενος παις δεν αισθάνεται πλέον κλίσιν να καλλωπίση αυτός εαυτόν δι' αυτοποιήτου τινός καλού, όπως ο συνηθίσας να τρώγη υπερκόρως αποβάλλει επί τέλους την έμφυτον ικανότητα του αισθάνεσθαι φυσικήν προς το φαγείν όρεξιν. Διά τούτο ίσως ο Vischer όχι μόνον το δράμα, αλλά και πάσας σχεδόν τας λοιπάς τέχνας τας παράγει εκ της μιμητικής του ανθρώπου κλίσεως.

Η κλίσις αύτη ανέκαθεν διετέλεσεν ούσα το φυσικόν ελατήριον παντοίων αρετών και δεξιοτήτων του ανθρώπου: Αι επ' άπειρον ποικίλουσαι των μελών ημών κινήσεις, η χρήσις των φωνητικών ημών οργάνων προς καταρτισμόν έναρθρου λόγου δεν επιτυγχάνεται κυρίως τόσον ενωρίς ει μη διά της προς μίμησιν τάσεως. Τα πρώτα οικοδομητικά δοκίμια της παιδικής ημών ηλικίας, τα εκ κηρού ανδρεικέλια, τα επί πινακίδων διά του πετροκονδύλου χαραττόμενα ιχνογραφήματα ήσαν ως επί το πλείστον μιμήσεις των κατορθωμάτων δεξιωτέρου συμπαίκτορος ή συμμαθητού μας.

Κατά πόσον οι σημερινοί παίδες εν τοις ιχνογραφικοίς αυτών δοκιμίοις αποπειρώνται να μιμηθώσι τας εικόνας αυτών τούτων των εξωτερικών αντικειμένων μάλλον, παρά τας οποίας έτυχε να γνωρίσωσι πως μιμήσεις των εικόνων τούτων, είναι δύσκολον να ορισθή εκάστοτε. Εάν, και όπου συμβαίνει το πρώτον μαρτυρεί αναμφιλέκτως έκτακτον αντιληπτικήν δύναμιν και εξαίρετον ευφυίαν προς εκτέλεσιν: Προτερήματα, τα όποια ημείς τουλάχιστον δεν έτυχε να εύρωμεν εν ταις μέχρι τούδε παρατηρήσεσιν ημών επί παιδιών τριών μέχρις οκτώ ετών, είτε εξ απλής ατυχίας, είτε πολλώ μάλλον διά ψυχολογικούς λόγους, κείμενους εν αυτή τη φύσει της ζωγραφικής ιδιοφυίας. Ό,τι πας άνθρωπος δύναται να παρατήρηση παρά τοις μικροίς ιχνογράφοις είναι τα εξής: Πρώτον: Εικόνες των αυτών αντικειμένων, γραφόμεναι υπό παιδιών της αυτής περίπου ηλικίας αλλά διαφόρων χωρών και εθνικοτήτων και εποχών ακόμη, φέρουσι πάντοτε τον αυτον τύπον, ο οποίος, όσω αυθαίρετος και αν φαίνεται, χρεωστεί όμως τον λόγον της γενέσεως αυτού κατά μέγα μέρος εις την εξωτερικήν εμφάνισιν των εικονιζόμενων, ούτως ώστε αι εικονικαί των παιδίων παραστάσεις είναι τρόπον τινά κοινή συνθηματική της ανθρωπότητος γλώσσα. Λεπτομέρειας τινάς επί του φαινομένου τούτου θα γνωρίσωμεν ίσως αργότερον. Δεύτερον όμως παρατηρεί τις ότι ιχνογραφούντα παιδία ουδέποτε σχεδόν προσβλέπουσι προς το ιχνογραφούμενον αντικείμενον, επί τω σκοπώ ακριβούς απεικονίσεως. Εάν ερωτήσητε τον παίδα διατί δεν προσβλέπει προς το αντικείμενον, όπως το απεικόνιση ακριβώς, θα σας απάντηση «διότι ειξεύρει πώς γίνεται». Τουτέστι: διότι έμαθε πώς γράφουν τα παιδία ένα άνθρωπον, ένα ίππον, μίαν οικίαν, κτλ. ουχί την φύσιν απεικονίζοντα, αλλά τον μόνον εις την κατ' άμφω ανάπτυξιν αυτών εφικτόν, και διά τούτο εκ παραδόσεως κοινόν παρ' αυτοίς τύπον ενός εκάστου αντικειμένου απομιμούμενα.

Κατά ταύτα λοιπόν θα έλεγέ τις ότι η προς μίμησιν τάσις των παιδιών επαναλαμβάνει μεν απλώς τα υπάρχοντα ήδη στοιχεία του καλού ουδέν όμως καινόν παράγει εκ του μηδενός· και επομένως χρησιμεύει μόνον προς την δι' ασκήσεως τελειοποίησιν της του καλού παραγωγής και ουχί προς παραγωγήν αυτού τούτου. Όπως ποτ' αν η, ο πρώτος τουλάχιστον άνθρωπος, μηδέν έχων προς τούτο προηγούμενον, εμιμήθη βεβαίως αυτήν ταύτην την εξωτερικήν φύσιν. Και διά τούτο, νομίζομεν, η μίμησις τούτου δεν ήτο απλή προγύμνασις, ως την χαρακτηρίζει που ο Vischer, αλλ' αυτό δη τούτο παραγωγή της τέχνης: Οι άνθρωποι δεν προγυμναζόμεθα ει μη προς επίτευξιν τελειοτήτων, των οποίων όχι μόνον παραδείγματα σαφή κατέχομεν, αλλά και την μέθοδον γνωρίζομεν, ή τουλάχιστον τα μέσα, δι' ων αι τελειότητες εκείναι κατωρθώθησαν υπό άλλων. Ομολογούμεν ότι ο ιχνογραφών παις, αν και δεν γνωρίζει την των εικαστικών τεχνών ύπαρξιν, ως τοιούτων, ουχ ήττον γυμνάζεται. Αλλά γυμνάζεται ουχί ορμεμφύτως, άνευ δηλαδή σκοπού και άνευ γνώσεως των προς αυτόν αγόντων μέσων. Το επί της πινακίδος αυτού εσκυμμένον παιδίον, εν τη σιωπηλή, τη αστείως σοβαρά αυτού ενασχολήσει φιλοτιμείται να κατορθώση, ό,τι είδε ποιούντα τινα των δεξιωτέρων συμμαθητών του. Και φιλοτιμείται να ποιήση το αυτό, καθ' ην αντελήφθη μέθοδον και δι'ων εγνώρισε μέσων. Η φυσική προς άμιλλαν κλίσις, τόσω στενώς συνδεδεμένη μετά της μιμητικής, υπεκκαίει τον ζήλον του παιδίου και εθίζει αυτό προς θάρρος και καρτερίαν. Μόνον όστις δεν έχει αφορμήν προς άμιλλαν και δεν έχει να μιμηθή διά της χειρός άλλο παρά τας εν τη ίδια αυτού συνειδήσει εικόνας, μόνον εκείνος άγεται προς παραγωγήν της τέχνης υπό της καθ' αυτό φυσικής προς μίμησιν κλίσεως. Εφ' όσον δε τοιούτον τινα πρωτογενή τεχνίτην δεν ευρίσκομεν μεταξύ των ημετέρων παιδιών, υποθέτομεν ότι επιτρέπεται να ανάγωμεν την εμφάνισιν αυτού την αρχικήν μεταξύ των πρώτων ανθρώπων, τόσω δικαιότερον, καθ' όσον, όσω μάλλον προχωρούμεν προς την αρχαιότητα, τόσω μάλλον η τε αντίληψις και η έκφρασις του καλού φέρει ακριβώς εκείνον τον γενικόν και στοιχειώδη τύπον, ον παρατηρούμεν καθ' εκάστην εν τοις παιδικοίς δημιουργήμασιν. Έτερος λόγος δικαιολογητικός της τοιαύτης υποθέσεως είναι όμως και το γεγονός, ότι ξόανα και ζωγραφήματα θρησκευτικά νομαδικών, αγρίων λαών, άτινα παρ' αυτοίς θεωρούνται ως το άκρον άωτον της τέχνης, ουδόλως διαφέρουσι των απεικονιστικών δοκιμίων των ημετέρων παίδων. Όπου υπάρχει τις διαφορά επί τα κρείττω, αύτη πρέπει, νομίζομεν, ν' αποδοθή ουχί εις ακριβεστέραν τιν' αντίληψιν του εν αγρίοις καλλιτέχνου, αλλ' εις το πλέον της σωματικής αυτού ρώμης, δι' ης ευκολώτερον κατορθούται η επί της ύλης υπερίσχυσις. Όπου η ποσοτική αύτη διαφορά εξισούται διά της χρήσεως υλικού μηδεμίαν παρέχοντος εις την σωματικήν του παιδός αδυναμίαν αντίστασιν, εκεί ο παίζων παις αναδεικνύεται καλλιτέχνης τελειότερος, του εξ επαγγέλματος τοιούτου παρά τοις ιθαγενέσι της Αμερικής ή της Πολυνησίας. Τα διά χιόνος πλαττόμενα ανδρείκελα υπό των παιδιών της βορείου Ευρώπης λ. χ. είναι καλλιτεχνικώτερα πολλών υπό των αγρίων λαών του νέου κόσμου λατρευομένων ξοάνων, των εν τοις εθνολογικοίς μουσείοις των Παρισίων και του Λονδίνου εκτεθειμένων.

Η τελική αύτη των εικαστικών τεχνών αναγωγή εις την πρώτην εκδήλωσιν μιας κοινής τοις ανθρώποις κλίσεως, της μιμητικής, - εις ην, ως θα ίδωμεν εν τη επομένη πραγματεία, και αι λοιπαί των τεχνών ανάγονται - επαναφέρει ημάς φυσικώς εις το σημείον, εφ' ου κατελήξαμεν εν ταις ζητήσεσι της προηγουμένης ημών μελέτης. Αναλαμβάνομεν λοιπόν εντεύθεν τον εκεί διακοπέντα μίτον, επιχειρούντες να αναλύσωμεν το φαινόμενον των κλίσεων εις τα ψυχολογικά αυτού στοιχεία. Διά της αναλύσεως ταύτης όχι μόνον τα περί πνευματικών ιδιοφυϊών συμπληρούμεν, αλλά και τας παρούσας ζητήσεις συνεχίζομεν, από της εξωτερικής εις την εσωτερικήν ιστορίαν της των τεχνών γενέσεως εισχωρούντες.

Ως ψυχολογικόν φαινόμενον πάσα κλίσις δεν εμφανίζεται κυρίως, ει μη «ως ποια τις εσωτερική κατάστασις, εν τη φύσει της οποίας έγκειται η επιθυμία προς ικανοποίησιν αυτής, αν και δεν γνωρίζει ακόμη ούτε τον τελικόν τύπον, υφ' ον η ποθούμενη ικανοποίησις θα επήρχετο, ούτε τα μέσα, δι' ων ο τύπος ούτος θα επετυγχάνετο». Κατ' ουσίαν άρα τα ψυχολογικά ταύτα φαινόμενα, είτε κλίσεις είτε ροπαί είτε τάσεις ονομάζονται, μικρόν διαφέρουσι των φυσικών ορμών, υφ' ων παραδεχόμεθα ότι ελαύνονται τα ζώα εν γένει προς διαφόρους ενεργείας. Διά τούτο ίσως και η γερμανική επιστήμη δεν καθιέρωσε χωριστόν διά τας κλίσεις των ανθρώπων όρον, αλλά προσδιορίζει μόνον εκάστην εξ αυτών διά του αργότερον γνωριζομένου τύπου της των μέσων χρήσεως, δι' ων επιτυγχάνεται η ικανοποίησις μιας εκάστης.

Διότι όπως εν ταις ορμαίς ούτω και εν ταις κλίσεσι, μετά μακράν η βραχείαν πλάνην, ευρίσκονται τα μέσα και ο τύπος, υφ' ον η ποθούμενη εκείνη ικανοποίησις επιτυγχάνεται. Όταν δε μετά της αρχικής καταστάσεως συνδεθή η παράστασις της δράσεως, δι' ης επετεύχθη η ικανοποίησις αυτής, τότε κυρίως προέρχεται η κλίσις η προς ωρισμένον πλέον τύπον ενεργείας φέρουσα. Η μόνη σημειωτέα διαφορά μεταξύ των ορμών, υφ' ων ελαύνονται τα έμψυχα εν γένει, και των κλίσεων, καθ' ας οι άνθρωποι ενεργούσι, συνίσταται, νομίζομεν, εις το ότι, ενώ αι ορμαί παρουσιάζονται υπό τον τύπον σωματικών συναισθημάτων, και δη συναισθημάτων δυσάρεστου τινός ανησυχίας, διαφόρους αντανακλαστικάς κινήσεις συνεπαγόμενης, η ψυχική κατάστασις, υφ' ην πρώτον εκδηλούται μία κλίσις φέρει τον τύπον των πνευματικών συναισθημάτων, άτινα χρησιμεύουσι τη ψυχή ως διεγέρσεις μιμητικάς προκαλούσαι κινήσεις.

Αλλά πώς! θ' αναφωνήσωσι τίνες ενταύθα. Αποδίδεις εις πνευματικά συναισθήματα την δύναμιν του να διεγείρωσιν ημάς προς σωματικάς κινήσεις

Ομολογούμεν, ότι η εφ' ης στηριζόμεθα ψυχολογική θεωρία γνωρίζει τα συναισθήματα, μάλιστα τα πνευματικά, ως απλὰς και ηρέμους της ψυχής καταστάσεις, εξ ων ουδεμία κίνησις φαίνεται δικαιολογουμένη. Αλλ' έκτος ότι έχομεν ουκ ολίγα παραδείγματα πείρας, εν οις τα συναισθήματα συνορεύουσι προς τας αψικαρδίας μέχρι συγχύσεως αυτών μετ' εκείνων, υπενθυμίζομεν, ότι ενταύθα κυρίως δεν πρόκειται ει μη περί συναισθημάτων, τα οποία λαμβάνομεν διά των αντικειμενικωτέρων αισθήσεων, της ακοής και της οράσεως: Είναι γνωστόν πόσον ζωηρώς διατίθενται, πόσον κινούνται οι άγριοι και τα νήπια υπό των χρωμάτων και των ήχων, των αναλόγων προς τας αισθήσεις αυτών. Εάν ημείς υπό το κράτος των αυτών απλών παραστάσεων φαινόμεθα διατελούντες απαθείς, τούτο βεβαίως συμβαίνει διότι εν τω ενδελεχεί περί υπάρξεως αγώνι, είμεθα υποχρεωμένοι να εφιστώμεν την προσοχήν ημών εις την άξίαν, ην αι παραστάσεις έχουσιν ως προς τους βιωτικούς ημών σκοπούς μάλλον, παρά εις τα δι' αυτών προσγιγνόμενα ημίν συναισθήματα. Αι βιωτικαί ανάγκαι εσκλήρυναν, επόρωσαν την καρδίαν του πεπολιτισμένου ανθρώπου και κατέστησαν αυτόν απαθή πλέον προς τοιαύτας στοιχειώδεις διαθέσεις. Παρατηρεί τις όμως συνεχώς χαρακτήρας, ή κυρίως ειπείν κράσεις τινάς, και εν αυτή τη μεμορφωμένη κοινωνία κεκτημένας μεγίστην ευχέρειαν εις το να συνδέωσι τάχιστα μετά των εσωτερικών αυτών καταστάσεων εξωτερικάς ενεργείας και πράξεις. Κατά την τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν τα κινούντα τον άνθρωπον δεν είναι ει μη ηθικά συναισθήματα.

Δεν βλέπομεν λοιπόν τον λόγον διατί τα καλολογικά συναισθήματα, παρά τω πρωτογενεί μάλιστα ανθρώπω, θα ηδυνάτουν να χρησιμεύσωσι και αυτά ως ελατήρια κινήσεων, εν τη μορφή και τω αποτελέσματι των οποίων να ενέκειτο ο ισορροπισμός των ούτω δημιουργηθεισών εσωτερικών αυτού καταστάσεων.

Τον τύπον, υφ' ον τούτο θα συνέβαινε, νοούμεν περίπου ως εξής:

Ευνοϊκή τις σχέσις μεταξύ διαφόρων συγχρόνων εντυπώσεων ή παραστάσεων προκαλεί εν τω ανθρώπω την γένεσιν του καλολογικού συναισθήματος· το συναίσθημα τούτο, όσω και αν διαφέρη των σωματικών κατά τον τόνον, δημιουργεί όμως τη ψυχή, ως διάθεσις αυτής της ιδίας, ζωηράν τινα όρεξιν προς κινήσεις, αίτινες ουδέν άλλο ούσαι ή μιμητικαί των εξ ων το συναίσθημα παραστάσεων και των μεταξύ αυτών σχέσεων, ενέχουσιν εν τη πραγματική αυτών εκτελέσει την ικανοποίησιν της ορέξεως εκείνης. Τοιουτοτρόπως η ικανοποίησις εν ταις κλίσεσι δεν πραγματοποιείται, ως εν ταις ορμαίς των ζώων, διά της φυσικής εκμηδενίσεως των προκαλουσών αυτάς εσωτερικών καταστάσεων, αλλά διά της εκφράσεως των σχέσεων, εις ας οφείλεται η γένεσις του προκαλούντος αυτάς συναισθήματος. Η άρσις αυτών εν τω υποκειμενικώ είναι κυρίως θέσις των αυτών εν τω αντικειμενικώ κόσμω, είναι η αισθητή αυτών γένεσις, η αντικειμενική αυτών ύπαρξις. Ευνοητότεροι θα γείνωμεν διά του εξής γνωστού παραδείγματος:

Οσάκις εξερχόμεθα εκ μουσικής συμφωνίας, σχέσεις τινές τόνων, ας ηκούσαμεν, εξέχουσαι εν τη συνειδήσει ημών ως εκ τε της ποιότητος και της αξίας των δι' αυτών προσγεγενημένων ημίν καλολογικών συναισθημάτων, επαναλαμβάνονται υφ' ημών ανεπαισθήτως σχεδόν και χωρίς να το θέλωμεν. Ζωηροί και ευαίσθητοι άνθρωποι, εάν χάριν ευπρεπείας εν τοις ήθεσιν, αναγκασθώσι να παρακωλύσωσι την έκφρασιν των τονικών εκείνων σχέσεων, αισθάνονται τόσην εσωτερικήν στενοχωρίαν, ώστε προσφεύγουσιν εις διαφόρους κολαστικάς μεθόδους, σκοπός των ποίων είναι να ικανοποιήσωσι μεν τας αξιώσεις της εθιμοταξίας, να άρωσιν όμως και την εσωτερικήν εκείνην στενοχωρίαν, παραχωρούσαι τινα διέξοδον εις το κεκινημένον της ψυχής περιεχόμενον: Οι ακρατέστεροι υποτονθορύζουσιν αρκετά ευκρινώς τας μελωδίας· οι εγκρατείς εαυτών συρίττουσιν υποκώφως. Οι εγκρατέστεροι επαναλαμβάνουσι το μέλος κατά νουν, εκφράζοντες μόνον την βάσιν, ήγουν τον ρυθμόν αυτού διά βωβών κινήσεων.

Προσθέτομεν ενταύθα, ότι η διά τοιούτων εκδηλώσεων αισθητή επανάληψις των εν τη συνειδήσει τονικών εκείνων σχέσεων, διάφορος παρ' ενί εκάστω ως προς τον βαθμόν της ακριβείας, ήτις δεν ειμπορεί παρά να ήναι πάντοτε ανάλογος προς την αντιληπτικότητα και την τεχνικήν δεξιότητα των εκτελούντων, ικανοποιεί όμως πάντας, εξίσου κατορθούσα την εσωτερικήν ανακούφισιν· προφανώς διότι αιτία της γενέσεως των σχετικών κινήσεων εν παρομοίαις περιστάσεσιν είναι ουχί προμεμελετημένη τις απόφασις προς ακριβή απομίμησιν ενός μέρους της ακουσθείσης μουσικής, αλλ' απλώς μία δι' αυτού προκληθείσα εν τη ψυχή όρεξις προς ισορροπισμόν των συγκεκινημένων αυτής καταστάσεων, συνεπαγόμενη αναγκαίως την εκ της οικονομίας του φυσιολογικού ημών οργανισμού απορρέουσαν διέγερσιν των κινητικών του φωνητικού μηχανισμού νεύρων, τα οποία εξοχετεύουσι τώρα την εσωτερικήν πληθώραν διά της οδού των μιμητικών κινήσεων. Τουτ' αυτό συμβαίνει κατά την αντίληψιν παντός καλού οίας δήποτε κλάσεως. Διό και, από του Πλάτωνος μέχρι του Charles Lévêque, δεν έλειψαν οι πιστεύοντες, ότι το καλόν, όχι μόνον ρυθμίζει προς την εαυτού τάξιν και αρμονίαν τας πράξεις και τους χαρακτήρας των περί αυτό σπουδαζόντων, αλλά και γονιμοποιον εξασκεί δύναμιν επί της φαντασίας των αντιλαμβανόμενων, ων αι ψυχαί - κατά την της σχολής ταύτης φρασεολογίαν - ωδίνουσιν ως αι κυοφορούσαι και παράγεται κατά συνέπειαν το καλόν υπ' αυτών ως γεννώνται εν τω φυσικώ κόσμω οι καρποί των ερώτων. Και ναι μεν η εύκολος αύτη θεωρία δεν προσμαρτυρείται δυστυχώς υπό της πείρας ούτως, ώστε οι μεν επιστάται των δημοσίων πινακοθηκών, ως εκ της συχνής αυτών προς τας εικόνας προσβλέψεως ν' αποβαίνωσι σύν τω χρόνω τελειότατοι ζωγράφοι, οι δ' υποκριταί μουσικών και δραματικών έργων άριστοι δραματουργοί και μελογράφοι, πιστοποιούσιν όμως οι Πλατωνικοί το ανωτέρω υφ' ημών περιγραφέν ψυχολογικόν φαινόμενον, εκ της παρεξηγήσεως, κάλλιον ειπείν της ευρυτέρας ερμηνείας του οποίου προήλθον αι μεταφορικαί αυτών εκφράσεις. Αληθώς αισθητήν αυτού ανάλογον συνέπειαν γνωρίζομεν, ουχί την γένεσιν των ιδιοφυϊών, αλλά μόνον το γεγονός ότι ευαίσθητοι νέοι και οπωσούν της γλώσσης εγκρατείς, αμέσως μετά την ανάγνωσιν ποιητικών τίνων έργων, αισθάνονται ακάθεκτον εν εαυτοίς κλίσιν προς το ποιείν - ως οι εξερχόμενοι του θεάτρου προς το άδειν - και αποπειρώνται αληθώς και συνθέτουσιν οι μεν πλείω οι δε ελάσσονα στιχουργικά δοκίμια, η παραγωγή των οποίων προσπορίζει αυτοίς ούτως ηδέα συναισθήματα, ώστε επί πολύν χρόνον τρέφουσι προς αυτά οιαν αγάπην οι αληθείς καλλιτέχναι τρέφουσι προς τα εαυτών έργα. Επειδή δε, ως γνωστόν, τυφλούται το φιλούν περί το φιλούμενον, διά τούτο εν χώραις, οία η νέα Ελλάς, ένθα ούτε επίσημος κριτική εξασκείται, ούτε ποιητική τις αυθεντεία υπάρχει απόλυτον περιβεβλημένη κύρος, συμβαίνει να βλέπη τις από καιρού εις καιρόν και δημοσιευόμενα τα παρ' άλλοις έθνεσιν απόκρυφα ταύτα πνευματικά αναμηρυκήματα.

Εάν η σύνθεσις και κράσις των γραμμών και των χρωμάτων, εάν η επεξεργασία των στερεών υλών δεν ήτο πολύ δυσκολωτέρα του διά μακράς ασκήσεως αποκτωμένου χειρισμού της γλώσσης, βεβαίως θα είχομεν και γλυπτικά τοιαύτα και ζωγραφικά δοκίμια παρεργοτεχνούντων, πολύ πλείονα των όσα είδομεν εν τη πρώτη εντοπία καλλιτεχνική των Αθηνών εκθέσει που το μάθημα της ιχνογραφίας αποτελεί απαραίτητον στοιχείον γενικής μορφώσεως, εκεί βλέπει τις γιγνόμενον εν τη ζωγραφική, ό,τι παρ' ημίν εν τη ποιήσει: Πολλοί και πολλαί, ευκίνητοι υπό των σπανίων εν ταις μεγαλουπόλεσι καλλονών της ελευθέρας φύσεως, οσάκις τύχει να ευρεθώσι μεταξύ αυτών αισθάνονται ιδίαν τινά ηδονήν αντιγράφοντες όπως όπως τας καλάς χωριογραφίας· προφανώς διότι η ψυχολογική σημασία των παραγουσών το καλόν ενεργειών κείται εν αυτή αυτών τη εξασκήσει και ουχί εν τω τελικώ αποτελέσματι, όπερ διά τους ως ανωτέρω παρεργοτεχνούντας είναι ίσον τω μηδενί.

Αληθώς τα εν σελ. 16 υπό του Καντίου ειρημένα[1] φαίνονται ότι πρέπει να ειδικευθώσιν εις τούτο: ότι ο παις όστις γράφει και σβήνει επί της πινακίδος, ή επί της άμμου, τα σχήματα γνωστών αυτώ αντικειμένων, απολαμβάνει εκ της τοιαύτης αυτού ενασχολήσεως τα αυτά συναισθήματα ηδονής, τα οποία και ο άριστος των ζωγράφων, εφ' όσον εργάζεται ως αληθής καλλιτέχνης, εις μόνην δηλαδή την εσωτερικήν αυτού κλίσιν χαριζόμενος, και ουχί ως δημιουργός αποχειροβίωτος ανάγκα δουλεύων. Εάν, και όπου, προς τοις ειδικοίς καλλιτεχνικοίς συναισθήμασιν, απολαμβάνει ο καλλιτέχνης και μίαν σειράν ηθικών συναισθημάτων, προερχομένων τούτο μεν εκ της απονεμόμενης αυτώ τιμής εκ μέρους άλλων, τούτο δε εκ των προσγιγνομένων αυτώ υλικών ωφελειών, τα συναισθήματα ταύτα, άσχετα προς την καθ' αυτό φύσιν των τεχνών, και εις πάσαν συμπαρομαρτούντα ενέργειαν, της οποίας το αποτέλεσμα κέκτηται εν τη κοινή συνειδήσει σπουδαίαν αντικειμενικήν αξίαν, δεν δύνανται να θεωρηθώσιν ως ελατήρια συντείνοντα προς αρχικήν του καλού παραγωγήν.

Εις τους όσοι θα εμέμφοντο ημάς ίσως, ότι εν τη ανωτέρω εξηγήσει της του καλού γενέσεως, όχι μόνον την παρέμβασιν πάσης εξ ύψους αρωγής και επιπνοίας απεκλείσαμεν, αλλ' ουδέ πρωτοβουλίας τινός της ψυχής του πρώτου παραγαγόντος το καλόν εμνήσθημεν, παρατηρούμεν, ότι βούλησις άνευ συνηδητού τινός αντικειμένου, αναφορικώς προς το όποιον να ήναι αύτη βούλησις, δι' ημάς τουλάχιστον, φαίνεται αδύνατον πράγμα. Όπου δε το τεχνητόν καλόν δεν υπήρχεν ακόμη ουδ' εν τοις πρωτίστοις, τοις απλουστάτοις αυτού στοιχείοις, εκεί η ψυχή ουδέ λόγον τινά είχεν αποχρώντα, ίνα βουληθή αυτά ωρισμένως, ουδέ θα ήξευρεν, εν περιπτώσει βουλήσεως, τίνι τρόπω να πραγματοποίηση τούθ' όπερ βούλεται χωρίς να γνωρίζη. Διά τούτο εάν δεν θέλωμεν να επανέλθωμεν εις τας περί αναμνήσεως πλατωνικάς διδασκαλίας, καθ' ας αι ψυχαί εισέρχονται εις τον επί γης βίον, αφού αποφοιτήσωσιν από τε των θεωρητικών και των εμπειρικών του άλλου κόσμου σχολείων, ανάγκη να αρκεσθώμεν τούτο μόνον αξιούντες παρά της ψυχής, το όποιον και μόνον εν τοιαύταις περιπτώσεσιν ειξεύρει και δύναται να πράττη: Να επιδοκιμάζη δηλονότι, συμφώνως προς την εαυτής φύσιν εκτιμώσα τας προκαλούσας τα καλολογικά συναισθήματα παραστάσεις, και να μη κωλύη την γένεσιν των συμπαρομαρτουσών αυταίς κινήσεων, τας οποίας η θαυμαστή του Θεού πανσοφία εξήρτησε μεν εκ των ψυχικών καταστάσεων, ως εκ πρώτων αιτίων, ανέθηκεν όμως προς εκτέλεσιν εις μόνην την φυσιολογικήν οικονομίαν του ανθρωπίνου σώματος.

Επειδή δε εκ της τοιαύτης ή τοιαύτης υφής του φυσιολογικού οργανισμού των νευρικών του ανθρώπου κέντρων φαίνεται εξαρτώμενη όχι μόνον η προθυμία και η περί τας λεπτομέρειας ακρίβεια μεθ' ης άλλαι κινήσεις παρ' άλλων εκτελούνται, αλλά και η μικρά ή μεγάλη ευαισθησία προς τας έξωθεν εντυπώσεις, ως και η σαφής ή ασαφής αντίληψις των μεταξύ αυτών διαφορών, συμπληρούμεν, νομίζω, δεόντως τόσον ταύτην όσον και την προηγουμένην ημών μελέτην, εάν μνησθώμεν ενταύθα και των καθαρώς φυσιολογικών όρων, οίτινες, έμφυτοι όπως και αι πνευματικαί διαφοραί, συμβάλλουσιν αναγκαίως προς ανάδειξιν των ιδιοφυϊών, τροποποιούσαι αυτάς ουδέποτε μεν εν τη ουσία αλλ' ουχί σπανίως εν τη μορφή, υφ' ην εκδηλούνται και τω βαθμω της εντάσεως, εις ον εφικνούνται.

Και πρώτον μεν δέον να μνησθώμεν ενταύθα των λεγομένων κράσεων ή ιδιοσυγκρασιών, τας όποιας εν τω ανεπτυγμένω τουλάχιστον βίω της ανθρωπότητος - κληρονομούντες εισερχόμεθα εις τον κόσμον, προδιατεθειμένοι ν' αντιλαμβανώμεθα τας εξ αυτού διεγέρσεις οι μεν ταχύτερον και επιπολαιότερον, οι δε βραδύτερον και βαθύτερον και να ώμεν οι μεν επιρρεπείς προς ταύτας οι δε προς εκείνας τας θυμικάς διαθέσεις, οι μεν οξύτεροι και ασταθέστεροι, οι δε νωθρότεροι και ευσταθέστεροι εν ταις ημετέραις ενεργείαις. Αναφέρομεν όμως αυτάς ενταύθα ουχί ως δυναμένας να έχωσι κοινόν τι προς το ποιόν του ηθικού ημών χαρακτήρος, ουδέ ως συνδεουμένας προς ωρισμένους βαθμούς διανοητικών δυνάμεων. «Αι κράσεις, ως κοιναί τοις πάσιν ιδιότητες του ρυθμού και του τρόπου, καθ' ον αι εσωτερικαί ημών καταστάσεις εξελίσσονται, ούτε βαθμόν ούτε διεύθυνσίν τινα ωρισμένην της ημετέρας αναπτύξεως αποκλειστικώς προδιαγράφουσιν. Αλλά συνεπάγονται όμως ως προς τε την διάνοιαν και τον ηθικόν ημών χαρακτήρα συνθήκας και όρους διαφοροτρόπως συντείνοντας εις ευόδωσιν ή παρακώλυσιν της αναπτύξεως αυτών», και αύτη είναι η σημασία, ην έχουσιν ως προς το ημέτερον θέμα.

Δεύτερον δεν πρέπει να παρέλθωμεν εν σιγή την κατά φύλον διαφοράν των ανθρώπων, η οποία και αυτή έμφυτος τυγχάνουσα, διαφεύγει την κυριότητα της ημετέρας βουλήσεως. Γενική διαφορά, εκ του σωματικού οργανισμού του φύλου αυτών αιτιολογουμένη, είναι λ. χ. η παρά ταις γυναιξί παρατηρούμενη υπεραισθησία, «συνισταμένη κυρίως εν τη ευκολία , μεθ' ης αίσθητικαί διεγέρσεις ακτινοβολούνται παρ' αυταίς επί άλλων, ή προκαλούσιν αντανακλαστικάς κινήσεις επί μεγάλης εκτάσεως κινητικών νεύρων». Εκ του φαινομένου τούτου εξηγούσιν οι φυσιολόγοι την ιδιάζουσαν ταις γυναιξίν επιρρέπειαν προς το πτοείσθαι και καταπλήττεσθαι, προς τους σπασμούς κτλ. Αλλά η αυτή υπεραισθησία υφίσταται και ως προς τον ψυχικόν του ετέρου φύλου βίον. Φαίνεται, ότι «ο εγκέφαλος των γυναικών είναι ούτως ωργανισμένος, ώστε εντυπώσεις τινές, ενώ ως προς το ποιοτικόν αυτών περιεχόμενον εμποιούν επ' αυτού ασθενεστέραν αίσθησιν, προκαλούσιν όμως συναισθήματα ισχυρότερη ή παρά τοις ανδράσιν, και ότι η εξέλιξις των παραστάσεων αντιδρά ευκολώτερον και ισχυρότερον επί της ευερέθιστου των νεύρων ουσίας και προκαλεί ζωηροτέραν της φαντασίας κίνησιν, ρυθμιζομένην όμως ουχί τόσον υπό των μεταξύ του περιεχομένου των παραστάσεων, ως τοιούτων, υφισταμένων συγγενειών, αλλά πολλώ μάλλον υπό της συναισθήσεως της αξίας, ην αι παραστάσεις αύται έχουσιν ως προς το κεκτημένον αυτάς ευαίσθητον και ευσυγκίνητον υποκείμενον.»

Επειδή δε η εύκολος αύτη και μεγάλη «απόκλισις οργανικών ενεργειών από της φυσικής αυτών ισορροπίας καθίστησι την αξίαν των συντεινόντων προς διατήρησιν αυτής όρων επαισθητοτέραν εν ταις γυναιξί παρά εν οις αι μεταβολαί εν γένει συμβαίνουσι μετριώτεραι και σπανιώτεραι, διά τούτο έφεσις προς ησύχους αρμόνικας της καρδίας διαθέσεις, κλίσις προς καθαριότητα, κοσμιότητα και καλλωπισμόν, ευαισθησία προς συμμετρίας και τα τοιαύτα όχι μόνον έγκεινται εν τη φύσει του γυναικείου φύλου, αλλά προσιδιάζουσιν αυτώ και κατά πολύ μεγαλήτερον βαθμόν παρά εις τους άνδρας.»

Τελευταίον μνημονεύομεν ενταύθα την ροπήν, ην επόμενον είναι να εξασκώσιν ως προς τας ιδιοφυίας έκτακτοι τίνες ατομικαί αρεταί των κεντρικών αισθητικών οργάνων, συνιστάμεναι είτε εν τη κανονικωτέρα ύφη και τη λεπτότερα διακλαδώσει και διατάξει των ανηκόντων αυτοίς κυττάρων και ινών, είτε εν αυτώ τω ποιώ της ουσίας δι' ης οι νευρικοί ακρεμόνες διαβαίνουσιν, η εξ ης συνίστανται αυτοί τε και τα εν οις απολήγουσιν εγκεφαλικά μορφώματα: Επανειλημμένα ζωοτομικά πειράματα απέδειξαν αληθώς, ότι τα ραβδωτά λεγόμενα σώματα (corpora striata), οι οπτικοί θάλαμοι μετά του όπισθεν και υπ' αυτούς δισκελούς άδενος (glandula pinealis), το τετράλοφον, η γέφυρα και τίνες προς τα εγκεφαλικά ταύτα κέντρα γειτνιάζοντες πυρήνες εξ ινών και κυττάρων «αποτελούσι την τάξιν των οργάνων, εν οις οι εκ των αισθητηρίων αφικνούμενοι ερεθισμοί, τούτο μεν προς αλλήλους τούτο δε προς τας διεγέρσεις κινητηρίων νεύρων συνδυαζόμενοι, παράγουσι τας συνόψεις του χώρου και τας σκοπίμους κινήσεις.»

Δεν είναι λοιπόν απίθανον, ότι έμφυτοι διαφοραί των κεντρικωτάτων τούτων αισθητικών και κινητικών της ψυχής οργάνων συντελούσιν, ώστε οι κεκτημένοι αυτά να δέγωνται οξυτέρας ή οι άλλοι εντυπώσεις μιας ή και πλειόνων αισθήσεων, και να εκτιμώσιν ακριβέστερον και ευκολώτερον τας λεπτάς μεταξύ αυτών διαφοράς. Η περί την μουσικήν ορθοκρισία της ακοής, η οξεία περί τας διαφοράς των χρωμάτων αίσθησις είναι βεβαίως έμφυτος τοις ανθρώποις και κληροδοτείται ενίοτε εν μεγάλη τελειότητι από πατρός εις τέκνα. Επίσης η τελειότερα φύσις οργάνων συντελούντων προς αντίληψιν διαφόρων μορφών και σχέσεων συγκεκριμένων ή μη παράγει πιθανώς έμφυτους τεχνικάς αρετάς η δεξιότητας περί την μαθηματικήν χρήσιν διαφορωτάτων τύπων, ως μαρτυρούσιν ευάριθμα παραδείγματα κληρονομικής ιδιοφυίας περί την ζωγραφικήν και τας μαθηματικάς επιστήμας. Πλην πάντα ταύτα συντείνουσι μόνον ως όροι απαραίτητοι προς εξάσκησιν των ιδιοφυϊών, όπως ο οφθαλμός προς πραγματοποίησιν του οράν, η χειρ προς εκτέλεσιν των βουληθεισών υπό της ψυχής κινήσεων. Βεβαίως ο μελογράφος έχει ανάγκην ακουστικών οργάνων σφόδρα αντιληπτικών των μεταξύ των τόνων σχέσεων, και ο ζωγράφος δεν πρέπει να απατάται υπό ατελούς οράσεως ως προς τας σχέσεις των γραμμών και των χρωμάτων. Αλλά μόνοι οι όροι ούτοι δεν αποτελούσιν έτι ούτε την μουσικήν ούτε την ζωγραφικήν ιδιοφυΐαν. Πολλοί έχουσιν έμφυτον μουσικωτάτην ακοήν χωρίς να ήναι μουσικαί ιδιοφυίαι· πολλοί ομολογούνται έκτακτοι περί την αντίληψιν γραφικών ή πλαστικών σχέσεων, χωρίς να ήναι διά τούτο πλέον η ερασταί των εικαστικών τεχνών, και πλείστοι εξηκρίβωσαν απταίστως και τας λεπτοτάτας αρετάς ποιητικών αριστουργημάτων, χωρίς να ήσαν διά τούτο ποιητικοί συνθέται· όπως αφ' ετέρου έχομεν το αντίθετον γεγονός, ότι πλείστοι όσοι τυγχάνουσι δεξιώτατοι περί την εκτέλεσιν μουσικών συνθέσεων, άλλοι πάλιν άριστοι χρωματισταί ή λιθοξόοι εν καλλιτεχνικούς εργαστηρίοις, ή άμεμπτοι ως προς τους ρυθμούς και τα μετρα στιχουργοί, χωρίς διά τούτο να ήναι ούτε δημιουργοί ιδίων γραφικών ή πλαστικών συνθέσεων αξίων λόγου, ούτε αληθείς ποιηταί κατά την εύρεσιν και διασκευήν των θεμάτων. Ταύτα δε προφανώς, διότι τελειότητες οίαι αι ανωτέρω περιορίζονται μόνον εις ό,τι αφορά τα ειδικά έργα των οργάνων ων είσι τελειότητες: Να προσάγωσι δηλονότι το ακατέργαστον ποσόν των εντυπώσεων σαφές και ευκρινές κατά πάσας αυτών τας λεπτοτάτας διαφοράς ή να υπακούωσι προθύμως εις τας υπό ψυχικών καταστάσεων γεννωμένας αφορμάς, και εκτελώσιν ακριβέστερον εν ταις εσχάταις αυτών συνδυαστικαίς λεπτομερείαις τας κινήσεις, τας αναγκαίας προς ισορροπισμόν των προκαλουσών αυτάς ψυχικών καταστάσεων.

Αλλ' όπισθεν της τελειότητος των δεκτικών και μεταδοτικών εκείνων κέντρων, των καθ' εκάστην μεταβαλλόμενων εν ταις συστατικαίς αυτών ουσίαις, ανάγκη να υπάρχη και έν αμετάβλητον, ενιαίον υποκείμενον, το οποίον όχι μόνον να αντιλαμβάνηται, κατά την εαυτού φύσιν, αμειότους ως προς την ακρίβειαν των διαφορών αυτών, τας αντιστοίχους διεγέρσεις των εγκεφαλικών εκείνων οργάνων, αλλά και να διατίθηται διαφερόντως υπό τούτων μάλλον ή εκείνων των παραστάσεων, ειδικώτερον υπό ταύτης μάλλον ή εκείνης της επόψεως των αντικειμένων και των μεταξύ αυτών σχέσεων. Διότι εν τη συναισθητική μιας εκάστης των ψυχών ικανότητι κείται προδήλως ο λόγος δι' ον προτιμώμεν μίαν τάξιν παραστάσεων από μίαν άλλην, δι' ον έχομεν ταύτην μάλλον ή εκείνην την κλίσιν.

Όπου παρά τοις προϊστορικοίς ανθρώποις οργανικαί τελειότητες, οίαι αι ανωτέρω μνημονευθείσαι, ηδελφώθησαν μετά της αναλόγου ψυχικής ιδιοφυΐας ως προς την εκτίμησιν των παραστάσεων, εκεί η αντίστοιχος προς την ιδιοφυΐαν τέχνη ήρξατο διανύουσα τα εσωτερικά της αναπτύξεως αυτής στάδια, επί τη βάσει των γενικών νόμων, καθ' ους πάντα τα ψυχικά φαινόμενα αναπτύσσονται: Όσω ηδύτερον διετέθη ο άνθρωπος υπό τίνων εξαιρέτως εντυπώσεων, τόσω ασμενέστερον επανήλθεν εις αυτάς· όσω συχνότερον εδέχθη τας αυτάς εντυπώσεις, όσω μακρότερον διέτριψε περί αυτάς, τόσω ισχυρότεραι, τόσω σαφέστεραι απέβησαν αι εξ αυτών εναπομείνασαι παραστάσεις. Ισχυραί παραστάσεις συνεπήγαγον ισχυρά συναισθήματα ή θυμικάς καταστάσεις και αφορμάς κινήσεων, αι οποίαι, μετά μακράν ή βραχείαν πλάνην εδώ μεν καθώρισαν τους τελείους της μουσικής κλίμακος τόνους, εκεί δε την αντικειμενικήν μονιμοποίησιν των πρώτων και απλουστάτων του καλού στοιχείων, δηλαδή την απλότητα εν ταις σχέσεσι των παραστάσεων, το κανονικόν εν τη συνθέσει, το σύμμετρον εν τη διατάξει και ούτω καθ' έξης πάσας τας γνωστάς καλολογικάς σχέσεις, εις ας, ως εις πρώτας αυτού αρχάς, ανάγεται η ψυχολογική του καλού φύσις.

<references>

  1. Περιεχόμενο σελίδας 16: «Ο Κάντιος παραδέχεται συνήθειας ή έξεις των πνευματικών ημών δυνάμεων, ας αποκαλεί και φυσικόν αυτών παιγνίδιον· είδομεν δε, ότι οσάκις η εκ τίνος αντικειμένου προερχομένη ημίν εντύπωσις όχι μόνον δεν διαφωνεί προς το φυσικόν τούτο παιγνίδιον των πνευματικών ημών δυνάμεων, αλλά και άγει αυτάς προς ζωηράν έκφανσιν, των ενεργειών των, το διά τον λόγον τούτον γεννώμενον εν ημίν συναίσθημα ηδονής είναι αυτό τούτο το καλόν, πρό πάντων εάν το συναίσθημα ημών τούτο ήναι ανεξάρτητον παντός προσωπικού ενδιαφέροντος. Αλλά παρά τα καλά υπάρχει μία ολόκληρος τάξις ενεργειών, τας οποίας η ανθρωπότης ανέκαθεν στέργει, δι' ουδένα άλλον λόγον, ει μη διότι το δι' αυτών προκαλούμενον εν ημίν συναίσθημα ηδονής, απηλλαγμένον παντός άλλου ενδιαφέροντος, αιτίαν γενέσεως έχει την αυτήν των ενεργειών τούτων συμφωνίαν προς τας φυσικάς συνήθειας των πνευματικών ημών δυνάμεων. Τοιαύται ενέργειαι είναι αι σύμφυτοι τη ανθρωπίνη φύσει παιδιαί, υφ' απάσας τας μορφάς αυτών ουδέν άλλο σκοπούσαι παρά την ζωηράν έκφανσιν αυτού εκείνου του κατά Κάντιον φυσικού παιγνιδιού των πνευματικών του ανθρώπου δυνάμεων. Άρα η γενετική αιτία του καλού είναι η αυτή με την της παιδιάς, και ο ορισμός του πρώτου συμπίπτει μετά του της δευτέρας. Η σύμπτωσις αύτη όχι μόνον δεν διέλαθε τον φιλόσοφον της Κανιγσβέργης, αλλά και ετονίσθη παρ' αυτού: Όπως το παιδίον παίζει, αποβλέπον όχι εις πρακτικόν τι αποτέλεσμα, αλλ' απλώς καρπούμενον την εκ της ελευθέρας ενασχολήσεως των φυσικών και πνευματικών αυτού δυνάμεων ηδονήν, ούτως ο καλλιτέχνης την αμοιβήν αυτού εχει ουχί εν τω τελικώ της τέχνης αυτού προϊόντι, αλλ' εν τη ενεργεία ήτις το παράγει».