Χρήστης:Texniths/πρόχειρο

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προοίμιο[Επεξεργασία]

ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ ΟΤΙ ο λαός της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα:

  1. διακηρύσσει ότι είναι ένα κυρίαρχο έθνος που βασίζεται σε αρχές που αναγνωρίζουν την υπεροχή του Θεού, την αξιοπρέπεια και την αξία του ανθρώπου, το δικαίωμα όλων των προσώπων στα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες του ατόμου, τη θέση της οικογένειας σε μια κοινωνία ελεύθερων ανδρών και γυναικών και ελεύθερων θεσμών.
  2. σέβεται τις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης και, κατά συνέπεια, πιστεύει ότι η λειτουργία του οικονομικού τους συστήματος πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την κατανομή των υλικών πόρων της κοινότητάς του έτσι ώστε να εξυπηρετούν το κοινό καλό, να υπάρχουν επαρκή μέσα διαβίωσης για όλους, δεν θα πρέπει να εκμεταλλεύεται ή να αναγκάζεται από οικονομική αναγκαιότητα να λειτουργήσει σε απάνθρωπες συνθήκες, αλλά ότι πρέπει να υπάρχει ευκαιρία για πρόοδο με βάση την αναγνώριση της αξίας, της ικανότητας και της ακεραιότητας.
  3. επιβεβαιώνει την πεποίθησή του ότι η ευτυχία και η ευημερία του μπορεί να επιδιωχθεί καλύτερα σε μια δημοκρατική κοινωνία στην οποία όλα τα άτομα μπορούν, στο βαθμό της ικανότητάς τους, να διαδραματίσουν κάποιο ρόλο στον δημόσιο βίο.
  4. αναγνωρίζει ότι ο νόμος συμβολίζει τη συνείδηση ​​του κοινού, ότι κάθε πολίτης του οφείλει αδιαίρετη πίστη να μην περιορίζεται από τις ιδιωτικές απόψεις της δικαιοσύνης ή της σκοπιμότητας και ότι το κράτος υπόκειται στον νόμο.
  5. επιθυμεί τη δημιουργία ενός πλαισίου υπέρτατου δικαίου στο οποίο διασφαλίζονται τα απαράγραπτα ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες, μεταξύ των οποίων τα δικαιώματα στην ελευθερία, την περιουσία, την ασφάλεια και τη νομική αποκατάσταση των διαμαρτυριών, καθώς και την ελευθερία λόγου, του τύπου και του συνέρχεσθαι, υπό την επιφύλαξη μόνο του δημοσίου συμφέροντος:

ΠΛΕΟΝ, ΩΣ ΕΚ ΤΟΥΤΟΥ, οι ακόλουθες διατάξεις ισχύουν ως το Σύνταγμα της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα:

Κεφάλαιο I. Το κράτος και το Σύνταγμα[Επεξεργασία]

1. Το κράτος και το έδαφός του

  1. Η Αντίγκουα και η Μπαρμπούντα είναι ένα ενιαίο κυρίαρχο δημοκρατικό κράτος.
  2. Το έδαφος της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα περιλαμβάνει τα νησιά Αντίγκουα, Μπαρμπούντα και Ρεντόντα και όλες τις άλλες περιοχές που ανήκαν στην Αντίγκουα στις 31 Οκτωβρίου 1981, καθώς και άλλες περιοχές που μπορούν να δηλωθούν από Νόμο του Κοινοβουλίου ως μέρος της επικράτειας της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα.

2. Το Σύνταγμα ως υπέρτατος νόμος Το Σύνταγμα αυτό είναι ο ανώτατος νόμος της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα και, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος Συντάγματος, εάν οποιοσδήποτε άλλος νόμος είναι ασυμβίβαστος με το Σύνταγμα αυτό, το Σύνταγμα αυτό υπερισχύει και ο άλλος νόμος, στο βαθμό της ασυνέπειας, είναι άκυρος.

Κεφάλαιο II. Προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των ατόμων[Επεξεργασία]

3. Θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες του ατόμου Κάθε άτομο στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα δικαιούται τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες του ατόμου, δηλαδή το δικαίωμα, ανεξάρτητα από τη φυλή, τον τόπο καταγωγής, τις πολιτικές απόψεις ή τις πεποιθήσεις, το χρώμα, τη θρησκεία ή το φύλο, αλλά υπόκειται σε σεβασμό για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των άλλων και για το δημόσιο συμφέρον, ολοκληρωτικά και σε όλα τα ακόλουθα:

  1. η ζωή, η ελευθερία, η ασφάλεια του ατόμου, η απόλαυση της περιουσίας και η προστασία του νόμου.
  2. η ελευθερία συνείδησης, έκφρασης (συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας του τύπου) και της ειρηνικής συγκέντρωσης και διασύνδεσης, και
  3. η προστασία της οικογενειακής ζωής, της προσωπικής του ιδιωτικής ζωής, της ιδιωτικότητας της κατοικίας του και άλλων περιουσιακών στοιχείων και της στέρησης περιουσίας χωρίς δίκαιη αποζημίωση.

Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου ισχύουν για την προστασία των προαναφερθέντων δικαιωμάτων και ελευθεριών, με την επιφύλαξη των περιορισμών αυτής της προστασίας που περιέχονται στις διατάξεις αυτές, ως περιορισμών που αποσκοπούν στην εξασφάλιση της απόλαυσης των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών από κάθε άτομο και δεν προδικάζει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των άλλων ή το δημόσιο συμφέρον.

4. Προστασία του δικαιώματος στη ζωή

  1. Κανένα άτομο δεν στερείται τη ζωή του εκ προθέσεως εκτός από την εκτέλεση ποινής δικαστηρίου για εγκλήματα προδοσίας ή δολοφονίας για τα οποία έχει καταδικαστεί.
  2. Ένα άτομο δε θεωρείται ότι έχει στερηθεί τη ζωή του κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εάν πεθάνει ως αποτέλεσμα της χρήσης, στο βαθμό και υπό τις περιστάσεις που επιτρέπονται από τον νόμο, τέτοιας εξουσίας που δικαιολογείται:
  3. για την υπεράσπιση οποιουδήποτε προσώπου από τη βία ή για την υπεράσπιση της ιδιοκτησίας,
  4. προκειμένου να πραγματοποιηθεί νόμιμη σύλληψη ή να αποφευχθεί η διαφυγή προσώπου νόμιμα κρατούμενου,
  5. με σκοπό την καταστολή μιας εξέγερσης, διαδήλωσης ή ανταρσίας, ή
  6. προκειμένου να εμποδίσει νομίμως το εκ μέρους του εν λόγω προσώπου ποινικό αδίκημα,

ή αν πεθάνει ως αποτέλεσμα νόμιμης πράξης πολέμου.

5. Προστασία του δικαιώματος προσωπικής ελευθερίας

  1. Κανείς δεν μπορεί να στερηθεί την προσωπική του ελευθερία εκτός από τις περιπτώσεις που επιτρέπεται από τον νόμο σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
    1. λόγω της ανικανότητάς του να επικαλεσθεί ποινική δίωξη,
    2. σε εκτέλεση της ποινής ή της απόφασης δικαστηρίου, είτε είναι εγκατεστημένο στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα είτε σε κάποια άλλη χώρα, σε σχέση με ποινικό αδίκημα του οποίου έχει καταδικαστεί,
    3. με την εκτέλεση εντολής του Ανώτατου Δικαστηρίου ή του Εφετείου ή άλλου δικαστηρίου που μπορεί να ορίσει το Κοινοβούλιο για λόγους προσβολής του δικαστηρίου αυτού ή άλλου δικαστηρίου,
    4. με την εκτέλεση εντολής του δικαστηρίου που εκδόθηκε προκειμένου να εξασφαλίσει την εκπλήρωση οποιασδήποτε υποχρέωσης που του επιβάλλεται από τον νόμο,
    5. με σκοπό να τον φέρει ενώπιον δικαστηρίου κατ' εκτέλεση εντολής του δικαστηρίου,
    6. κατόπιν εύλογης υποψίας ότι έχει διαπράξει ή ότι πρόκειται να διαπράξει ποινικό αδίκημα δυνάμει οποιουδήποτε νόμου,
    7. με απόφαση του δικαστηρίου ή με τη συγκατάθεση του γονέα ή του κηδεμόνα του, για την εκπαίδευσή του ή την κοινωνική πρόνοια του κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε περιόδου που λήγει το αργότερο από την ημερομηνία κατά την οποία συμπληρώνει την ηλικία των δεκαοκτώ ετών,
    8. με σκοπό την πρόληψη της εξάπλωσης μολυσματικής ή μεταδοτικής ασθένειας,
    9. στην περίπτωση προσώπου που είναι, ή ευλόγως υποψιάζεται να είναι, διαταραγμένης νοημοσύνης, εθισμένος στα ναρκωτικά ή το οινόπνευμα, ή σε ένα άτομο, για τη φροντίδα ή τη θεραπεία του ή για την προστασία της κοινότητας,
    10. με σκοπό την πρόληψη της παράνομης εισόδου αυτού του προσώπου στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή με σκοπό την απομάκρυνση, έκδοση ή άλλη νόμιμη απομάκρυνση αυτού του προσώπου από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή με σκοπό τον περιορισμό του εν λόγω προσώπου κατά τη μεταφορά του μέσω της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα κατά τη διάρκεια της έκδοσής του ή της απομάκρυνσής του ως καταδικασθέντος φυλακισμένου από τη μία χώρα στην άλλη, ή
    11. στον βαθμό που είναι απαραίτητο για την εκτέλεση νόμιμης εντολής που απαιτεί να παραμείνει αυτός σε συγκεκριμένη περιοχή εντός της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή να του απαγορευθεί να βρίσκεται εντός ενός τέτοιου χώρου ή σε βαθμό που να δικαιολογείται λογικά για τη διεξαγωγή της διαδικασίας κατά του εν λόγω προσώπου σχετικά με την έκδοση οποιασδήποτε τέτοιας διαταγής ή σχετικής με τέτοια εντολή μετά την πραγματοποίησή της ή σε βαθμό που δικαιολογείται για τον περιορισμό του προσώπου αυτού κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε επίσκεψης που του επιτρέπεται να κάνει σε οποιοδήποτε τμήμα της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, στην οποία, ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε τέτοιας διατάξεως, η παρουσία του θα ήταν αλλιώς παράνομη.
  2. Κάθε πρόσωπο που συλλαμβάνεται ή κρατείται ενημερώνεται προφορικά και γραπτά, το συντομότερο δυνατόν, σε γλώσσα την οποία κατανοεί, για τον λόγο της σύλληψής του ή της κράτησής του.
  3. Κάθε πρόσωπο που συλλαμβάνεται ή κρατείται έχει το δικαίωμα, σε οποιοδήποτε στάδιο και με δικά του έξοδα, να διαθέτει υποστήριξη και να αναθέτει χωρίς καθυστέρηση σε δικηγόρο της επιλογής του και να διατηρεί ιδιωτικές συνομιλίες μαζί του και, στην περίπτωση που είναι ανήλικος πρέπει επίσης να έχει εύλογη ευκαιρία επικοινωνίας με τον γονέα ή τον κηδεμόνα του.
  4. Όταν ένα πρόσωπο συλλαμβάνεται, δεν απαιτείται εκτεταμέν εγγύηση στις περιπτώσεις που χορηγείται εγγύηση.
  5. Κάθε πρόσωπο που συλλαμβάνεται ή κρατείται:
    1. με σκοπό να έρθει ενώπιον δικαστηρίου κατ' εκτέλεση της εντολής του δικαστηρίου, ή
    2. κατόπιν εύλογης υποψίας ότι έχει διαπράξει ή πρόκειται να διαπράξει ποινικό αδίκημα δυνάμει οποιουδήποτε νόμου,

και ο οποίος δεν αποδεσμεύεται, προσάγεται ενώπιον του δικαστηρίου εντός σαράντα οκτώ ωρών από την κράτηση του και, κατά τον υπολογισμό του χρόνου για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, αποκλείονται οι Κυριακές και οι αργίες.

  1. Εάν οποιοδήποτε πρόσωπο που συλλαμβάνεται ή κρατείται όπως αναφέρεται στο εδάφιο (5) (2) αυτού του άρθρου δεν δικαστεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, τότε, με την επιφύλαξη τυχόν περαιτέρω διαδικασιών που μπορεί να ασκηθούν εναντίον του, αποδεσμεύεται είτε άνευ όρων ή υπό εύλογους όρους, περιλαμβανομένων ιδίως των προϋποθέσεων που είναι ευλόγως αναγκαίες για να εξασφαλιστεί ότι θα εμφανιστεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία για δίκη ή για προκαταρκτική διαδικασία και, με την επιφύλαξη του εδαφίου (4) του παρόντος άρθρου, οι προϋποθέσεις αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν εγγύηση.
  2. Κάθε πρόσωπο το οποίο συλλαμβάνεται ή κρατείται παράνομα από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο δικαιούται, με την επιφύλαξη τυχόν προβλεπόμενων από τον νόμο εξαιρέσεων, να αποζημιωθεί για την παράνομη αυτή σύλληψη ή κράτηση από το άτομο που έκανε τη σύλληψη ή πραγματοποίησε την κράτηση, από κάθε πρόσωπο ή αρχή για λογαριασμό του οποίου ενεργούσε ή τα πρόσωπα που πραγματοποίησαν τη σύλληψη ή την κράτηση ή και από τους δύο:

Υπό τον όρο ότι ένας δικαστής, ανακριτής ή ειρηνοδίκης ή υπάλληλος δικαστηρίου ή αστυνομικός που ενεργεί κατ' εντολή δικαστή, ανακριτή ή ειρηνοδίκη δεν υπόκειται σε καμία προσωπική ευθύνη πληρωμής η αποζημίωσης δυνάμει του παρόντος εδαφίου ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε πράξης που εκτελεί καλόπιστα κατά την άσκηση των καθηκόντων του και η ευθύνη καταβολής οποιασδήποτε τέτοιας αποζημίωσης ως συνέπεια οποιασδήποτε τέτοιας πράξης είναι ευθύνη του Στέμματος.

  1. Για τους σκοπούς του εδαφίου (1) (2) αυτού του άρθρου, πρόσωπο κατηγορούμενο για ποινικό αδίκημα για το οποίο έχει επιστραφεί ειδική ετυμηγορία ότι ήταν ένοχος της πράξης ή της παράλειψης που κατηγορήθηκε, αλλά ήταν παράλογο όταν έκανε την πράξη ή την παράλειψη θεωρείται ως πρόσωπο που έχει καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα και η κράτηση του εν λόγω προσώπου ως συνέπεια μιας τέτοιας ετυμηγορίας θεωρείται ως κράτηση κατ' εκτέλεση της εντολής του δικαστηρίου.

6. Προστασία από δουλεία και καταναγκαστική εργασία

  1. Κανένας δεν πρέπει να κρατείται σε δουλεία ή καταναγκαστική εργασία.
  2. Κανένα πρόσωπο δεν υποχρεούται να εκτελεί καταναγκαστική εργασία.
  3. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η έκφραση «καταναγκαστική εργασία» δεν περιλαμβάνει:
    1. κάθε εργασία που απαιτείται λόγω ποινής ή δικαστικής απόφασης,
    2. κάθε εργασία που απαιτείται από οποιονδήποτε κατά τη νόμιμη κράτηση του, η οποία όμως δεν απαιτείται λόγω της ποινής ή της δικαστικής απόφασης, και είναι ευλόγως αναγκαία για λόγους υγιεινής ή για τη διατήρηση του τόπου στον οποίο κρατείται,
    3. κάθε εργασία που απαιτείται από ένα μέλος ένοπλης δύναμης για την άσκηση των καθηκόντων του ως τέτοιο ή, στην περίπτωση προσώπου που έχει αντιρρήσεις συνείδησης να υπηρετήσει ως μέλος ναυτικής, στρατιωτικής ή αεροπορικής δύναμης, κάθε εργασία που απαιτείται για το πρόσωπο αυτό σύμφωνα με τον νόμο, ώστε να αντικαταστήσει την υπηρεσία αυτή,
    4. κάθε εργασία που απαιτείται κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε περιόδου δημόσιας έκτακτης ανάγκης ή, σε περίπτωση οιασδήποτε άλλης έκτακτης ανάγκης ή καταστροφής που απειλεί τη ζωή και την ευημερία της κοινότητας, στον βαθμό που η απαίτηση αυτής της εργασίας δικαιολογείται εύλογα υπό τις περιστάσεις οποιασδήποτε κατάστασης που προκύπτουν ή υπάρχουν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ή ως αποτέλεσμα αυτής της άλλης έκτακτης ανάγκης ή καταστροφής, προκειμένου να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση.

7. Προστασία από απάνθρωπη μεταχείριση

  1. Κανένα πρόσωπο δεν υπόκειται σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπες ή εξευτελιστικές ποινές ή σε άλλη τέτοια μεταχείριση.
  2. Τίποτε που δεν περιέχεται ή δεν έχει γίνει σύμφωνα με την εξουσία οποιουδήποτε νόμου θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο ή αντίθετο με αυτό το άρθρο στον βαθμό που ο εν λόγω νόμος επιτρέπει την επιβολή οποιασδήποτε περιγραφής της τιμωρίας που ήταν νόμιμη στην Αντίγκουα στις 31 Οκτωβρίου 1981.

8. Προστασία της ελεύθερης κυκλοφορίας

  1. Οποιοδήποτε άτομο δεν μπορεί να στερηθεί το δικαίωμα ελεύθερης μετακίνησης σε όλη την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, το δικαίωμα διαμονής σε οποιοδήποτε μέρος της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, το δικαίωμα εισόδου στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας, το δικαίωμα απομάκρυνσης από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα και η ασυλία απέλασης από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα.
  2. Οποιοσδήποτε περιορισμός στην ελεύθερη κυκλοφορία ενός ατόμου που εμπλέκεται στη νόμιμη κράτηση του δεν θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστος ή παραβιάζει το παρόν άρθρο.
  3. Οτιδήποτε που δεν περιέχεται ή δεν έχει γίνει σύμφωνα με την ισχύ οποιουδήποτε νόμου θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο ή αντίθετο με το παρόν άρθρο στον βαθμό που ο εν λόγω νόμος προβλέπει:
    1. για την επιβολή περιορισμών στις μετακινήσεις ή τη διαμονή στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα οποιουδήποτε προσώπου ή στο δικαίωμα κάποιου προσώπου να εγκαταλείψει την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα που είναι εύλογα αναγκαία προς το συμφέρον της άμυνας, της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας τάξης,
    2. για την επιβολή περιορισμών στις μετακινήσεις ή τη διαμονή στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή για το δικαίωμα απομάκρυνσης από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα σε άτομα γενικά ή σε οποιαδήποτε κατηγορία προσώπων προς το συμφέρον της άμυνας, της δημόσιας ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ηθικής ή της δημόσιας υγείας ή, όσον αφορά το δικαίωμα αποχώρησης από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, για την εξασφάλιση της τήρησης οποιασδήποτε διεθνούς υποχρέωσης της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, τα στοιχεία της οποίας έχουν υποβληθεί ενώπιον του Σώματος και εκτός εάν η διάταξη αυτή ή, ενδεχομένως, υπό την αιγίδα του, αποδεικνύεται ότι δεν δικαιολογείται ευλόγως σε μια δημοκρατική κοινωνία,
    3. για την επιβολή περιορισμών, με εντολή δικαστηρίου, για τη μετακίνηση ή τη διαμονή στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα οποιουδήποτε προσώπου ή για το δικαίωμα κάποιου ατόμου να εγκαταλείψει την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα είτε λόγω του ότι έχει κριθεί ένοχο ποινικού αδικήματος σύμφωνα με νόμο ή με σκοπό να εξασφαλίσει ότι θα εμφανιστεί ενώπιον δικαστηρίου σε μεταγενέστερη ημερομηνία για να δικαστεί ένα τέτοιο ποινικό αδίκημα ή για διαδικασία σχετικά με την έκδοσή του ή τη νόμιμη απομάκρυνσή του από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα,
    4. για την επιβολή περιορισμών στην ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων που δεν είναι υπήκοοι της χώρας,
    5. για την επιβολή περιορισμών στην απόκτηση ή χρήση από οποιοδήποτε πρόσωπο γης ή άλλου ακινήτου στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ·
    6. για την επιβολή περιορισμών στη μετακίνηση ή τη διαμονή στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή για το δικαίωμα απομάκρυνσης από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα οποιουδήποτε δημόσιου λειτουργού που είναι ευλόγως αναγκαία για την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων του,
    7. για την απομάκρυνση ενός προσώπου από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ώστε να δικαστεί ή να τιμωρηθεί σε κάποια άλλη χώρα για ποινικό αδίκημα σύμφωνα με το δίκαιο αυτής της χώρας ή να υποβληθεί σε φυλάκιση σε κάποια άλλη χώρα για την εκτέλεση της ποινής ενός δικαστηρίου για ποινικό αδίκημα βάσει νόμου του οποίου έχει καταδικαστεί, ή
    8. για την επιβολή περιορισμών στο δικαίωμα οποιουδήποτε προσώπου να εγκαταλείψει την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, τα οποία είναι ευλόγως αναγκαία για την εξασφάλιση της εκπλήρωσης οποιωνδήποτε υποχρεώσεων που επιβάλλονται στο πρόσωπο αυτό από τον νόμο και εκτός εάν η διάταξη αυτή ή, ανάλογα με την περίπτωση, το συμβάν που έλαβε χώρα υπό τη δικαιοδοσία του αποδεικνύεται ότι δεν δικαιολογείται ευλόγως σε μια δημοκρατική κοινωνία.
  4. Εάν οποιοδήποτε πρόσωπο του οποίου η ελευθερία κυκλοφορίας έχει περιοριστεί δυνάμει μιας τέτοιας διάταξης όπως αναφέρεται στο εδάφιο (3) (1) του παρόντος άρθρου, μπορεί να ζητηθεί ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια του περιορισμού αυτού, το νωρίτερο δύο μήνες αφότου επιβλήθηκε ο περιορισμός ή δύο μήνες μετά την τελευταία υποβολή τέτοιας αίτησης, και η περίπτωσή του θα επανεξεταστεί από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο αποτελούμενο από έναν πρόεδρο ο οποίος είναι νομικός επαγγελματίας τουλάχιστον επτά ετών από το Ανώτατο Δικαστήριο και από δύο άλλα μέλη που ορίζονται από τον Γενικό Κυβερνήτη και ενεργούν κατά την κρίση του.
  5. Σε περίπτωση ελέγχου από δικαστήριο δυνάμει του εδαφίου (4) του παρόντος άρθρου της υπόθεσης κάθε προσώπου του οποίου η ελευθερία κυκλοφορίας έχει περιοριστεί, το δικαστήριο μπορεί να διατυπώσει συστάσεις σχετικά με την αναγκαιότητα ή σκοπιμότητα της συνέχισης του περιορισμού αυτού την αρχή από την οποία διατάχθηκε και, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο, η εν λόγω αρχή είναι υποχρεωμένη να ενεργεί σύμφωνα με τις συστάσεις αυτές.

9. Προστασία από στέρηση ιδιοκτησίας

  1. Κανένα περιουσιακό στοιχείο οποιασδήποτε μορφής δεν πρέπει να αποκτάται υποχρεωτικά και δεν αποκτάται υποχρεωτικά κανένα περιουσιακό συμφέρον ή δικαίωμα επί περιουσίας ή περιουσίας οποιασδήποτε μορφήςεκτός από τη δημόσια χρήση και εκτός από τις διατάξεις ενός νόμου που εφαρμόζεται σε αυτό της κατοχής ή της απόκτησης και για την καταβολή δίκαιης αποζημίωσης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
  2. Κάθε πρόσωπο που έχει συμφέρον ή δικαίωμα επί ή πάνω σε ακίνητα τα οποία βρίσκονται υποχρεωτικά στην κατοχή τους ή των οποίων το συμφέρον ή το δικαίωμα σε ή για οποιοδήποτε αγαθό έχει αποκτηθεί υποχρεωτικά αποκτά το δικαίωμα πρόσβασης στο Ανώτατο Δικαστήριο για:
    1. τον προσδιορισμό του συμφέροντος ή του δικαιώματός του, τη νομιμότητα της κατοχής ή της απόκτησης του περιουσιακού στοιχείου, του τόκου ή του δικαιώματος και το ύψος της αποζημίωσης που δικαιούται, και
    2. τον σκοπό της απόκτησης αυτής της αποζημίωσης:

Υπό την προϋπόθεση ότι, εφόσον το Κοινοβούλιο το προβλέπει σε σχέση με οποιοδήποτε θέμα που αναφέρεται στην παράγραφο (1) του παρόντος εδαφίου, το δικαίωμα πρόσβασης είναι υπό μορφή ένδικο μέσο (που μπορεί να ασκηθεί κατά δικαία περίπτωση σε πρόσωπο του ενδιαφερομένου ή του δικαιώματος ή επί του περιουσιακού στοιχείου) από δικαστήριο ή αρχή διαφορετική από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο έχει δικαιοδοσία βάσει οποιασδήποτε νομοθεσίας για να προσδιορίσει το ζήτημα αυτό.

  1. Το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται να θεσπίζει κανόνες σχετικά με την πρακτική και τη διαδικασία του Ανώτατου Δικαστηρίου ή άλλου δικαστηρίου ή αρχής σε σχέση με τη δικαιοδοσία που απονέμεται στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του εδαφίου (2) αυτού του άρθρου ή ασκείται από το άλλο δικαστήριο ή (περιλαμβανομένων κανόνων σχετικά με την προθεσμία εντός της οποίας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ή να ασκηθεί προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο ή αιτήσεις προς τα άλλα δικαστήρια ή αρχές).
  2. Οτιδήποτε δεν περιέχεται σε ή δε γίνεται σύμφωνα με την ισχύ οποιουδήποτε νόμου πρέπει να θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο ή αντίθετο με το εδάφιο (1) αυτού του άρθρου:
    1. στον βαθμό που ο εν λόγω νόμος προβλέπει την κατοχή ή την απόκτηση οποιασδήποτε περιουσίας, συμφέροντος ή δικαιώματος:
      1. ικανοποιώντας οποιονδήποτε φόρο, επιτόκιο ή οφειλόμενο ποσό,
      2. ως κυρώσεις για παραβίαση του νόμου ή καταπίεση λόγω παραβίασης του νόμου,
      3. ως περιστατικό εκμίσθωσης, μίσθωσης, υποθήκης, χρέωσης, πώλησης, δέσμευσης ή σύμβασης,
      4. στην εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων ή κρίσεων σε διαδικασίες για τον καθορισμό πολιτικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων,
      5. σε περιπτώσεις όπου είναι ευλόγως απαραίτητο να διαπραχθεί, επειδή η ιδιοκτησία βρίσκεται σε επικίνδυνη κατάσταση ή ενδέχεται να είναι επιβλαβής για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών,
      6. ως συνέπεια οποιουδήποτε νόμου σχετικά με τον περιορισμό των ενεργειών,
      7. για όσο χρονικό διάστημα είναι απαραίτητο για τους σκοπούς οποιασδήποτε εξέτασης, έρευνας, δίκης ή μελέτης ή, στην περίπτωση γης, για την εκτέλεση εργασιών προστασίας του εδάφους ή διατήρησης άλλων φυσικών πόρων ή εργασιών που σχετίζονται με την ανάπτυξη ή τη βελτίωση της γεωργίας (που είναι εργασία που σχετίζεται με την ανάπτυξη ή τη βελτίωση που έχει απαιτήσει ο ιδιοκτήτης ή ο καταθέτης της γης και έχει προβεί σε αποτυχία ή απέτυχε να διεξαχθεί)
και εκτός εάν η διάταξη ή, ενδεχομένως, η πράξη που έλαβε χώρα βάσει της αρχής αυτής αποδεικνύεται ότι δε δικαιολογείται εύλογα σε μια δημοκρατική κοινωνία,
    1. στο μέτρο που ο εν λόγω νόμος προβλέπει την ανάληψη ή απόκτηση οποιουδήποτε από τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία (περιλαμβανομένου και του συμφέροντος ή του δικαιώματος επί ακινήτων), δηλαδή:
      1. ξένη ιδιοκτησία,
      2. περιουσία ενός αποθανόντος, ενός ατόμου που έχει διαταραγμένη νοημοσύνη ή ενός προσώπου που δεν έχει συμπληρώσει την ηλικία των δεκαοκτώ ετών, με σκοπό τη διευθέτησή του προς όφελος των δικαιούχων του επωφελούμενου συμφέροντος,
      3. ιδιοκτησία ενός προσώπου που κηρύσσεται σε πτώχευση ή ενός νομικού προσώπου υπό εκκαθάριση, με σκοπό τη διευθέτησή του προς όφελος των πιστωτών του πτωχεύσαντος ή του εταιρικού σώματος και, με την επιφύλαξη αυτών, προς όφελος άλλων προσώπων που δικαιούνται ιδιοκτησία, ή
      4. περιουσιακά στοιχεία που υπόκεινται σε τραστ, με σκοπό την κατοχύρωση του περιουσιακού στοιχείου σε πρόσωπα τα οποία ορίζονται ως διαχειριστές βάσει της πράξης δημιουργίας του καταστατικού ή από δικαστήριο ή με εντολή δικαστηρίου για την εκτέλεση του τραστ.
  1. Οτιδήποτε δεν περιέχεται ή δεν έχει γίνει σύμφωνα με την ισχύ οποιασδήποτε νομοθεσίας που έχει θεσπιστεί από το Κοινοβούλιο θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο ή αντίθετο με το παρόν άρθρο στο βαθμό που ο εν λόγω νόμος προβλέπει την υποχρεωτική κατοχή οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου ή την υποχρεωτική απόκτηση οποιουδήποτε συμφέροντος ή δικαιώματος επί ακινήτου ή επί περιουσίας, όταν το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο, τόκος ή δικαίωμα κατέχονται από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, στο οποίο δεν έχουν επενδυθεί ποσά εκτός από τα χρήματα που έχει παράσχει το Κοινοβούλιο ή οποιοσδήποτε θεσμοθετημένος νομοθέτης για την πρώην αποικία ή συνδεδεμένη πολιτεία της Αντίγκουα.
  2. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η «χρήση» είναι «δημόσια» εάν πρόκειται να οδηγήσει ή έχει αποτέλεσμα σε όφελος ή όφελος για το κοινό και, με την επιφύλαξη της γενικότητάς του, περιλαμβάνει κάθε χρήση που επηρεάζει τη φυσική, ή αισθητική ευημερία του κοινού.

10. Προστασία προσώπου ή περιουσίας από αυθαίρετη έρευνα ή είσοδο

  1. Εκτός αν υπάρχει η συγκατάθεσή του, κανένα πρόσωπο δεν υπόκειται σε έρευνα του ατόμου του ή της περιουσίας του ή σε είσοδο άλλων στην οικία του.
  2. Οποιοδήποτε στοιχείο που δεν περιέχεται ή δεν έχει πραγματοποιηθεί υπό την ισχύ οποιουδήποτε νόμου θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο ή αντίθετο με το παρόν άρθρο στο βαθμό που ο εν λόγω νόμος προβλέπει:
    1. τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη, η δημόσια ηθική, τη δημόσια υγεία, τα δημόσια έσοδα, τον χωροταξικό σχεδιασμό ή την ανάπτυξη και αξιοποίηση των αγαθών κατά τρόπο που να προωθεί το δημόσιο συμφέρον,
    2. την εξουσιοδότηση μιας υπηρεσίας ή ενός υπαλλήλου της Κυβέρνησης, έναν οργανισμό τοπική αυτοδιοίκησης ή μια νομική οντότητα που έχει συσταθεί από τον νόμο για δημόσιους σκοπούς να εισέλθει στις εγκαταστάσεις οποιουδήποτε προσώπου για να επιθεωρήσει τους χώρους αυτούς ή οτιδήποτε άλλο σχετικά με τους φόρους, οφείλεται για να εκτελέσει εργασίες που σχετίζονται με οποιαδήποτε ιδιοκτησία που βρίσκεται νόμιμα στις εγκαταστάσεις αυτές και ανήκει στην κυβέρνηση ή στην εν λόγω αρχή ή οργανισμό, ανάλογα με την περίπτωση,
    3. ότι είναι ευλόγως αναγκαίο για την πρόληψη ή τον εντοπισμό εγκλημάτων,
    4. ότι είναι ευλόγως αναγκαίο για την προστασία των δικαιωμάτων ή των ελευθεριών άλλων προσώπων, ή
    5. ότι εξουσιοδοτεί , για την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης ή της διαταγής δικαστηρίου σε οποιαδήποτε διαδικασία, την αναζήτηση οποιουδήποτε προσώπου ή περιουσίας με δικαστική απόφαση ή είσοδο σε οποιοδήποτε χώρο με τέτοια εντολή,

και εκτός εάν η διάταξη αυτή ή, ενδεχομένως, οτιδήποτε γίνεται βάσει της αρχής αυτής αποδεικνύεται ότι δεν δικαιολογείται εύλογα σε μια δημοκρατική κοινωνία.

11. Προστασία της ελευθερίας συνείδησης

  1. Εκτός από την περίπτωση που υπάρχει η συγκατάθεσή του, κανένα πρόσωπο δεν θα παρεμποδίζεται στην απόλαυση της ελευθερίας του συνείδησης και για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου η εν λόγω ελευθερία περιλαμβάνει την ελευθερία της σκέψης και της θρησκείας, την ελευθερία αλλαγής της θρησκείας ή των πεποιθήσεών της και την ελευθερία, είτε μόνος είτε σε κοινότητα με άλλους, και τόσο δημόσια όσο και ιδιωτικά, να εκδηλώσει και να διαδώσει τη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις του στη λατρεία, τη διδασκαλία, την πρακτική και την ιεροτελεστία.
  2. Εκτός αν υπάρχει η συγκατάθεσή του (ή εάν είναι κάτω από την ηλικία των δεκαοκτώ ετών, με τη συγκατάθεση του γονέα ή του κηδεμόνα του), κανένα άτομο που δεν παρευρίσκεται σε κανέναν τόπο εκπαίδευσης υποχρεούται να λαμβάνει θρησκευτική διδασκαλία ή να συμμετέχει ή να λαμβάνει μέρος σε κάθε θρησκευτική τελετή ή ιεροτελελετία, εάν αυτή η διδαχή, τελετή ή ιεροτελεστία αφορά θρησκεία διαφορετική από τη δική του.
  3. Κανένας δεν υποχρεούται να ορκισθεί αντίθετα προς τη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις του ή να ορκιστεί κατά τρόπο αντίθετο προς τη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις του.
  4. Οτιδήποτε δεν περιέχεται ή δεν έχει γίνει σύμφωνα με την ισχύ οποιουδήποτε νόμου θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο ή αντίθετο με το παρόν άρθρο στον βαθμό που ο νόμος αυτός προβλέπει ότι είναι ευλόγως υποχρεωτικό:
    1. προς το συμφέρον της άμυνας, της δημόσιας ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ηθικής ή της δημόσιας υγείας, ή
    2. με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων προσώπων, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να παρακολουθούν και να ασκούν οποιαδήποτε θρησκεία χωρίς την ανεπιθύμητη παρέμβαση μελών οποιασδήποτε άλλης θρησκείας,

και εκτός εάν η διάταξη αυτή ή, ανάλογα με την περίπτωση, το γεγονός που έγινε βάσει της ισχύος αυτής αποδεικνύεται ότι δεν δικαιολογείται εύλογα σε μια δημοκρατική κοινωνία.

  1. Η μνεία σε οποιαδήποτε θρησκεία σε αυτή την ενότητα πρέπει να ερμηνεύεται ότι περιλαμβάνει αναφορές σε θρησκευτική ονομασία και οι συγγενείς εκφράσεις ερμηνεύονται αναλόγως.

12. Προστασία της ελευθερίας έκφρασης, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας του τύπου

  1. Εκτός αν υπάρχει η συγκατάθεσή του, κανένα πρόσωπο δεν θα παρεμποδίζεται στην απόλαυση της ελευθερίας της έκφρασης του.
  2. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η εν λόγω ελευθερία περιλαμβάνει την ελευθερία να διατηρούνται οι απόψεις χωρίς παρέμβαση, η ελευθερία λήψης πληροφοριών και ιδεών χωρίς παρεμβολή, η ελευθερία διάδοσης πληροφοριών και ιδεών χωρίς παρεμβάσεις (είτε η διάδοση γίνεται στο κοινό γενικά είτε σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή κατηγορία ατόμων) και η ελευθερία από την παρέμβαση στην αλληλογραφία του ή σε άλλα μέσα επικοινωνίας.
  3. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η έκφραση μπορεί να είναι προφορική ή γραπτή ή με κωδικούς, σήματα, σημάδια ή σύμβολα και περιλαμβάνει εγγραφές, εκπομπές (είτε ραδιοφωνικές ή τηλεοπτικές), έντυπες δημοσιεύσεις, φωτογραφίες (ακίνητες ή κινούμενες), σχέδια, ανάγλυφα και γλυπτά ή οποιοδήποτε άλλο μέσο καλλιτεχνικής έκφρασης.
  4. Οτιδήποτε δεν περιέχεται ή δεν έχει γίνει σύμφωνα με την ισχύ οποιουδήποτε νόμου θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο ή αντίθετο με το παρόν άρθρο στο βαθμό που ο εν λόγω νόμος προβλέπει:
    1. ότι είναι ευλόγως απαραίτητο:
      1. προς το συμφέρον της άμυνας, της δημόσιας ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ηθικής ή της δημόσιας υγείας, ή
      2. με σκοπό την προστασία της φήμης, των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων προσώπων ή της ιδιωτικής ζωής των προσώπων που εμπλέκονται σε δικαστικές διαδικασίες και διαδικασίες ενώπιον των καταστατικών δικαστηρίων, αποτρέποντας την αποκάλυψη εμπιστευτικών πληροφοριών, τη διατήρηση της εξουσίας και της ανεξαρτησίας του Κοινοβουλίου και των δικαστηρίων, ή τη ρύθμιση της τηλεφωνίας, των ταχυδρομείων, των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών ή άλλων μέσων επικοινωνίας, των δημόσιων διασκεδάσεων, των δημόσιων εκδηλώσεων, ή
    2. ότι επιβάλλει περιορισμούς στους δημόσιους υπαλλήλους που είναι ευλόγως διατεταγμένοι για την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων τους,

και εκτός εάν η διάταξη αυτή ή, ανάλογα με την περίπτωση, το γεγονός που έγινε βάσει της ισχύος αυτής αποδεικνύεται ότι δεν δικαιολογείται εύλογα σε μια δημοκρατική κοινωνία.

13. Προστασία της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι

  1. Εκτός αν υπάρχει η συγκατάθεση του, κανείς δεν μπορεί να παρεμποδιστεί στην απόλαυση της ελευθερίας του για ειρηνικό συνέρχεσθαι και συνεταιρισμό, δηλαδή το δικαίωμά του να συγκεντρώνεται ελεύθερα και ειρηνικά και να συνδέεται με άλλα πρόσωπα και ιδίως να σχηματίζει ή να ανήκει σε εμπορικά συνδικάτα ή άλλες ενώσεις για την προαγωγή και προστασία των συμφερόντων του.
  2. Οτιδήποτε δεν περιέχεται ή δεν έχει πραγματοποιηθεί υπό την ισχύ οποιουδήποτε νόμου θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο ή αντίθετο με το παρόν άρθρο στον βαθμό που ο εν λόγω νόμος προβλέπει:
    1. ότι είναι ευλόγως απαραίτητο:
      1. προς το συμφέρον της άμυνας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ηθικής ή της δημόσιας υγείας, ή
      2. με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων ή των ελευθεριών άλλων προσώπων, ή
    2. που επιβάλλει περιορισμούς στους δημόσιους υπαλλήλους που είναι ευλόγως διατεταγμένοι για την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων τους,

και εκτός εάν η διάταξη αυτή ή, ανάλογα με την περίπτωση, το γεγονός που έγινε βάσει της ισχύος αυτής αποδεικνύεται ότι δεν δικαιολογείται εύλογα σε μια δημοκρατική κοινωνία.

14. Προστασία από διακρίσεις λόγω φυλής, φύλου κλπ.

  1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των εδαφίων (4), (5) και (7) του παρόντος άρθρου, κανένας νόμος δεν θεσπίζει καμία διάταξη που εισάγει διακρίσεις ούτε από μόνη της ούτε από την ισχύ της.
  2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των εδαφίων (6), (7) και (8) του παρόντος άρθρου, κανένα πρόσωπο δεν τυγχάνει διακριτικής μεταχείρισης από οποιοδήποτε πρόσωπο που ενεργεί δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κατά την εκτέλεση καθηκόντων οποιασδήποτε δημόσιας υπηρεσίας ή οποιασδήποτε δημόσιας αρχής.
  3. Σε αυτό το άρθρο, η έννοια «διακριτική μεταχείριση» σημαίνει διαφορετική μεταχείριση διαφορετικών προσώπων που αποδίδονται εξ ολοκλήρου ή κυρίως στις αντίστοιχες περιγραφές τους ανά φυλή, τόπο καταγωγής, πολιτικές απόψεις ή πεποιθήσεις, χρώμα, πίστη ή φύλο, υπόκεινται σε αναπηρίες ή περιορισμούς στους οποίους δεν υπόκεινται πρόσωπα άλλης τέτοιας περιγραφής ή χορηγούνται προνόμια ή πλεονεκτήματα που δεν παρέχονται σε πρόσωπα άλλης τέτοιας περιγραφής.
  4. Το εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται σε κανέναν νόμο, εφόσον ο νόμος προβλέπει:
    1. τη διάθεση δημόσιων εσόδων ή άλλων δημόσιων κεφαλαίων,
    2. διατάξεις για πρόσωπα που δεν είναι υπήκοοι της χώρας, ή
    3. διατάξεις στις οποίες πρόσωπα οποιασδήποτε περιγραφής όπως αναφέρεται στο εδάφιο (3) αυτού του άρθρου μπορούν να υποστούν οποιαδήποτε αναπηρία ή περιορισμό ή να τους χορηγηθεί οποιοδήποτε προνόμιο ή πλεονέκτημα, λαμβανομένης υπόψη της φύσης τους και των ιδιαίτερων περιστάσεων που αφορούν τα πρόσωπα αυτά ή πρόσωπα οποιασδήποτε άλλης τέτοιας περιγραφής, για οτιδήποτε δικαιολογείται ευλόγως σε μια δημοκρατική κοινωνία.
  5. Οτιδήποτε δεν περιλαμβάνεται σε κανένα νόμο πρέπει να θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο ή κατά παράβαση του εδαφίου (1) αυτού του άρθρου στον βαθμό που προβλέπει διατάξεις σχετικά με τα προσόντα (δεν είναι προσόντα που αφορούν ειδικά τη φυλή, τον τόπο καταγωγής, την πολιτική γνώση ή αλληλεγγύη, χρώμα, πίστη ή φύλο) για υπηρεσία ως δημόσιος υπάλληλος ή ως μέλος ένοπλης δύναμης ή σε υπηρεσία τοπικής αυτοδιοίκησης ή οργανισμού που έχει συσταθεί με νόμο για δημόσιους σκοπούς.
  6. Το εδάφιο (2) του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται σε οτιδήποτε ρητώς ή με την απαραίτητη προϋπόθεση επιτρέπεται να γίνει με οποιαδήποτε τέτοια διάταξη του νόμου όπως αναφέρεται στο εδάφιο (4) ή (5) αυτού του άρθρου.
  7. Οτιδήποτε δεν περιέχεται ή δεν έχει γίνει σύμφωνα με την ισχύ οποιουδήποτε νόμου θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο ή αντίθετο με αυτό το άρθρο στον βαθμό που ο εν λόγω νόμος προβλέπει ότι πρόσωπα οποιασδήποτε περιγραφής όπως αναφέρεται στο εδάφιο (3) του παρόντος άρθρου μπορεί να υπόκεινται σε οποιοδήποτε περιορισμό των δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνονται από τα άρθρα 8, 10, 11, 12 και 13 του παρόντος Συντάγματος, υπό τον όρο ότι επιτρέπεται από τις παραγράφους (1) ή (2) του εδαφίου (3) του άρθρου 8, εδάφιο (2) του άρθρου 10, εδάφιο (4) του άρθρου 11, εδάφιο (4) του άρθρου 12 ή του εδαφίου (2) του άρθρου 13, ανάλογα με την περίπτωση.
  8. Οτιδήποτε δεν αναφέρεται στο εδάφιο (2) του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζει οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια που σχετίζεται με το θεσμικό όργανο, τη διεξαγωγή ή τη διακοπή της αστικής ή ποινικής διαδικασίας σε οποιοδήποτε δικαστήριο που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο από το παρόν Σύνταγμα ή από οποιοδήποτε άλλο νόμο.

15. Διάταξη για τη διασφάλιση της προστασίας από τον νόμο

  1. Σε περίπτωση που κάποιος κατηγορείται για ποινικό αδίκημα, εκτός αν ανακληθεί η κατηγορία, του παρέχεται δίκαιη δίκη εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που έχει συσταθεί με νόμο.
  2. Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα:
    1. Θεωρείται αθώο μέχρι να αποδειχθεί ή να παραδεχθεί την ενοχή του.
    2. ενημερώνεται προφορικά και εγγράφως, το συντομότερο δυνατό, σε γλώσσα που κατανοεί, για τη φύση του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται,
    3. του δίδεται επαρκής χρόνος και προϋποθέσεις για την προετοιμασία της υπεράσπισής του,
    4. του επιτρέπεται να υπερασπίσει τον εαυτό του ενώπιον του δικαστηρίου αυτοπροσώπως ή από δικηγόρο της επιλογής του,
    5. έχει τη δυνατότητα να εξετάσει αυτοπροσώπως ή από τον νόμιμο εκπρόσωπό του τους μάρτυρες που καλούνται από τη δίωξη ενώπιον του δικαστηρίου και να καταγράψει την παρουσία τους και να προβεί σε εξέταση μαρτύρων για να καταθέσουν εξ ονόματός του ενώπιον του δικαστηρίου υπό τους ίδιους όρους με αυτούς που εφαρμόζονται σε μάρτυρες που καλούνται από τη δίωξη, και
    6. του επιτρέπεται να έχει χωρίς πληρωμή τη συνδρομή ενός διερμηνέα εάν δεν κατανοεί τη γλώσσα που χρησιμοποιείται στη δίκη της κατηγορίας,

και μόνο με τη δική του συγκατάθεση, η δίκη δε διεξάγεται κατά την απουσία του:

    1. εκτός εάν, σύμφωνα με τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου που το προβλέπει, έχει ενημερωθεί επαρκώς για την κατηγορία, την ημερομηνία, την ώρα και τον τόπο της δίκης ή τη συνέχιση της δίκης και διαθέτει εύλογη δυνατότητα να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου:
Υπό την προϋπόθεση ότι όταν πληρούνται οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις και το δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι δεν μπορεί να εμφανιστεί λόγω περιστάσεων πέραν του ελέγχου του, η δίκη δε διεξάγεται ούτε συνεχίζεται εν απουσία του, ή
    1. όσο ο ίδιος πραγματοποιεί ενέργειες για να καταστήσει ανέφικτη τη συνέχιση της διαδικασίας ενώπιον του και το δικαστήριο του έχει διατάξει να απομακρυνθεί και η δίκη να προχωρήσει κατά την απουσία του.
  1. Όταν ένα πρόσωπο έχει δικαστεί για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα, ο κατηγορούμενος ή οποιοσδήποτε εξουσιοδοτηθεί από αυτόν για λογαριασμό του, πρέπει, εφόσον το απαιτεί και υπόκειται στην καταβολή τέτοιων εύλογων αμοιβών όπως ορίζεται από τον νόμο, να δίδεται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος μετά από την έκδοση απόφασης, αντίγραφο οποιουδήποτε εγγράφου της διαδικασίας που διεξάγεται από το δικαστήριο ή για λογαριασμό του.
  2. Κανένα πρόσωπο δεν κρίνεται ως ένοχο ποινικού αδικήματος λόγω οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης η οποία δε συνιστούσε, κατά τον χρόνο της πραγματοποίησής της, τέτοιου είδους παράβαση και δεν επιβάλλεται ποινή για οποιοδήποτε άλλο ποινικό αδίκημα που είναι περισσότερο σοβαρό σε βαθμό ή περιγραφή από τη μέγιστη ποινή που θα μπορούσε να έχει επιβληθεί για το εν λόγω αδίκημα τη στιγμή που διαπράχθηκε.
  3. Κανένας που αποδεικνύει ότι έχει δικαστεί από αρμόδιο δικαστήριο για ποινικό αδίκημα και είτε καταδικασθεί είτε αθωώθηκε κρίνεται εκ νέου για το αδίκημα αυτό ή για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα του οποίου θα μπορούσε να καταδικαστεί κατά τη δίκη για το αδίκημα, εκτός από τη διάταξη ανώτερου δικαστηρίου κατά τη διαδικασία προσφυγής ή επανεξέτασης σχετικά με την καταδίκη ή την απαλλαγή.
  4. Κανείς δεν μπορεί να δικαστεί για ποινικό αδίκημα, εάν αποδείξει ότι του έχει δοθεί χάρη για το αδίκημα αυτό.
  5. Κανένας που έχει δικαστεί για ποινικό αδίκημα δεν υποχρεούται να προσκομίσει αποδείξεις κατά τη δίκη.
  6. Κάθε δικαστήριο ή άλλη αρχή που ορίζεται από τον νόμο για τον καθορισμό της ύπαρξης ή της έκτασης κάθε αστικού δικαιώματος ή υποχρέωσης πρέπει να είναι νόμιμη και να είναι ανεξάρτητη και αμερόληπτη. Σε περίπτωση που μια τέτοια απόφαση έχει κινηθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο ενώπιον αυτού του δικαστηρίου ή άλλης αρχής, η δίκη διεξάγεται σε δίκαιη δίκη εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
  7. Με εξαίρεση συμβιβαστικής συμφωνίας όλων των μερών, όλες οι διαδικασίες κάθε δικαστηρίου και διαδικασίες για τον προσδιορισμό της ύπαρξης ή έκτασης κάθε αστικού δικαιώματος ή υποχρέωσης ενώπιον οποιασδήποτε άλλης αρχής, συμπεριλαμβανομένης της ανακοίνωσης της απόφασης του δικαστηρίου ή άλλης αρχής, διεξάγονται δημόσια.
  8. Οτιδήποτε υπάρχει στο εδάφιο (9) του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζει το δικαστήριο ή άλλη αρχή να αποκλείσει από τη διαδικασία άλλα πρόσωπα εκτός των συμβαλλομένων και τους δικηγόρους που τους εκπροσωπούν, σε βαθμό τέτοιο ώστε το δικαστήριο ή άλλη αρχή:
    1. να επιτρέπεται από τον νόμο να πράττει και να θεωρεί αναγκαίο ή σκόπιμο σε περιπτώσεις όπου η δημοσιότητα θα έθιγε τα συμφέροντα της δικαιοσύνης ή σε διαδικασίες προσωρινών μέτρων ή προς το συμφέρον της δημόσιας ηθικής, της ευημερίας των ατόμων κάτω των δεκαοκτώ ετών ή της προστασίας της ιδιωτικής ζωής των ενδιαφερομένων κατά τη διαδικασία, ή
    2. να επιτρέπεται από τον νόμο να είναι εξουσιοδοτημένο ή υποχρεωμένο να το κάνει για λόγους άμυνας, δημόσιας ασφάλειας, δημόσιας τάξης ή δημόσιας ηθικής.
  9. Οτιδήποτε δεν περιέχεται ή δεν γίνεται υπό την ισχύ οποιουδήποτε νόμου θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο με ή κατά παράβαση:
    1. του υποτμήματος 1 του εδαφίου 2 αυτού του άρθρου, στον βαθμό που ο εν λόγω νόμος επιβάλλει σε κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα το βάρος της απόδειξης συγκεκριμένων γεγονότων,
    2. του υποτμήματος 5 του εδαφίου 2 του παρόντος άρθρου, στον βαθμό που ο εν λόγω νόμος επιβάλλει εύλογους όρους που πρέπει να πληρούνται εάν οι μάρτυρες που καλούνται να καταθέσουν για λογαριασμό ενός κατηγορουμένου καταβάλλουν τα έξοδά τους από δημόσιους πόρους, ή
    3. το εδάφιο (5) του παρόντος άρθρου, στον βαθμό που ο εν λόγω νόμος επιτρέπει σε δικαστήριο να δικάσει ένα μέλος ένοπλης δύναμης για ποινικό αδίκημα, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε δίκη και καταδίκη ή αθώωση του εν λόγω μέλους σύμφωνα με το πειθαρχικό δίκαιο αυτής της δύναμης οπότε κάθε δικαστήριο που προσπαθεί να βρει ένα τέτοιο μέλος και τον καταδικάζει πρέπει να του καταδικάσει οποιαδήποτε τιμωρία, λαμβάνοντας υπόψη κάθε ποινή που του έχει επιβληθεί βάσει του πειθαρχικού αυτού νόμου.
  10. Σε περίπτωση οποιουδήποτε προσώπου που κρατείται νόμιμα, οι διατάξεις του εδαφίου (1) παράγραφοι 4 και 5, του εδαφίου (2) και του εδαφίου (3) του παρόντος άρθρου δεν ισχύουν στη δίκη του για ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τον νόμο που ρυθμίζει την πειθαρχία των ατόμων που βρίσκονται υπό τέτοια κράτηση.
  11. Οτιδήποτε δεν περιέχεται ή δεν έχει γίνει σύμφωνα με την ισχύ οποιουδήποτε νόμου θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο ή αντίθετο με το εδάφιο (2) του παρόντος άρθρου στον βαθμό που επιτρέπει τη δίκη ενός κατηγορουμένου από δικαστή για συνοπτικό αδίκημα η οποία μπορεί να λάβει χώρα κατά την απουσία του εναγομένου.
  12. Στο άρθρο αυτό, ως «ποινικό αδίκημα» νοείται ποινικό αδίκημα βάσει οποιασδήποτε νομοθεσίας.

16. Παρεκκλίσεις από θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες σε καταστάσεις ανάγκης Οτιδήποτε δεν περιέχεται ή δεν έχει γίνει σύμφωνα με την ισχύ νόμου που έχει θεσπιστεί από το Κοινοβούλιο θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο με ή κατά παράβαση του άρθρου 5 ή του άρθρου 14 του παρόντος Συντάγματος, στον βαθμό που ο νόμος επιτρέπει τη λήψη μέτρων κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε περιόδου δημόσιας έκτακτης ανάγκης που δικαιολογούνται ευλόγως, για την αντιμετώπιση της κατάστασης που επικρατεί στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.

17. Προστασία των προσώπων που κρατούνται υπό νόμους έκτακτης ανάγκης

  1. Όταν ένα πρόσωπο κρατείται δυνάμει ενός τέτοιου νόμου όπως αναφέρεται στο άρθρο 16 του παρόντος Συντάγματος, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις, δηλαδή:
    1. με εύλογη προθεσμία και οπωσδήποτε όχι περισσότερο από επτά ημέρες από την έναρξη της κράτησής του, ενημερώνεται σε γλώσσα την οποία κατανοεί και λεπτομερώς για τους λόγους για τους οποίους κρατείται και λαμβάνειγραπτή δήλωση στα αγγλικά η οποία διευκρινίζει τους λόγους αυτούς λεπτομερώς,
    2. όχι περισσότερο από δεκατέσσερις ημέρες από την έναρξη της κράτησής του, δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης η γνωστοποίηση ότι έχει κρατηθεί και παρουσιάζονται τα στοιχεία της νομοθετικής διάταξης βάσει της οποίας επιτρέπεται η κράτησή του,
    3. όχι περισσότερο από έναν μήνα μετά την έναρξη της κράτησής του και εν συνεχεία κατά τη διάρκεια της κράτησης σε διαστήματα που δεν υπερβαίνουν τους έξι μήνες, η περίπτωσή του επανεξετάζεται από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, το οποίο έχει συσταθεί με νόμο και θα προεδρεύεται από ειδικευμένο νομικό σύμβουλο τουλάχιστον επτά ετών που ορίζεται από τον Επικεφαλής της Δικαιοσύνης,
    4. πρέπει να διαθέτει εύλογες διευκολύνσεις για να συμβουλεύεται έναν νόμιμο εκπρόσωπο της επιλογής του, ο οποίος θα έχει τη δυνατότητα να υποβάλει παρατηρήσεις στο δικαστήριο που διορίστηκε για την επανεξέταση της υπόθεσης του κρατουμένου, και
    5. Κατά την ακρόαση της υπόθεσής του από το δικαστήριο που διορίστηκε για την επανεξέταση της υπόθεσής του, του επιτρέπεται να εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή από δικηγόρο της επιλογής του.
  2. Σε περίπτωση δικαστικού επανελέγχου της υπόθεσης ενός κρατούμενου βάσει του παρόντος άρθρου, το δικαστήριο μπορεί να διατυπώσει συστάσεις σχετικά με την αναγκαιότητα ή τη σκοπιμότητα συνέχισης της κράτησής του στην αρχή με την οποία διατάχθηκε, αλλά, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά από τον νόμο, η αρχή αυτή δεν είναι υποχρεωμένη να ενεργεί σύμφωνα με τις συστάσεις αυτές.
    1. Οτιδήποτε δεν περιέχεται στα υποτμήματα 4 και 5 του εδάφιο (1) αυτού του άρθρου δε νοείται ως το δικαίωμα του ατόμου σε νομική εκπροσώπηση με δημόσια δαπάνη.

18. Εφαρμογή των προστατευτικών διατάξεων

  1. Αν κάποιος ισχυρίζεται ότι κάποια από τις διατάξεις των άρθρων 3 έως 17 (συμπεριλαμβανομένου) αυτού του Συντάγματος υπήρξε, υφίσταται ή είναι πιθανό να παραβιαστεί σε σχέση με αυτόν (ή, στην περίπτωση ενός κρατουμένου, αν κάποιο άλλο πρόσωπο επικαλεστεί μια τέτοια παράβαση σε σχέση με τον κρατούμενο), τότε, με την επιφύλαξη οποιασδήποτε άλλης προσφυγής σε σχέση με το ίδιο θέμα που είναι νόμιμα διαθέσιμο, το εν λόγω πρόσωπο (ή το άλλο πρόσωπο) μπορεί να υποβάλει αίτηση επανόρθωσης στο Ανώτατο Δικαστήριο.
  2. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τη δικαιοδοσία:
    1. να ακροάζεται και να καθορίζει κάθε αίτηση που υποβάλλεται από οποιοδήποτε πρόσωπο σύμφωνα με το εδάφιο (1) αυτού του άρθρου, και
    2. να καθορίσει οποιοδήποτε ζήτημα ανακύπτει σε περίπτωση οποιουδήποτε προσώπου το οποίο του παραπέμπεται σύμφωνα με το εδάφιο (3) αυτού του άρθρου,

και μπορεί να προβεί σε τέτοια δήλωση και εντολές, να εκδώσει τέτοια έγγραφα και να δώσει τις οδηγίες που κρίνει κατάλληλες για την επιβολή ή την εξασφάλιση της εφαρμογής οποιασδήποτε από τις διατάξεις των άρθρων 3 έως 17 του παρόντος Συντάγματος:

Υπό την προϋπόθεση ότι το Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να ασκήσει τις αρμοδιότητές του βάσει του παρόντος εδαφίου εάν έχει βεβαιωθεί ότι τα κατάλληλα ένδικα μέσα για την εικαζόμενη παράβαση είναι ή ήταν διαθέσιμα στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο δυνάμει άλλου νόμου.

  1. Εάν σε οποιαδήποτε διαδικασία σε οποιοδήποτε δικαστήριο (εκτός του Εφετείου, του Ανώτατου Δικαστηρίου ή του Στρατοδικείου) προκύψει οποιοδήποτε ζήτημα σχετικά με την παραβίαση οποιασδήποτε από τις διατάξεις των άρθρων 3 έως 17 του παρόντος Συντάγματος, το πρόσωπο που προεδρεύει στο δικαστήριο αυτό μπορεί, και εφόσον το ζητήσει κάποιος διάδικος, να υποβάλει το ερώτημα στο Ανώτατο Δικαστήριο, εκτός εάν, κατά την άποψή του, η ερώτηση είναι απλώς επιπόλαιη ή ενοχλητική.
  2. Σε περίπτωση που υποβληθεί ερώτημα στο Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το εδάφιο (3) του παρόντος άρθρου, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφαίνεται επί του ζητήματος και το δικαστήριο στο οποίο προέκυψε το ζήτημα εκδικάζει την υπόθεση σύμφωνα με την απόφαση αυτή ή εάν η απόφαση αυτή αποτελεί αντικείμενο προσφυγής στο Εφετείο ή στο Συμβούλιο της Αυτού Μεγαλειότητας, σύμφωνα με την απόφαση του Εφετείου ή, ανάλογα με την περίπτωση, του Συμβουλίου της Αυτού Μεγαλειότητας.
  3. Υπάρχει η δυνατότητα για διάταξη που μπορεί να γίνει από το Κοινοβούλιο για να ανατεθούν στο Ανώτατο Δικαστήριο τέτοιες εξουσίες, πέραν εκείνων που παρέχονται από το παρόν άρθρο, όπως φαίνεται να είναι αναγκαίο ή επιθυμητό για να επιτρέψει στο δικαστήριο αυτό να ασκήσει αποτελεσματικότερα τη δικαιοδοσία που του αναθέτει το εν λόγω άρθρο.
  4. Ο Ανώτατος Δικαστής μπορεί να θεσπίζει κανόνες σχετικά με την πρακτική και τη διαδικασία του Ανώτατου Δικαστηρίου σε σχέση με τη δικαιοδοσία και τις εξουσίες που του απονέμονται από το παρόν άρθρο ή με βάση αυτό (συμπεριλαμβανομένων των κανόνων σχετικά με τον χρόνο υποβολής των αιτήσεων και των παραπομπών οι οποίες πρέπει να υποβληθούν στο Ανώτατο Δικαστήριο).

19. Προστασία από παρεκκλίσεις από θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες γενικά Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά ρητώς στο παρόν Σύνταγμα, κανένας νόμος δεν μπορεί να καταργήσει, να περιορίσει ή να παραβιάσει ή να επιτρέψει την κατάργηση, μείωση ή παραβίαση οποιουδήποτε από τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες του συγκεκριμένου ατόμου που έχουν αναγνωριστεί και δηλωθεί προηγουμένως.

20. Δήλωση κατάστασης δημόσιας έκτακτης ανάγκης

  1. Ο Γενικός Κυβερνήτης, με διακήρυξη που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, μπορεί να δηλώσει ότι υπάρχει κατάσταση δημόσιας έκτακτης ανάγκης για τους σκοπούς του παρόντος Κεφαλαίου.
  2. Κάθε δήλωση παύει:
    1. σε περίπτωση δήλωσης κατά τη συνεδρίαση του Κοινοβουλίου, μετά τη λήξη περιόδου επτά ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης της δήλωσης, και
    2. σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, με την πάροδο προθεσμίας εικοσιμίας ημερών, αρχής γενομένης από την ημερομηνία δημοσίευσης της δήλωσης, εκτός εάν έχει εν τω μεταξύ εγκριθεί με ψηφίσματα και των δύο Σωμάτων του Κοινοβουλίου.
  3. Η κήρυξη δημόσιας έκτακτης ανάγκης μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανακληθεί από τον Γενικό Κυβερνήτη με προκήρυξη, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.
  4. Η κήρυξη δημόσιας έκτακτης ανάγκης που έχει εγκριθεί με αποφάσεις των κοινοβουλευτικών σωμάτων δυνάμει του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου παραμένει σε ισχύ, με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (3) του παρόντος άρθρου, για όσο τα ψηφίσματα αυτών των Σωμάτων παραμένουν σε ισχύ και όχι περισσότερο.
  5. Το ψήφισμα της Ολομέλειας του Κοινοβουλίου που ψηφίστηκε για τους σκοπούς του άρθρου τμήματος παραμένει σε ισχύ επί τρεις μήνες ή σε μικρότερο χρονικό διάστημα που μπορεί να προσδιοριστεί σε αυτό:

Υπό την προϋπόθεση ότι οποιαδήποτε τέτοια απόφαση μπορεί να επεκταθεί από καιρό σε καιρό με μια τέτοια απόφαση κάθε παράταση που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες από την ημερομηνία επίλυσης που επιφέρει την επέκταση και οποιαδήποτε τέτοια απόφαση μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή με απόφαση του Σώματος.

  1. Κάθε διάταξη του παρόντος άρθρου ότι η κήρυξη έκτακτης ανάγκης παύει ή παύει να ισχύει σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν θίγει την υποβολή περαιτέρω δήλωσης, είτε πριν είτε μετά από αυτή τη στιγμή.
  2. Το ψήφισμα της Ολομέλειας των Κοινοβουλίων για τους σκοπούς του εδαφίου (2) αυτού του άρθρου και ένα ψήφισμα που παρατείνει οποιοδήποτε τέτοιο ψήφισμα δεν εγκρίνεται εάν δεν υποστηρίζεται από την ψήφο της πλειοψηφίας όλων των μελών του Σώματος.
  3. Ο Γενικός Κυβερνήτης μπορεί να καλέσει τα Σώματα του Κοινοβουλίου να συνεδριάσουν για τους σκοπούς του εδαφίου (2) του παρόντος τμήματος παρά το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο βρίσκεται σε διαδικασία διάλυσης και τα πρόσωπα που ήταν μέλη της Γερουσίας και του Σώματος αμέσως πριν τη διάλυση, για τους σκοπούς αυτούς, εξακολουθούν να είναι μέλη αυτών των Σωμάτων, αλλά, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 33 και 42 του παρόντος Συντάγματος (που αφορούν την εκλογή του Προέδρου, του Αντιπροέδρου, του Προέδρου και του Αναπληρωτή Προέδρου) μία Ολομέλεια του Κοινοβουλίου, όταν καλείται δυνάμει του παρόντος εδαφίου, δεν πραγματοποιεί συζητήσεις για θέματα εκτός από τη συζήτηση και την ψηφοφορία επί ψηφίσματος για τους σκοπούς του εδαφίου (2) αυτού του άρθρου.

21. Ερμηνεία και κατοχυρώσεις

  1. Στο παρόν άρθρο, εκτός εάν το κείμενο αναφέρει κάτι διαφορετικό:
  • «παράβαση», σε σχέση με οποιαδήποτε απαίτηση, περιλαμβάνει παράλειψη συμμόρφωσης με την απαίτηση αυτή και οι αντίστοιχες εκφράσεις θα ερμηνεύονται ανάλογα.
  • «δικαστήριο», κάθε δικαστήριο που έχει διεθνή δικαιοδοσία στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, εκτός από το δικαστήριο που έχει θεσπιστεί με πειθαρχικό νόμο, και περιλαμβάνει το Συμβούλιο της Αυτού Μεγαλειότητος και στο άρθρο 4 αυτού του Συντάγματος δικαστήριο που έχει θεσπιστεί με πειθαρχικό νόμο.
  • «πειθαρχικός νόμος», νόμος που ρυθμίζει την πειθαρχία οποιασδήποτε ένοπλης δύναμης.
  • «ένοπλη δύναμη» σημαίνει:
    1. Το ναυτικό, τον στρατό στρατιωτική και την αεροπορία,
    2. την αστυνομία, ή
    3. την υπηρεσία φυλακών.
  • «μέλος», σε σχέση με μια ένοπλη δύναμη, περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με τον νόμο που ρυθμίζει την πειθαρχία αυτής της δύναμης, υπόκειται σε αυτήν την πειθαρχία.
  • ως «δικηγόρος» νοείται το πρόσωπο που δικαιούται να ασκεί το δικηγορικό επάγγελμα στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή, εκτός από τις διαδικασίες ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο ο δικηγόρος δεν έχει δικαίωμα ακροαματικότητας, δικαιούται να ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα.
  1. Σε σχέση με οποιοδήποτε πρόσωπο που είναι μέλος ένοπλης δύναμης που έχει συσταθεί βάσει οποιουδήποτε νόμου, οτιδήποτε δεν περιέχεται ή δεν έχει γίνει σύμφωνα με το πειθαρχικό δίκαιο της εν λόγω δύναμης θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο ή αντίθετο με οποιαδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εκτός των άρθρων 4, 6 και 7 του παρόντος Συντάγματος.
  2. Σε σχέση με οποιοδήποτε πρόσωπο που είναι μέλος ένοπλης δύναμης που έχει συσταθεί διαφορετικά από τα προαναφερθέντα και είναι νόμιμα παρούσα στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, οτιδήποτε δεν περιλαμβάνεται ή δεν έχει γίνει σύμφωνα με το πειθαρχικό δίκαιο αυτής της δύναμης θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο με ή κατά παράβαση οποιασδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.
  3. Στο παρόν κεφάλαιο, ως «δημόσια έκτακτη ανάγκη» νοείται κάθε περίοδος κατά την οποία:
    1. η Μεγαλειότητα της βρίσκεται σε πόλεμο, ή
    2. υφίσταται δήλωση έκτακτης ανάγκης σύμφωνα με το άρθρο 20 του παρόντος Συντάγματος ή ισχύουν ψηφίσματα και των δύο Σωμάτων του Κοινοβουλίου υποστηριζόμενα από ψήφο τουλάχιστον δύο τρίτων όλων των μελών του κάθε Σώματος που δηλώνουν ότι τα δημοκρατικά θεσμικά όργανα στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα απειλούνται με ανατροπή.
  4. Η διακήρυξη του Γενικού Κυβερνήτη δεν είναι σύμφωνη με τους σκοπούς του άρθρου 20 του παρόντος Συντάγματος εκτός εάν περιέχει δήλωση ότι ο Γενικός Κυβερνήτης ικανοποιείται από τα εξής κριτήρια:
    1. ότι έχει προκύψει δημόσια έκτακτη ανάγκη λόγω επικείμενης πολεμικής κατάστασης μεταξύ της Αυτού Μεγαλειότητας και ενός αλλοδαπού κράτους ή ως αποτέλεσμα της εμφάνισης σεισμού, τυφώνα, πλημμύρας, πυρκαγιάς, εξάπλωσης επιδημίας, εκδήλωσης μολυσματικών ασθενειών ή άλλης καταστροφής, είτε παρόμοια με τα προαναφερθέντα είτε όχι, ή
    2. ότι έχει ληφθεί ή απειλείται άμεσα από οποιοδήποτε πρόσωπο ή σώμα προσώπων τέτοιας φύσης και σε τόσο μεγάλη κλίμακα που ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια ασφάλεια ή να στερήσει την κοινότητα ή οποιοδήποτε σημαντικό μέρος της κοινότητας, των προμηθειών ή των υπηρεσιών που είναι απαραίτητα για τη ζωή.

Κεφάλαιο III: Ο Γενικός Κυβερνήτης[Επεξεργασία]

22. Ορισμός αξιώματος Υπάρχει Γενικός Κυβερνήτης της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ο οποίος είναι πολίτης που διορίζεται από την Αυτού Μεγαλειότητα και κατέχει τη θέση του χάρη της Αυτής Μεγαλειότητας και ο οποίος είναι εκπρόσωπος της Αυτής Μεγαλειότητας στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα.

23. Προσωρινός Γενικός Κυβερνήτης

  1. Κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε περιόδου κατά την οποία το αξίωμα του Γενικού Κυβερνήτη είναι κενό ή ο κάτοχος του αξιώματος του Γενικού Κυβερνήτη απουσιάζει από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο δεν είναι σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντα του αξιώματός του, τα καθήκοντα αυτά μπορούν να εκτελεστούν από οποιονδήποτε ορίσει η Αυτού Μεγαλειότητα.
  2. Οποιοδήποτε τέτοιο πρόσωπο όπως προαναφέρθηκε δε συνεχίζει να ασκεί τα καθήκοντα του αξιώματος του Γενικού Κυβερνήτη εάν ο κάτοχος του αξιώματος του Γενικού Κυβερνήτη του έχει ενημερώσει ότι πρόκειται να αναλάβει ή να επαναλάβει αυτά τα αξιώματα.
  3. Ο κάτοχος του αξιώματος του Γενικού Κυβερνήτη δε θεωρείται, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως απουσιάζων από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή αδυνατεί να ασκήσει τα καθήκοντά του:
    1. λόγω του μεταβαίνει από ένα μέρος της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα σε άλλο, ή
    2. κάθε φορά που υπάρχει διορισμός ενός αναπληρωτή δυνάμει του άρθρου 25 του παρόντος Συντάγματος.

24. Όρκοι Το πρόσωπο που έχει ορισθεί να κατέχει ή να ενεργεί στο αξίωμα του Γενικού Κυβερνήτη πρέπει, πριν αναλάβει τα καθήκοντα του εν λόγω αξιώματος, να δώσει και να προσυπογράψει τον όρκο της πίστης και τον όρκο του αξιώματος.

25. Αναπληρωτής του Γενικού Κυβερνήτη   

  1. Όταν ο Γενικός Κυβερνήτης:
    1. υποχρεούται να απουσιάζει από την έδρα της κυβέρνησης, αλλά όχι από την Αντίγκουα και τη Μπαρμπούντα,
    2. υποχρεούται να απουσιάζει από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα για περίοδο που θεωρεί, κατά την κρίση του, σύντομης διάρκειας, ή
    3. πάσχει από ασθένεια την οποία θεωρεί, κατά την κρίση του, σύντομης διάρκειας,

μπορεί, σύμφωνα με τη συμβουλή του Πρωθυπουργού, να διορίσει οποιονδήποτε στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ως αναπληρωτή του κατά τη διάρκεια αυτής της απουσίας ή ασθένειας και υπό την ιδιότητα αυτή να εκτελεί για λογαριασμό του τα καθήκοντα του Γενικού Κυβερνήτη όπως μπορεί να διευκρινίζεται στο όργανο με το οποίο διορίζεται.

  1. Η εξουσία και η αρχή του Γενικού Κυβερνήτη δεν θα πρέπει να συντομευθεί, τροποποιηθεί ή επηρεαστεί με οποιονδήποτε τρόπο από τον διορισμό ενός αναπληρωτή σύμφωνα με το άρθρο αυτό και με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος Συντάγματος, ο αναπληρωτής πρέπει να συμμορφώνεται και να τηρεί όλες τις οδηγίες που ο Γενικός Κυβερνήτης, κατά την κρίση του, μπορεί από καιρό σε καιρό να του απευθύνει:

Υπό την προϋπόθεση ότι το ζήτημα του κατά πόσον ένας αναπληρωτής έχει συμμορφωθεί ή δεν έχει τηρήσει τέτοιες οδηγίες δεν θα πρέπει να διερευνηθεί από οποιοδήποτε δικαστήριο.

  1. Ο διορισμένος ως αναπληρωτής δυνάμει του παρόντος άρθρου ορίζει τον διορισμό αυτό για χρονικό διάστημα που καθορίζεται στην πράξη με την οποία διορίζεται και ο διορισμός του μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από τον Γενικό Κυβερνήτη, μετά από παρότρυνση του Πρωθυπουργού.

26. Δημόσια Σφραγίδα Ο Γενικός Κυβερνήτης φυλάσσει και χρησιμοποιεί τη Δημόσια Σφραγίδα για τη σφράγιση όλων των αντικειμένων που πρέπει να σφραγιστούν με τη δημόσια σφραγίδα.

Κεφάλαιο IV: Κοινοβούλιο[Επεξεργασία]

Τμήμα 1: Σύσταση και σύνθεση του Κοινοβουλίου[Επεξεργασία]

27. Σύσταση του Κοινοβουλίου Υπάρχει Κοινοβούλιο στην και για την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα το οποίο αποτελείται από την Αυτού Μεγαλειότητα, τη Γερουσία και τη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Γερουσία[Επεξεργασία]

28. Σύνθεση της Γερουσίας

  1. Η Γερουσία απαρτίζεται από δεκαεπτά μέλη τα οποία, αφού είναι κατάλληλα για διορισμό ως Γερουσιαστές σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Συντάγματος, έχουν διοριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και τόσα προσωρινά μέλη (εφόσον υπάρχουν) σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 του παρόντος Συντάγματος.
  2. Δέκα Γερουσιαστές διορίζονται από τον Γενικό Κυβερνήτη μετά από συμβουλές του Πρωθυπουργού.
  3. Τέσσερις Γερουσιαστές διορίζονται από τον Γενικό Κυβερνήτη, ενεργώντας σύμφωνα με τις συμβουλές του ηγέτη της αντιπολίτευσης.
  4. Με την επιφύλαξη του εδαφίου (7) του παρόντος άρθρου, ένας Γερουσιαστής διορίζεται από τον Γενικό Κυβερνήτη κατά την κρίση του από γνωστά πρόσωπα ή πρόσωπα που εκπροσωπούν τέτοια συμφέροντα, όπως θεωρεί ο Γενικός Κυβερνήτης ότι πρέπει να εκπροσωπούνται στη Γερουσία.
  5. Ο Γενικός Κυβερνήτης διορίζει έναν Γερουσιαστή σύμφωνα με τις συμβουλές του Συμβουλίου της Μπαρμπούντα.
  6. Ένας Γερουσιαστής, κάτοικος της Μπαρμπούντα, διορίζεται από τον Γενικό Κυβερνήτη με βάση τις συμβουλές του Πρωθυπουργού.
  7. Πριν από τον διορισμό οποιουδήποτε προσώπου που εκπροσωπεί τα συμφέροντα σύμφωνα με το εδάφιο (4) του παρόντος άρθρου, ο Γενικός Κυβερνήτης διαβουλεύεται με τα πρόσωπα αυτά κατά την κρίση του τα οποία θεωρεί ότι μπορεί να συζητήσει για τα συμφέροντα που τους ενδιαφέρουν και θα πρέπει να διαβουλευθούν.

29. Προσόντα σχετικά με τον διορισμό ως Γερουσιαστές Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 30 του παρόντος Συντάγματος, κάθε πρόσωπο που κατά την ημερομηνία διορισμού του:

  1. είναι πολίτης ηλικίας είκοσι ενός ετών ή άνω,
  2. κατοικούσε στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα για περίοδο δώδεκα μηνών πριν από την ημερομηνία του διορισμού του, και
  3. είναι σε θέση να μιλήσει και, αν δεν είναι ανίκανος από τύφλωση ή άλλο φυσικό λόγο, να διαβάσει την αγγλική γλώσσα με επαρκή γνώση ώστε να μπορέσει να συμμετάσχει ενεργά στις εργασίες της Γερουσίας,

έχει τα προσόντα για να διοριστεί ως γερουσιαστής.

30. Απόρριψη από τον διορισμό ως Γερουσιαστής

  1. Δεν μπορεί να διοριστεί ως γερουσιαστής οποιοσδήποτε:
    1. βρίσκεται, δυνάμει της δικής του πράξης, υπό οποιαδήποτε αναγνώριση ή υπαιτιότητα, υπακοή ή προσήλωση σε ξένη εξουσία ή κράτος,
    2. είναι μέλος της Βουλής,
    3. βρίσκεται σε μη εκκαθαρισμένη πτώχευση, έχοντας κηρυχθεί σε πτώχευση δυνάμει οποιουδήποτε νόμου,
    4. είναι πρόσωπο που έχει πιστοποιηθεί ότι πάσχει από νοητικές ασθένειες ή άλλως κριθεί ότι είναι ανήμπορος σύμφωνα με οποιοδήποτε νόμο,
    5. είναι καταδικασμένος σε ποινή φυλάκισης (υπό οποιαδήποτε ονομασία) για περίοδο δώδεκα μηνών ή άνω των δώδεκα μηνών και δεν έχει υποστεί ούτε την τιμωρία στην οποία έχει καταδικαστεί, ούτε άλλη τιμωρία όπως μπορεί να αντικατασταθεί από την αρμόδια αρχή ή έχει λάβει χάρη.
    6. αποκλείεται για εκλογή στη Βουλή από ή δυνάμει οποιουδήποτε νόμου λόγω της σύνδεσής του με οποιοδήποτε αδίκημα που σχετίζεται με τις εκλογές,
    7. κατέχει ή ασκεί καθήκοντα σε οποιοδήποτε δημόσιο αξίωμα ή στο αξίωμα του δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή του Διαμεσολαβητή, είτε είναι μέλος της Επιτροπής Εκλογικών Περιφερειών, της Επιτροπής Δικαστικών και Νομικών Υπηρεσιών, της Επιτροπής Δημόσιων Υπηρεσιών ή της Επιτροπής Αστυνομικών Υπηρεσιών,
    8. έχει, κατά τη διάρκεια των δέκα ετών που προηγούνται της προτεινόμενης ημερομηνίας διορισμού του ως γερουσιαστή, καταδικαστεί για κατηγορία κλοπής, απάτης ή άλλου εγκλήματος που αφορά απιστία και ο οποίος:
      1. δεν άσκησε έφεση κατά της καταδίκης αυτής, ή
      2. επέβαλε ένσταση κατά της καταδίκης αυτής και της οποίας η προσφυγή δεν έγινε δεκτή, και
      3. δεν έχει λάβει χάρη σε σχέση με το αδίκημα, ή
    9. είναι κληρικός.
  2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (1) (7) του παρόντος άρθρου, το Κοινοβούλιο μπορεί να προβλέπει ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν μπορεί να διοριστεί ως Γερουσιαστής σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
    1. εάν κατέχει ή ασκεί οποιοδήποτε αξίωμα ορίζεται από το Κοινοβούλιο και του οποίου τα καθήκοντα εμπίπτουν στην αρμοδιότητα ή σε σχέση με τη διεξαγωγή εκλογής ή τη σύνταξη ή την αναθεώρηση οποιουδήποτε μητρώου εκλογέων για τους σκοπούς της εκλογής,
    2. Με την επιφύλαξη τυχόν εξαιρέσεων και περιορισμών που ορίζει το Κοινοβούλιο, εάν:
      1. κατέχει ή ενεργεί σε οποιοδήποτε αξίωμα ή διορισμό που ορίζεται από το Κοινοβούλιο είτε ατομικά είτε με αναφορά σε κατηγορία ή διορισμό,
      2. ανήκει σε οποιαδήποτε ένοπλη δύναμη της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή σε οποιαδήποτε κατηγορία προσώπων που περιλαμβάνεται σε οποιαδήποτε τέτοια δύναμη, ή
      3. ανήκει στην Αστυνομική Δύναμη ή σε οποιαδήποτε κατηγορία προσώπου που περιλαμβάνεται στην Αστυνομική Δύναμη.
  3. Για τους σκοπούς του εδαφίου (1) (5) του παρόντος άρθρου:
    1. δύο ή περισσότερες ποινές φυλάκισης που επιβάλλονται διαδοχικά, θεωρούνται ξεχωριστές ποινές αν καμία από τις ποινές αυτές δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες, αλλά αν κάποια από τις ποινές αυτές υπερβαίνει το όριο αυτό, θεωρούνται ως μία ποινή, και
    2. δεν λαμβάνεται υπόψη η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε ως εναλλακτική λύση ή σε αθέτηση της καταβολής προστίμου.

31. Θητεία των γερουσιαστών

  1. Κάθε Γερουσιαστής εγκαταλείπει την έδρα του στη Γερουσία:
    1. κατά την επόμενη διάλυση του Κοινοβουλίου μετά τον διορισμό του,
    2. εάν με τη συγκατάθεσή του ορίζεται ως υποψήφιος για εκλογή στη Βουλή,
    3. εάν χάσει τα πολιτικά του δικαιώματα,
    4. εάν απουσιάζει από τις συνεδριάσεις της Γερουσίας για τέτοια περίοδο ή περιόδους και υπό τις περιστάσεις που προβλέπονται από τον κανονισμό διαδικασίας της Γερουσίας,
    5. με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου, εάν προκύψουν οποιεσδήποτε περιστάσεις πως, εάν δεν ήταν γερουσιαστής, θα αναγκαζόταν να αποκλειστεί από τον διορισμό του σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 30 του παρόντος Συντάγματος ή κάθε νόμου που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του εδαφίου (2) αυτού του άρθρου.
    6. εάν ο Γενικός Κυβερνήτης, ενεργώντας σύμφωνα με τις συστάσεις του Πρωθυπουργού στην περίπτωση Γερουσιαστή που διορίζεται σύμφωνα με τις συστάσεις αυτές, ή σύμφωνα με τις συστάσεις του Προέδρου της Αντιπολίτευσης σε περίπτωση γερουσιαστή διορισμένου σύμφωνα με σύσταση ή σύμφωνα με τις συστάσεις του Συμβουλίου της Μπαρμπούντα σε περίπτωση γερουσιαστή διορισμένου σύμφωνα με αυτή τη σύσταση ή κατά την κρίση του στην περίπτωση γερουσιαστή ο οποίος διορίζεται από αυτόν κατά την κρίση του, δηλώνει την έδρα του γερουσιαστή αυτού ως κενή. ή
    7. εάν, αφού έχει διοριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 (6) του παρόντος Συντάγματος, και παύει να είναι κάτοικος της Μπαρμπούντα.
    1. Εάν σύμφωνα με περιστάσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1) (5) αυτού του άρθρου προκύπτουν επειδή ένας Γερουσιαστής καταδικάζεται για κακούργημα ή για οποιοδήποτε άλλο αδίκημα που αφορά απιστία, καταδικασμένο σε θάνατο ή φυλάκιση, χρεοκοπεί ή καταδικάζεται για οποιοδήποτε αδίκημα που σχετίζεται με εκλογές υπό συνθήκες που δε του δίνουν το δικαίωμα εκλογής στη Βουλή και εάν ο Γερουσιαστής είναι σε θέση να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης (είτε με άδεια δικαστηρίου ή άλλης αρχής είτε χωρίς άδεια), παύει αμέσως να ασκεί τα καθήκοντά του ως Γερουσιαστής, αλλά, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσας υποπαραγράφου, δεν πρέπει να εγκαταλείψει την έδρα του μέχρι τη λήξη τριάντα ημερών που ακολουθούν:

Με την προϋπόθεση ότι ο Πρόεδρος μπορεί, κατόπιν αιτήματος του Γερουσιαστή, να παρατείνει εκ περιτροπής την προθεσμία αυτή για άλλες τριάντα ημέρες, ώστε να μπορέσει ο Γερουσιαστής να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης, οπότε οι παρατάσεις του χρόνου που υπερβαίνουν συνολικά εκατόν πενήντα ημέρες δεν πρέπει να δίνονται χωρίς την έγκριση, η οποία υποδεικνύεται με απόφαση, της Γερουσίας.

    1. Εάν, κατά την εκδίκαση προσφυγής, οι περιστάσεις αυτές εξακολουθούν να υφίστανται και δεν μπορεί να ασκηθεί περαιτέρω προσφυγή στον Γερουσιαστή ή εάν, λόγω της λήξης οποιασδήποτε προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής ή της ειδοποίησής του ή της άρνησης της άσκησης προσφυγής ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, παύει να είναι υπάρχει δικαίωμα στον γερουσιαστή για άσκηση έφεσης, πρέπει αμέσως να εγκαταλείψει την έδρα του.
    2. Εάν οποιαδήποτε στιγμή πριν ο Γερουσιαστής εγκαταλείψει την έδρα του, οι περιστάσεις που προαναφέρθηκαν παύουν να υπάρχουν, η έδρα του δεν θα καταστεί κενή κατά τη λήξη της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο (1) του παρόντος εδαφίου και μπορεί να επανέλθει στην εκτέλεση των καθηκόντων του Γερουσιαστή.

32. Διορισμός προσωρινών Γερουσιαστών

  1. Όταν ο Γερουσιαστής δεν είναι σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντά του ως Γερουσιαστής λόγω της απουσίας του από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή λόγω της αναστολής του δυνάμει του άρθρου 31 παράγραφος 2 του παρόντος Συντάγματος ή λόγω ασθενείας, ένα πρόσωπο έχει το δικαίωμα να διοριστεί ως Γερουσιαστής για να είναι προσωρινά μέλος της Γερουσίας κατά τη διάρκεια αυτής της απουσίας, αναστολής ή ασθένειας.
  2. Οι διατάξεις του άρθρου 31 του παρόντος Συντάγματος ισχύουν για ένα μέλος της Γερουσίας που διορίζεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, όπως ισχύουν για έναν Γερουσιαστή ο οποίος διορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 28 του παρόντος Συντάγματος και ο ορισμός που γίνεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο παύει εν πάση περιπτώσει να ισχύει αν ο διορισθείς υπάλληλος ενημερωθεί από τον Γενικό Κυβερνήτη ότι οι περιστάσεις που οδήγησαν στο διορισμό του έχουν πάψει να υφίστανται.
  3. Κατά την άσκηση των εξουσιών που του ανατίθενται από το παρόν τμήμα, ο Γενικός Κυβερνήτης ενεργεί:
    1. σύμφωνα με τις συστάσεις του Πρωθυπουργού σε σχέση με έναν Γερουσιαστή που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 28 (2) ή 28 (6) του παρόντος Συντάγματος,
    2. σύμφωνα με τις συστάσεις του ηγέτη της αντιπολίτευσης σε σχέση με έναν Γερουσιαστή που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 28 (3) του παρόντος Συντάγματος,
    3. κατά τη διακριτική του ευχέρεια σε σχέση με έναν Γερουσιαστή ο οποίος διορίζεται από αυτόν σύμφωνα με το άρθρο 28 (4) του παρόντος Συντάγματος, και
    4. σύμφωνα με τις συστάσεις του Συμβουλίου της Μπαρμπούντα σε σχέση με έναν Γερουσιαστή που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 28 (5) του παρόντος Συντάγματος.

33. Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος

  1. Όταν η Γερουσία συνεδριάζει για πρώτη φορά μετά από εθνικές εκλογές και πριν προχωρήσει στην πραγματοποίηση οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας της, εκλέγει έναν Γερουσιαστή ως Πρόεδρο και εάν η θέση του Προέδρου καταστεί κενή οποιαδήποτε στιγμή πριν από την επόμενη διάλυση του Κοινοβουλίου, η Γερουσία, το συντομότερο δυνατό, εκλέγει άλλον Γερουσιαστή ως Πρόεδρο.
  2. Όταν η Γερουσία συνεδριάζει για πρώτη φορά μετά από εθνικές εκλογές και πριν προχωρήσει σε οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα εκτός από την εκλογή του Προέδρου, εκλέγει έναν Γερουσιαστή ως Αντιπρόεδρο, και εάν η θέση του Αντιπροέδρου καταστεί κενή οποιαδήποτε στιγμή πριν από την επόμενη διάλυση του Κοινοβουλίου, η Γερουσία, το συντομότερο δυνατό, εκλέγει έναν άλλο Γερουσιαστή ως Αντιπρόεδρο.
  3. Η Γερουσία δεν εκλέγει Γερουσιαστή που είναι Υπουργός ή Κοινοβουλευτικός Γραμματέας ως Πρόεδρο ή Αντιπρόεδρο.
  4. Καμία λειτουργία (εκτός από την εκλογή Προέδρου) δεν διεκπεραιώνεται στη Γερουσία οποιαδήποτε στιγμή, όταν η θέση του Προέδρου είναι κενή.
  5. Ένα πρόσωπο απαλλάσσεται από το αξίωμα του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου,
    1. αν παύσει να είναι Γερουσιαστής, εκτός από την περίπτωση που ο Πρόεδρος εγκαταλείψει το αξίωμά μετά από διάλυση του Κοινοβουλίου μέχρι τη συνεδρίαση της Γερουσίας για πρώτη φορά μετά τη διάλυση αυτή, ή
    2. εάν διοριστεί ως Υπουργός ή Κοινοβουλευτικός Γραμματέας ή
    3. στην περίπτωση του Αντιπροέδρου, εάν εκλεγεί ως Πρόεδρος.
    1. Εάν, σύμφωνα με το άρθρο 31 (2) του παρόντος Συντάγματος, το πρόσωπο που είναι Πρόεδρος ή Αντιπρόεδρος έχει παυθεί από την άσκηση των καθηκόντων του ως Γερουσιαστής, παύει επίσης να ασκεί τα καθήκοντα του ως Προέδρου ή Αντιπροέδρου, τα καθήκοντα που είχε, έως ότου εγκαταλείψει την έδρα του στη Γερουσία ή επαναλάβει την εκτέλεση των καθηκόντων του ως γερουσιαστής, ασκούνται
      1. στην περίπτωση του Προέδρου, από τον Αντιπρόεδρο ή εάν η θέση του Αντιπροέδρου είναι κενή ή το πρόσωπο που είναι Αντιπρόεδρος παύεται από την άσκηση των καθηκόντων του ως Γερουσιαστής δυνάμει του άρθρου 31 παράγραφος 2 του παρόντος Συντάγματος, από Γερουσιαστή (όχι Υπουργός ή Κοινοβουλευτικός Γραμματέας), που μπορεί να εκλέξει η Γερουσία για τον σκοπό αυτό, και
      2. στην περίπτωση του Αντιπροέδρου, από τον Γερουσιαστή (που δεν είναι Υπουργός ή Κοινοβουλευτικός Γραμματέας), που μπορεί να εκλέξει η Γερουσία για τον σκοπό αυτό.
    2. Εάν ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος συνεχίσει την εκτέλεση των καθηκόντων του ως Γερουσιαστής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 παράγραφος 2 του παρόντος Συντάγματος, θα επαναλάβει επίσης την εκτέλεση των καθηκόντων του ως Προέδρου ή Αντιπροέδρου.

34. Συμμετοχή του Γενικού Εισαγγελέα στις εργασίες της Γερουσίας Ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος ή άλλο μέλος που προεδρεύει στη Γερουσία μπορεί να ζητήσει από τον Γενικό Εισαγγελέα να παρίσταται σε οποιαδήποτε διαδικασία της Γερουσίας, εάν θεωρεί ότι η δραστηριότητα ενώπιον της Γερουσίας σε αυτή τη διαδικασία καθιστά επιθυμητή την παρουσία του Γενικού Εισαγγελέα, και εφόσον το ζητήσει ο Γενικός Εισαγγελέας μπορεί να συμμετέχει στις εργασίες της Γερουσίας αποκλειστικά για να δώσει εξηγήσεις σχετικά με τα θέματα ενώπιον της Γερουσίας σε αυτές τις διαδικασίες ενώ δεν έχει δικαίωμα ψήφου στη Γερουσία.

35. Συμμετοχή στις εργασίες της Γερουσίας των Υπουργών που είναι μέλη της Βουλής

  1. Ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος ή άλλο μέλος που προεδρεύει στη Γερουσία μπορεί να ζητήσει από έναν Υπουργό που είναι μέλος της Βουλής να παρευρεθεί σε οποιαδήποτε διαδικασία της Γερουσίας, αν θεωρεί ότι η υπόθεση ενώπιον της Γερουσίας στις διαδικασίες αυτές εμπίπτει στο χαρτοφυλάκιο του εν λόγω υπουργού και εάν θεωρεί επιθυμητή την παρουσία αυτού του Υπουργού.
  2. Ο Υπουργός ο οποίος καλείται να παραστεί σε οποιαδήποτε διαδικασία της Γερουσίας μπορεί να συμμετέχει στη διαδικασία αποκλειστικά και μόνο για να δώσει εξηγήσεις σχετικά με θέματα που εμπίπτουν στο χαρτοφυλάκιό του και δεν έχει δικαίωμα ψήφου στη Γερουσία.

Βουλή των Αντιπροσώπων[Επεξεργασία]

36. Σύνθεση της Βουλής

  1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου, το Σώμα αποτελείται από αριθμό εκλεγέντων μελών ίσο με τον αριθμό των περιφερειών που εκάστοτε καθορίζεται με Διάταξη δυνάμει του Τμήματος 4 του παρόντος Κεφαλαίου, οι οποίοι εκλέγονται με τρόπο που, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος Συντάγματος, μπορεί να επιβάλλεται από οποιαδήποτε απόφαση του Κοινοβουλίου.
  2. Αν το πρόσωπο που ασκεί το αξίωμα του Προέδρου δεν είναι άλλως μέλος της Βουλής, είναι μέλος της Βουλής εξ αιτίας της κατοχής του εν λόγω αξιώματος.
  3. Αν το πρόσωπο που κατέχει ή ενεργεί στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα δεν είναι άλλως μέλος της Βουλής, είναι μέλος της Βουλής με την ιδιότητα του κατόχου ή του ενεργούντος στο εν λόγω αξίωμα αλλά δεν έχει δικαίωμα ψήφου στη Βουλή.

37. Συμμετοχή Πληρεξούσιων Γερουσιαστών σε διαδικασίες της Βουλής

  1. Ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος ή άλλο μέλος που προεδρεύει στη Βουλή μπορεί να ζητήσει από έναν Γερουσιαστή να παρευρεθεί σε οποιαδήποτε διαδικασία της Βουλής εάν θεωρεί ότι η υπόθεση ενώπιον της Βουλής στη συγκεκριμένη διαδικασία εμπίπτει στο χαρτοφυλάκιο του αρμόδιου Υπουργού και αν θεωρεί επιθυμητή την παρουσία τέτοιου ατόμου.
  2. Ο πληρεξούσιος ο οποίος καλείται να παραστεί σε οποιαδήποτε διαδικασία της Βουλής μπορεί να συμμετέχει στη διαδικασία αποκλειστικά για να δώσει εξηγήσεις σχετικά με θέματα που εμπίπτουν στο χαρτοφυλάκιό του και δεν έχει δικαίωμα ψήφου στη Βουλή.

38. Προσόντα για εκλογή ως μέλος της Βουλής Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 39 του παρόντος Συντάγματος, κάθε πρόσωπο που κατά την ημερομηνία της εκλογής του,

  1. είναι πολίτης ηλικίας είκοσι ενός ετών ή άνω,
  2. κατοικούσε στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα για περίοδο δώδεκα μηνών πριν από την ημερομηνία της εκλογής του, και
  3. είναι σε θέση να μιλήσει και, αν δεν είναι ανίκανος από τύφλωση ή άλλο φυσικό λόγο, να διαβάσει την αγγλική γλώσσα με επάρκεια ώστε να μπορέσει να συμμετάσχει ενεργά στις εργασίες της Βουλής,

έχει τα προσόντα για να εκλεγεί ως μέλος της Βουλής.

39. Αποκλεισμοί από την εκλογή ως μέλος της Βουλής

  1. Κανένα πρόσωπο δεν μπορεί να έχει τα προσόντα για να εκλεγεί ως μέλος της Βουλής εαν,
    1. είναι, λόγω δικής του πράξης, υπό οποιαδήποτε πίστη, υπακοή ή προσχώρηση σε ξένη εξουσία ή κράτος.
    2. είναι Γερουσιαστής ή προσωρινό μέλος της Γερουσίας.
    3. βρίσκεται σε μη εκκαθαρισμένη πτώχευση, έχοντας κηρυχθεί σε πτώχευση δυνάμει οποιουδήποτε νόμου.
    4. είναι άτομο που έχει πιστοποιηθεί ότι είναι παράφρων ή έχει άλλως κριθεί ότι είναι ακατάλληλο σύμφωνα με οποιοδήποτε νόμο.
    5. υπόκειται σε ποινή θανάτου που του έχει επιβληθεί από δικαστήριο ή έχει καταδικαστεί σε φυλάκιση (με οποιαδήποτε ονομασία) για περίοδο που υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες και δεν έχει υποστεί ούτε την τιμωρία στην οποία καταδικάστηκε ούτε άλλη τιμωρία, ούτε κάποια αρμόδια αρχή έχει αντικαταστήσει την ποινή ή έχει λάβει δωρεάν χάρη.
    6. αποκλείεται για τον διορισμό του στη Βουλή από ή με οποιονδήποτε νόμο λόγω της σύνδεσής του με οποιοδήποτε αδίκημα που σχετίζεται με τις εκλογές.
    7. κατέχει ή ενεργεί σε οποιοδήποτε δημόσιο αξίωμα ή στο αξίωμα του δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή του Διαμεσολαβητή ή είναι μέλος της Επιτροπής Ορίων Εκλογικών Περιφερειών, της Επιτροπής Δικαστικών και Νομικών Υπηρεσιών, της Επιτροπής Δημόσιων Υπηρεσιών ή της Επιτροπής Αστυνομικής Υπηρεσίας.
    8. χει καταδικαστεί, εντός προθεσμίας δέκα ετών αμέσως πριν από την προτεινόμενη ημερομηνία της εκλογής του ως μέλους της Βουλής, για κατηγορία κλοπής, απάτης ή άλλου τέτοιου εγκλήματος που αφορά απιστία και που:
      1. δεν ασκήθηκε έφεση κατά της καταδίκης αυτής, ή
      2. ασκήθηκε έφεση κατά της εν λόγω καταδίκης και της οποίας η προσφυγή δεν έγινε δεκτή, και
      3. δεν έχει λάβει δωρεάν χάρη σε σχέση με το αδίκημα, ή
    9. είναι κληρικός θρησκείας.
  2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (1) (5) του παρόντος άρθρου, το Κοινοβούλιο μπορεί να προβλέπει ότι ένα πρόσωπο δεν μπορεί να εκλεγει ως μέλος της Βουλής σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
    1. εάν κατέχει ή ενεργεί σε οποιοδήποτε αξίωμα που καθορίζεται από το Κοινοβούλιο και το καθήκον του οποίου είναι η ευθύνη για ή σε σχέση με τη διεξαγωγή εκλογών ή τη σύνταξη ή την αναθεώρηση οποιουδήποτε μητρώου εκλογέων για σκοπούς εκλογής,
    2. με την επιφύλαξη τυχόν εξαιρέσεων και περιορισμών που προβλέπονται από το Κοινοβούλιο, εάν:
      1. κατέχει ή ενεργεί σε οποιοδήποτε αξίωμα ή διορισμό, όπως ορίζεται από το Κοινοβούλιο είτε μεμονωμένα είτε με αναφορά σε κατηγορία ή διορισμό, ή
      2. ανήκει σε οποιαδήποτε ένοπλη δύναμη της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή σε οποιαδήποτε κατηγορία προσώπου που περιλαμβάνεται σε οποιαδήποτε τέτοια δύναμη.
  3. Για τους σκοπούς του εδαφίου (1) (5) αυτού του άρθρου,
    1. δύο ή περισσότερες ποινές φυλάκισης που πρέπει να επιδίδονται διαδοχικά θεωρούνται ως ξεχωριστές ποινές αν καμία από τις ποινές αυτές δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες, αλλά εάν μια τέτοια ποινή υπερβαίνει τον όρο αυτό, θεωρούνται ως μία ποινή, και
    2. δε λαμβάνεται υπόψη η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε ως εναλλακτική λύση ή σε αθέτηση της καταβολής προστίμου.

40. Εκλογή μελών της Βουλής

  1. Κάθε εκλογική περιφέρεια που έχει συσταθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 62 του παρόντος Συντάγματος εκλέγει ένα μέλος στη Βουλή, το οποίο εκλέγεται άμεσα με τον τρόπο που δύναται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Συντάγματος, οι οποίες περιγράφονται από ή υπό οποιονδήποτε νόμο.
  2. Κάθε πολίτης της Κοινοπολιτείας ηλικίας δεκαοκτώ ετών ή και άνω που κατέχει τέτοια προσόντα σχετικά με την κατοικία ή τον τόπο διαμονής στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ως Κοινοβούλιο μπορεί να εγγραφεί, εκτός εάν αποκλείεται από οποιοδήποτε νόμο από την εγγραφή ως ψηφοφόρος με σκοπό την εκλογή μέλος της Βουλής, δικαιούται να εγγραφεί ως εκλογέας σύμφωνα με τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου για λογαριασμό του χωρίς να έχει το δικαίωμα εγγραφής κανενός άλλου προσώπου.
  3. Κάθε πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο ως ψηφοφόρος δυνάμει του εδαφίου (2) αυτού του άρθρου σε οποιαδήποτε εκλογική περιφέρεια δεν δικαιούται, εκτός εάν αποκλείεται από οποιοδήποτε νόμο να ψηφίσει στην εκλογική αυτή περιφέρεια κατά την εκλογή μελών της Βουλής, να ψηφίζει σύμφωνα με τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου για άλλο άτομο.
  4. Σε κάθε εκλογή μελών της Βουλής, οι ψήφοι ασκούνται ελεύθερα μέσω μυστικής ψηφοφορίας κατά τέτοιον τρόπο, όπως περιγράφεται από πράξη του Κοινοβουλίου.

41. Θητεία των μελών της Βουλής

  1. Κάθε μέλος της Βουλής εγκαταλείπει την έδρα του στη Βουλή:
    1. κατά την επόμενη διάλυση του Κοινοβουλίου μετά την εκλογή του,
    2. εάν χάσει τα πολιτικά του δικαιώματα,
    3. εάν απουσιάζει από τις συνεδριάσεις της Βουλής για τέτοια περίοδο ή περιόδους και υπό τις περιστάσεις που προβλέπονται από τον κανονισμό του Κοινοβουλίου,
    4. με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου, εάν προκύψουν οποιεσδήποτε περιστάσεις όπου, αν δεν ήταν μέλος του Σώματος, θα τον αναγκάζε να αποκλειστεί από την εκλογή ως τέτοιου δυνάμει του άρθρου 39 (1) του παρόντος Συντάγματος, ή
    5. εάν μετά την εκλογή του στη Βουλή ως μέλος πολιτικού κόμματος, παραιτείται από το κόμμα του και αποσύρεται από το κόμμα αυτό:

Υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υποχρεωθεί να εγκαταλείψει την έδρα του, εφόσον παραμένει ανεξάρτητο μέλος της Βουλής.

    1. Εάν οι περιστάσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1) (4) αυτού του άρθρου προκύπτουν επειδή ένα μέλος της Βουλής καταδικάζεται για κακούργημα ή για οποιοδήποτε άλλο αδίκημα που αφορά απιστία, καταδίκη σε θάνατο ή φυλάκιση, απόφαση για παράφρον άτομο, ή κήρυξη σε πτώχευση ή καταδίκη για οποιοδήποτε αδίκημα που σχετίζεται με εκλογές σε περιστάσεις όπου αποκλείουν την εκλογή του στη Βουλή και εάν υπάρχει δυνατότητα στο μέλος να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης (είτε με άδεια δικαστηρίου ή άλλης αρχής ή χωρίς αυτή την άδεια), παύει να ασκεί τα καθήκοντά του ως μέλος της Βουλής, αλλά, με την επιφύλαξη της διάταξης του παρόντος άρθρου, δεν εγκαταλείπει την έδρα του μέχρι την εκπνοή τριάντα ημερών:

Με την προϋπόθεση ότι ο Πρόεδρος μπορεί, κατά καιρούς, να παρατείνει την προθεσμία αυτή για άλλες τριάντα ημέρες, ώστε να μπορέσει το μέλος να ασκήσει προσφυγή κατά της απόφασης, οπότε οι παρατάσεις του χρόνου που υπερβαίνουν συνολικά εκατόν πενήντα ημέρες δεν πρέπει να δίδονται χωρίς την έγκριση, με απόφαση, της Βουλής.

    1. Εάν, κατά την εκδίκαση οποιασδήποτε προσφυγής, οι περιστάσεις αυτές εξακολουθούν να υφίστανται και δεν μπορεί να ασκηθεί περαιτέρω προσφυγή από το μέλος ή αν, λόγω της λήξης οποιασδήποτε προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής ή ανακοίνωσης ή της άρνησης για οποιονδήποτε άλλο λόγο, παύει να υπάρχει δυνατότητα στο μέλος να ασκήσει έφεση, πρέπει να εγκαταλείψει αμέσως την έδρα του.
    2. Εάν οποιαδήποτε στιγμή πριν ο βουλευτής εγκαταλείψει την έδρα του, οι περιστάσεις που προαναφέρθηκαν παύουν να υφίστανται, η έδρα του δεν καθίσταται κενή κατά τη λήξη της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο (1) του παρόντος εδαφίου και μπορεί να επανέλθει στην εκτέλεση των καθηκόντων του ως μέλους της Βουλής.
  1. Σε περίπτωση που ένα εκλεγμένο μέλος της Βουλής εγκαταλείπει την έδρα του στη Βουλή σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων (2) έως (5) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου ή του εδαφίου (2) αυτού του άρθρου ή όταν η έδρα ενός εκλεγμένου μέλους της Βουλής μείνει κενή για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από τη διάλυση του Κοινοβουλίου, θα υπάρξει μια εκ των προτέρων εκλογή για την πλήρωση της έδρας της Βουλής που εκκενώθηκε από αυτό το μέλος και η επιλεκτική εκλογή θα πραγματοποιηθεί το αργότερο εκατόν είκοσι ημέρες μετά την ημέρα κατά την οποία έμεινε κενή η έδρα του μέλους της Βουλής, εκτός εάν το Κοινοβούλιο διαλυθεί νωρίτερα.

42. Πρόεδρος και Αναπληρωτής Πρόεδρος

  1. Όταν η Βουλή συνεδριάσει για πρώτη φορά μετά από εθνικές εκλογές και προτού προχωρήσει στην πραγματοποίηση οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας, εκλέγει πρόσωπο ο οποίος είναι ο Πρόεδρος, και εάν το αξίωμα του Προέδρου κενωθεί οποιαδήποτε στιγμή πριν από την επόμενη διάλυση του Κοινοβουλίου, η Βουλή θα πρέπει, το συντομότερο δυνατόν, να εκλέξει άλλο πρόσωπο στο εν λόγω αξίωμα.
  2. Ο Πρόεδρος μπορεί να εκλεγεί είτε από τα μέλη της Βουλής είτε από άτομα που δεν είναι μέλη της Βουλής, αλλά είναι κατάλληλα για να εκλεγούν ως τέτοια.
  3. Όταν η Βουλή συνεδριάσει για πρώτη φορά μετά από εθνικές εκλογές και προτού προχωρήσει σε οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα εκτός από την εκλογή του Προέδρου, εκλέγει μέλος του Σώματος ως Αναπληρωτή Πρόεδρο και εάν το αξίωμα του Αντιπροέδρου κενωθεί πριν από την επόμενη διάλυση του Κοινοβουλίου, η Βουλή εκλέγει, το συντομότερο δυνατόν, ένα άλλο μέλος για αυτό το αξίωμα.
  4. Η Βουλή δεν εκλέγει μέλος που είναι υπουργός ή κοινοβουλευτικός γραμματέας στη θέση του Προέδρου ή του Αναπληρωτή Προέδρου της Βουλής.
  5. Καμία λειτουργία (εκτός από την εκλογή Προέδρου) δεν πραγματοποιείται στη Βουλή οποιαδήποτε στιγμή, όταν το αξίωμα του Προέδρου είναι κενό.
  6. Ένα πρόσωπο εγκαταλείπει το αξίωμα του Προέδρου:
    1. στην περίπτωση ενός Προέδρου που εκλέγεται μεταξύ ατόμων που δεν είναι μέλη της Βουλής:
      1. όταν η Βουλή συνεδριάζει για πρώτη φορά μετά από οποιαδήποτε διάλυση του Κοινοβουλίου, ή
      2. εάν χάσει τα πολιτικά του δικαιώματα,
      3. εάν προκύψουν οποιεσδήποτε περιστάσεις που θα τον καθιστούσαν αποκλεισμένο για εκλογή ως μέλος της Βουλής δυνάμει οποιασδήποτε από τις διατάξεις του άρθρου 39 του παρόντος Συντάγματος, ή
    2. στην περίπτωση ενός Προέδρου που εκλέγεται μεταξύ των μελών της Βουλής:
      1. εάν παύσει να είναι μέλος της Βουλής, εκτός από την περίπτωση που ο Πρόεδρος δεν εγκαταλείψει το αξίωμά του μόνο λόγω του ότι έχει παύσει να είναι μέλος της Βουλής κατά τη διάλυση του Κοινοβουλίου έως ότου η Βουλή συναντηθεί για πρώτη φορά μετά τη διάλυση, ή
      2. αν διοριστεί ως Υπουργός ή κοινοβουλευτικός Γραμματέας.
  7. Ένα άτομο απομακρύνεται από το αξίωμα του Αναπληρωτή Προέδρου:
    1. εάν παύσει να είναι μέλος της Βουλής,
    2. εάν διοριστεί ως Υπουργός ή Κοινοβουλευτικός Γραμματέας, ή
    3. αν εκλεγεί ως Πρόεδρος.
    1. Εάν, δυνάμει του άρθρου 41 (2) του παρόντος Συντάγματος, ο Πρόεδρος ή ο Αναπληρωτής Πρόεδρος υποχρεωθεί να παύσει να ασκεί τα καθήκοντα του ως μέλος του Σώματος, παύει επίσης να εκτελεί τα καθήκοντα του ως Πρόεδρος ή Αναπληρωτής, και τα καθήκοντα αυτά, έως ότου εγκαταλείψει την έδρα του στη Βουλή ή συνεχίσει την εκτέλεση των καθηκόντων του αξιώματός του, εκτελούνται:
      1. στην περίπτωση του Προέδρου, από τον Αναπληρωτή Πρόεδρο ή, εάν το γραφείο του Αναπληρωτή Προέδρου είναι κενό ή ο Αναπληρωτής Πρόεδρος υποχρεούται να παύσει να ασκεί τα καθήκοντά του ως μέλος της Βουλής σύμφωνα με το άρθρο 41 (2) του παρόντος Συντάγματος, από ένα μέλος της Βουλής (ο οποίος δεν είναι Υπουργός ή Κοινοβουλευτικός Γραμματέας), μετά από εκλογή της Βουλής για τον σκοπό αυτό, ή
      2. στην περίπτωση του Αναπληρωτή Προέδρου, από μέλος της Βουλής (ο οποίος δεν είναι Υπουργός ή Κοινοβουλευτικός Γραμματέας), μετά από εκλογή της Βουλής για τον σκοπό αυτό.
  8. Αν ο Πρόεδρος ή ο Αναπληρωτής Πρόεδρος επαναλάβουν την εκτέλεση των καθηκόντων τους ως μέλη της Βουλής, σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 41 (2) του παρόντος Συντάγματος, μπορούν να συνεχίσουν την εξάσκηση των καθηκόντων τους σύμφωνα με την περίσταση.

43. Ταμίες των Κοινοβουλίων και το προσωπικό τους

  1. Πρέπει να υπάρχει Ταμίας στη Γερουσία και στη Βουλή, αλλά τα δύο αξιώματα μπορούν να βρίσκονται στην κατοχή του ίδιου προσώπου.
  2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου εκδίδεται από το Κοινοβούλιο, το αξίωμα του Ταμία κάθε κοινοβουλευτικού σώματος και τα αξιώματα των μελών του προσωπικού τους είναι δημόσια αξιώματα.

44. Προσδιορισμός των ζητημάτων ιδιότητας μέλους

  1. Το Ανώτατο Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάζει και να εξετάζει κάθε ζήτημα, εάν:
    1. κάθε πρόσωπο έχει εκλεγεί εγκύρως ως μέλος της Βουλής,
    2. κάθε πρόσωπο έχει διοριστεί εγκύρως ως Γερουσιαστής ή ως έκτακτο μέλος της Γερουσίας,
    3. κάθε πρόσωπο που έχει εκλεγεί ως Πρόεδρος μεταξύ ατόμων που δεν ήταν μέλη της Βουλής είχε το δικαίωμα να εκλεχθεί ή να κενώσει το αξίωμα του Προέδρου, ή
    4. κάθε μέλος της Βουλής έχει κενώσει την έδρα του ή απαιτείται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 41 (2) του παρόντος Συντάγματος να παύσει να ασκεί οποιαδήποτε από τις λειτουργίες του ως μέλος της Βουλής.
  2. Κάθε αίτημα προς το Ανώτατο Δικαστήριο για τον προσδιορισμό οποιουδήποτε ερωτήματος δυνάμει του εδαφίου (1) (1) αυτού του άρθρου μπορεί να υποβληθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που δικαιούται να ψηφίσει στην εκλογή στην οποία αναφέρεται η αίτηση ή από οποιοδήποτε υποψήφιο πρόσωπο στις εκλογές αυτές ή από τον Γενικό Εισαγγελέα.
  3. Κάθε μέλος της Βουλής ή ο Γενικός Εισαγγελέας μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο για τον προσδιορισμό οποιουδήποτε ερωτήματος δυνάμει του εδαφίου (1) (2) ή του εδαφίου (1) (3) αυτού του άρθρου.
  4. Μπορεί να υποβληθεί αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο για τον προσδιορισμό οποιουδήποτε ερωτήματος δυνάμει του εδαφίου (1) (4) αυτού του άρθρου:
    1. από οποιοδήποτε μέλος της Βουλής ή από τον Γενικό Εισαγγελέα, ή
    2. στην περίπτωση της έδρας ενός μέλους της Βουλής, από οποιοδήποτε πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο σε κάποια εκλογική περιφέρεια ως ψηφοφόρος με σκοπό την εκλογή μελών της Βουλής.

@Εάν κάποιος άλλος πλην του Γενικού Εισαγγελέα υποβάλλει αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο για τον προσδιορισμό οποιουδήποτε ερωτήματος βάσει του παρόντος άρθρου, ο Γενικός Εισαγγελέας μπορεί να παρέμβει και να εμφανιστεί ή να εκπροσωπηθεί στη δίκη.

  1. Κάθε ένδικο μέσο μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του Εφετείου από οποιαδήποτε τελική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου που καθορίζει ένα τέτοιο ερώτημα όπως αναφέρεται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου.
  2. Οι περιστάσεις, ο τρόπος και η επιβολή όρων για την υποβολή οποιασδήποτε αίτησης στο Ανώτατο Δικαστήριο για τον προσδιορισμό οποιουδήποτε ζητήματος στο πλαίσιο αυτού του άρθρου και των εξουσιών, πρακτικών και διαδικασιών του Ανώτατου Δικαστηρίου και του Εφετείου σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια εφαρμογή ρυθμίζεται από διάταξη που μπορεί να θεσπίσει το Κοινοβούλιο.
  3. Δεν μπορεί να ασκηθεί έφεση από οποιαδήποτε απόφαση του Εφετείου κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας που παρέχεται από το εδάφιο (6) του παρόντος άρθρου και δεν μπορεί να ασκηθεί έφεση από οποιαδήποτε απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου σε διαδικασία δυνάμει του παρόντος άρθρου εκτός από την τελική απόφαση προσδιορίζοντας ένα τέτοιο ερώτημα όπως αναφέρεται στο εδάφιο (1) αυτού του άρθρου.
  4. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του δυνάμει του παρόντος άρθρου, ο Γενικός Εισαγγελέας δεν υπόκειται στη διεύθυνση ή τον έλεγχο οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή αρχής.

45. Πρόσωπα που δε διαθέτουν τα προσόντα με δικαίωμα παρακολούθησης ή ψήφου

  1. Κάθε πρόσωπο που παρακολουθεί ή ψηφίζει σε οποιαδήποτε Βουλή του Κοινοβουλίου γνωρίζει ή έχει βάσιμους λόγους να γνωρίζει ότι δεν δικαιούται να το πράξει, είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα πεντακόσια δολάρια, ή άλλο ποσό όπως μπορεί να αποφασιστεί από το Κοινοβούλιο, για κάθε ημέρα κατά την οποία αυτός ή αυτή συμμετέχει ή ψηφίζει σε αυτό το Σώμα.
  2. Κάθε δίωξη για αδίκημα δυνάμει του παρόντος άρθρου ασκείται στο Ανώτατο Δικαστήριο και δεν μπορεί να ασκηθεί παρά μόνο από τον Γενικό Εισαγγελέα.

Τμήμα 2. Εξουσίες και διαδικασίες του Κοινοβουλίου[Επεξεργασία]

46. Εξουσία θέσπισης νόμων Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος Συντάγματος, το Κοινοβούλιο μπορεί να θεσπίζει νόμους για την ειρήνη, την τάξη και την καλή διακυβέρνηση της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα.

47. Τροποποίηση αυτού του Συντάγματος και του Διατάγματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου

  1. Το Κοινοβούλιο μπορεί να τροποποιήσει οποιεσδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος Συντάγματος ή του Διατάγματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά τον τρόπο που καθορίζεται στις ακόλουθες διατάξεις του παρόντος άρθρου.
  2. Το νομοσχέδιο για την τροποποίηση του παρόντος Συντάγματος ή του Διατάγματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου δε θεωρείται ότι ψηφίζεται από τη Βουλήη, εκτός εάν στην τελική του ανάγνωση στη Βουλή το νομοσχέδιο υποστηρίζεται από την ψήφο τουλάχιστον των δύο τρίτων όλων των μελών της Βουλής.
  3. Μια τροπολογία της Γερουσίας για ένα τέτοιο νομοσχέδιο όπως αναφέρεται στο εδάφιο (2) του παρόντος άρθρου που εγκρίνεται από τη Βουλή δε θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί από τη Βουλή για τους σκοπούς του άρθρου 55 του παρόντος Συντάγματος εκτός εάν η συμφωνία αυτή εγκρίνεται με ψήφισμα που υποστηρίζεται από την ψήφο τουλάχιστον των δύο τρίτων όλων των μελών της Βουλής.
  4. Για τους σκοπούς του άρθρου 55 (4) του παρόντος Συντάγματος, η τροπολογία του νομοσχεδίου για την τροποποίηση του παρόντος Συντάγματος ή του Διατάγματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν προτείνεται στη Γερουσία από τη Βουλή, εκτός εάν έχει υπερψηφιστεί ψήφισμα που να εγκρίνει την τροποποίηση με την ψήφο τουλάχιστον των δύο τρίτων όλων των μελών της Βουλής.
  5. Δεν υποβάλλεται προς τον Γενικό Κυβερνήτη με σκοπό την έγκρισή του, νομοσχέδιο για την τροποποίηση αυτού του άρθρου, του παραρτήματος 1 του παρόντος Συντάγματος ή οποιωνδήποτε διατάξεων του παρόντος Συντάγματος που καθορίζονται στο Μέρος Ι του εν λόγω παραρτήματος ή σε οποιαδήποτε από τις διατάξεις του Διατάγματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου που καθορίζονται στο Μέρος ΙΙ του εν λόγω παραρτήματος, εκτός αν:
    1. υπήρξε διάστημα όχι μικρότερο των ενενήντα ημερών μεταξύ της εισαγωγής του νομοσχεδίου στη Βουλή και της έναρξης της διαδικασίας στη Βουλή κατά τη δεύτερη ανάγνωση του νομοσχεδίου αυτού του Κοινοβουλίου ·
    2. αφότου έχει ψηφιστεί από τα δύο Σώματα του Κοινοβουλίου ή, στην περίπτωση νομοσχεδίου στο οποίο εφαρμόζεται το άρθρο 55 του παρόντος Συντάγματος, μετά την απόρριψη του από τη Γερουσία για δεύτερη φορά, και
    3. το νομοσχέδιο έχει εγκριθεί σε δημοψήφισμα, το οποίο διεξήχθη σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τον λόγο αυτό από το Κοινοβούλιο, με όχι λιγότερο από τα δύο τρίτα όλων των ψήφων να θεωρούνται ως έγκυρα στο δημοψήφισμα.
  6. Κάθε πρόσωπο το οποίο, κατά το χρόνο διεξαγωγής του δημοψηφίσματος, έχει δικαίωμα ψήφου στις εκλογές των μελών της Βουλής, δικαιούται να ψηφίσει σε δημοψήφισμα που διεξάγεται για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν μετά από απόφαση του Κοινοβουλίου χωρίς να υπάρχει δυνατότητα για ψήφο με εξουσιοδότηση.
  7. Η διεξαγωγή οποιουδήποτε δημοψηφίσματος για τους σκοπούς του εδαφίου (5) αυτού του άρθρου υπόκειται στη γενική εποπτεία του εποπτικού οργάνου των εκλογών και είναι σύμφωνη με τις διατάξεις που μπορεί να αποφασίσει για τον σκοπό αυτό το Κοινοβούλιο.
    1. Νομοσχέδιο για την τροποποίηση του παρόντος Συντάγματος ή του Διατάγματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν υποβάλλεταί στον Γενικό Κυβερνήτη με σκοπό την έγκρισή τοου, εκτός εάν συνοδεύεται από πιστοποιητικό από τον Πρόεδρο (ή εάν ο Πρόεδρος δεν είναι σε θέση να ασκήσει για οποιοδήποτε λόγο τα καθήκοντα του αξιώματός του, ο Αναπληρωτής Πρόεδρος) ότι έχουν τηρηθεί οι διατάξεις των εδαφίων (2), (3) ή (4) του παρόντος άρθρου και, σε περίπτωση διεξαγωγής δημοψηφίσματος, βεβαίωση του Επιβλέποντος των Εκλογών με τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος.
    2. Το πιστοποιητικό του Προεδρου ή, ανάλογα με την περίπτωση, του Αναπληρωτή Προέδρου στο πλαίσιο του παρόντος εδαφίου έχει οριστική ισχύ για την τήρηση των διατάξεων του εδαφίου (2), (3) ή (4) αυτού του άρθρου και δε δύναται να επιδικαστεί σε οποιοδήποτε δικαστήριο.

48. Όρκος πίστης από βουλευτές

  1. Κανένα μέλος οποιουδήποτε Σώματος του Κοινοβουλίου δε συμμετέχει στις εργασίες του Σώματος (εκτός των διαδικασιών που απαιτούνται για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου) μέχρις ότου καταθέσει ενώπιον αυτού του Σώματος τον όρκο πίστης:

Υπό την προϋπόθεση ότι η εκλογή Προέδρου ή Αντιπροέδρου και η εκλογή Προέδρου και Αναπληρωτή Προέδρου μπορεί να λάβει χώρα πριν τα μέλη της Γερουσίας ή της Βουλής, ανάλογα με την περίπτωση, έχουν ορκιστεί και έχουν υπογράψει αυτόν.

  1. Οι αναφορές σε αυτό το άρθρο σε ένα μέλος της Βουλής περιλαμβάνουν αναφορές σε οποιοδήποτε πρόσωπο που είναι μέλος της Βουλής με την ιδιότητα του Προέδρου ή λόγω άσκησης ή ενεργείας στο αξίωμα του Γενικού Εισαγγελέα.

49. Προεδρία στη Γερουσία και στη Βουλή

  1. Ο Πρόεδρος ή, ελλείψει αυτού, ο Αναπληρωτής Πρόεδρος ή, αν απουσιάζουν και οι δύο, ένας Γερουσιαστής (που δεν είναι Υπουργός ή Κοινοβουλευτικός Γραμματέας) που εκλέγεται από τη Γερουσία για τη συνεδρίαση αυτή προεδρεύει σε κάθε συνεδρίαση της Γερουσίας:

Υπό τον όρο ότι ο Πρόεδρος ή ο Αναπληρωτής Πρόεδρος, ανάλογα με την περίπτωση, δεν θα προεδρεύει όταν μια πρόταση για την απομάκρυνσή του από το αξίωμα εξετάζεται ενώπιον της Γερουσίας.

  1. Ο Πρόεδρος ή, σε περίπτωση απουσίας του, ο Αναπληρωτής Πρόεδρος, ή αν απουσιάζουν και οι δύο, ένα μέλος της Βουλής (που δεν είναι Υπουργός ή Κοινοβουλευτικός Γραμματέας) που εκλέγεται από τη Βουλή για τη συνεδρίαση αυτή προεδρεύει σε κάθε συνεδρίαση του Σώματος:

Υπό την προϋπόθεση ότι ο Πρόεδρος ή ο Αναπληρωτής Πρόεδρος, κατά περίπτωση, δεν προεδρεύει όταν υποβάλλεται αίτηση για την απομάκρυνσή του ενώπιον της Βουλής.

50. Απαρτία

  1. Εάν σε οποιαδήποτε συνεδρίαση οποιουδήποτε Σώματος του Κοινοβουλίου οποιοδήποτε μέλος του εκάστοτε Σώματος που είναι παρών ενημερώνει το πρόσωπο που προεδρεύει στη συνεδρίαση για την έλλειψη απαρτίας και μετά από το χρονικό διάστημα που προβλέπεται στον εσωτερικό κανονισμό του Σώματος, ο προεδρεύοντας της συνεδρίασης, διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει ακόμη απαρτία του Σώματος, οι λειτουργίες του Σώματος θα διακόπτονται.
  2. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η απαρτία της Γερουσίας αποτελείται από έξι μέλη και η απαρτία της Βουλής αποτελείται από έξι μέλη ή μεγαλύτερο αριθμό σε κάθε περίπτωση όπως ορίζεται από το Κοινοβούλιο και σε καμία περίπτωση ο προεδρεύοντας της συνεδρίασης, δε συμπεριλαμβάνεται στην καταμέτρηση της απαρτίας.

51. Ψηφοφορία

  1. Εκτός αν υπάρχουν διατάξεις που αντιβαίνουν στο παρόν Σύνταγμα, κάθε προτεινόμενο ζήτημα σε οποιοδήποτε Σώμα του Κοινοβουλίου εγκρίνεται με την πλειοψηφία των ψήφων των παρόντων και των ψηφοφόρων μελών.
  2. Ο Πρόεδρος ή άλλο μέλος που προεδρεύει στη Γερουσία και ο Πρόεδρος ή άλλο μέλος που προεδρεύει στη Βουλή δεν έχει δικαίωμα ψήφου, εκτός αν σε οποιοδήποτε ζήτημα υπάρχει ισοψηφία, οπότε, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στο παρόν άρθρο, έχει δικαίωμα ψήφου στην ψηφοφορία:

Υπό την προϋπόθεση ότι στην περίπτωση του ζητήματος της τελικής ανάγνωσης ενός νομοσχεδίου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 47 (2) του παρόντος Συντάγματος, ένας Πρόεδρος ή άλλο μέλος που προεδρεύει στη Βουλή και είναι εκλεγμένο μέλος της Βουλής θα έχει δικαίωμα ψήφου αλλά όχι αποφασιστική ψήφο.

  1. Ο Πρόεδρος ο οποίος δεν είναι εκλεγμένο μέλος της Βουλής δεν έχει ούτε πρωτότυπη ούτε αποφασιστική ψήφο και αν, σε οποιαδήποτε ζήτημα ενώπιον της Βουλής, όταν προεδρεύει ένας τέτοιος Πρόεδρος, και υπάρχει ισοψηφία, η πρόταση ακυρώνεται.

52. Τρόπος άσκησης νομοθετικής εξουσίας

  1. Η εξουσία του Κοινοβουλίου να εκδίδει νόμους ασκείται από νομοσχέδια που εκδίδονται από τη Γερουσία και τη Βουλή (ή στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα άρθρα 54 και 55 του παρόντος Συντάγματος για τη Βουλή) και τα οποία έχει εγκρίνει ο Γενικός Κυβερνήτης για λογαριασμό Της Αυτού Μεγαλειότητος.
  2. Όταν ένα νομοσχέδιο υποβάλλεται στον Γενικό Κυβερνήτη για έγκριση σύμφωνα με το παρόν Σύνταγμα, σημαίνει ότι συναινεί σε αυτό.
  3. Όταν ο Γενικός Κυβερνήτης εγκρίνει ένα νομοσχέδιο που του έχει υποβληθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Συντάγματος, το νομοσχέδιο καθίσταται νόμος και ο Ταμίας της Σώματος υποχρεώνει τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ως νόμου.
  4. Κανένας νόμος του Κοινοβουλίου δεν τίθεται σε εφαρμογή μέχρι να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, αλλά το Κοινοβούλιο μπορεί να αναβάλει την έναρξη ισχύος οποιουδήποτε νόμου.

53. Περιορισμοί όσον αφορά ορισμένα οικονομικά μέτρα

  1. Οποιοδήποτε νομοσχέδιο εκτός από δημοσιονομικό νομοσχέδιο μπορεί να εισαχθεί σε κάθε Σώμα του Κοινοβουλίου. Τα δημοσιονομικά νομοσχέδια δεν μπορούν να εισαχθούν στη Γερουσία.
  2. Εκτός αν υπάρχει πρόταση Υπουργού που εξουσιοδοτείται από το Υπουργικό Συμβούλιο, κανένα Σώμα του Κοινοβουλίου δεν μπορεί:
    1. να προχωρήσει σε οποιοδήποτε νομοσχέδιο (συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε τροποποίησης νομοσχεδίου) που, κατά τη γνώμη του προεδρεύοντος, προβλέπει έναν από τους ακόλουθους σκοπούς:
      1. την επιβολή φορολογίας ή την τροποποίηση της φορολογίας σε οτιδήποτε πέρα από μείωση,
      2. την επιβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης στο Ενοποιημένο Ταμείο ή σε οποιοδήποτε άλλο δημόσιο ταμείο της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή την τροποποίηση οποιουδήποτε τέτοιου τέλους σε οτιδήποτε πέρα από μείωση,
      3. για την πληρωμή, έκδοση ή απόσυρση από το Ενοποιημένο Ταμείο ή οποιοδήποτε άλλο δημόσιο ταμείο της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα οποιωνδήποτε χρηματικών ποσών που δεν χρεώθηκαν ή οποιαδήποτε αύξηση του ποσού αυτής της πληρωμής, έκδοσης ή απόσυρσης, ή
      4. για τη σύσταση ή τη διαγραφή οποιουδήποτε χρέους που οφείλεται στο Στέμμα, ή
    2. να προβεί σε κάθε πρόταση (συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε τροποποίησης μιας πρότασης), η οποία, κατά τη γνώμη του προεδρεύοντος, θα είχε ως αποτέλεσμα να προβλεφθεί οποιοσδήποτε από τους σκοπούς αυτούς.

54. Περιορισμοί στις εξουσίες της Γερουσίας ως προς τα δημοσιονομικά νομοσχέδια

  1. Εάν ένα νομοσχέδιο, αφού εγκριθεί από τη Βουλή και αποσταλεί στη Γερουσία τουλάχιστον ένα μήνα πριν από το τέλος της νομοθετικής περιόδου, δεν ψηφιστεί από τη Γερουσία χωρίς τροποποιήσεις εντός ενός μηνός από την αποστολή του στη Γερουσία, το νομοσχέδιο εκτός εάν η Βουλή αποφασίσει διαφορετικά, υποβάλλεται στον Γενικό Κυβερνήτη για έγκριση, παρά το γεγονός ότι η Γερουσία δεν έχει συναινέσει στο νομοσχέδιο.
  2. Σε κάθε δημοσιονομικό νομοσχέδιο πρέπει, όταν αποστέλλεται στη Γερουσία, να προσυπογράφεται το πιστοποιητικό του Προέδρου το οποίο υπογράφεται από αυτόν ότι πρόκειται για δημοσιονομικό νομοσχέδιο. Και θα προσυπογράφεται σε οποιοδήποτε δημοσιονομικό νομοσχέδιο που υποβάλλεται στον Γενικό Κυβερνήτη για έγκριση σύμφωνα με το εδάφιο (1) αυτού του άρθρου, το πιστοποιητικό του Προέδρου που υπογράφεται από αυτόν ότι πρόκειται για δημοσιονομικό νομοσχέδιο και ότι οι διατάξεις του είναι νόμιμες.

55. Περιορισμοί στις εξουσίες της Γερουσίας ως προς νομοσχέδια πέρα από δημοσιονομικά νομοσχέδια

  1. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται σε κάθε άλλο νομοσχέδιο εκτός από νομοσχέδιο το οποίο εγκρίνεται από τη Βουλή σε δύο διαδοχικές συνόδους (ανεξάρτητα από το εάν το Κοινοβούλιο διαλυθεί ή όχι μεταξύ αυτών των συνόδου) και αφού έχει αποσταλεί στη Γερουσία σε κάθε σύνοδο τουλάχιστον έναν μήνα πριν από το τέλος της συνόδου, απορρίπτεται από τη Γερουσία σε κάθε σύνοδο.
  2. Ένα νομοσχέδιο στο οποίο εφαρμόζεται το παρόν άρθρο θα πρέπει να υποβληθεί στον Γενικό Κυβερνήτη για έγκριση μετά την απόρριψή του για δεύτερη φορά από τη Γερουσία, εκτός εάν άλλως αποφασίσει η Βουλή, παρά το γεγονός ότι η Γερουσία δεν έχει συναινέσει στο νομοσχέδιο:

Υπό την προϋπόθεση ότι:

    1. οι προηγούμενες διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν ισχύουν εκτός εάν έχουν παρέλθει τουλάχιστον τρεις μήνες μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία το νομοσχέδιο ψηφίστηκε από τη Βουλή κατά την πρώτη σύνοδο και της ημερομηνίας κατά την οποία εγκρίθηκε από τη Βουλή κατά τη δεύτερη σύνοδο, και
    2. ένα νομοσχέδιο όπως αναφέρεται στο εδάφιο (5) του άρθρου 47 του παρόντος Συντάγματος δεν πρέπει να υποβληθεί στον Γενικό Κυβερνήτη προς έγκριση, εκτός εάν τηρούνται οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου και η εξουσία που παρέχεται στη Βουλή από το παρόν εδάφιο για να αποφασίσει ότι ένα νομοσχέδιο δεν θα υποβληθεί στον Γενικό Κυβερνήτη προς έγκριση δεν θα ασκείται σε σχέση με ένα τέτοιο νομοσχέδιο.
  1. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ένα νομοσχέδιο που αποστέλλεται στη Γερουσία από τη Βουλή σε οποιαδήποτε σύνοδο θεωρείται ότι είναι το ίδιο νομοσχέδιο με ένα προηγούμενο νομοσχέδιο που αποστέλλεται στη Γερουσία κατά την προηγούμενη σύνοδο εάν, όταν αποσταλεί στη Γερουσία, είναι πανομοιότυπο με το προηγούμενο νομοσχέδιο ή περιέχει μόνο τις τροποποιήσεις που πιστοποιούνται από τον Πρόεδρο ως αναγκαίες λόγω του χρόνου που έχει παρέλθει από την ημερομηνία του προηγούμενου νομοσχεδίου ή για την παρουσίαση οποιωνδήποτε τροποποιήσεων έχουν γίνει από τη Γερουσία στο προηγούμενο νομοσχέδιο στην προηγούμενη σύνοδο.
  2. Εάν η Βουλή το κρίνει σκόπιμο, μπορεί να εγκρίνει νομοσχέδιο που θεωρείται ότι είναι το ίδιο νομοσχέδιο με προηγούμενο νομοσχέδιο που διαβιβάστηκε στη Γερουσία κατά την προηγούμενη σύνοδο, να προτείνει ενδεχόμενες τροποποιήσεις χωρίς να συμπεριλάβει τις τροποποιήσεις στο νομοσχέδιο με αυτές τις τροποποιήσεις να εξετάζονται από τη Γερουσία και, εφόσον συμφωνηθεί από τη Γερουσία, να θεωρούνται ως τροποποιήσεις της Γερουσίας για τις οποίες υπάρχει η σύμφωνη γνώμη της Βουλής. Αλλά η άσκηση αυτής της εξουσίας από τη Βουλή δε θα επηρεάσει τη λειτουργία αυτού του άρθρου σε περίπτωση απόρριψης του νομοσχεδίου στη Γερουσία.
  3. Σε κάθε νομοσχέδιο που υποβάλλεται στον Γενικό Κυβερνήτη προς έγκριση σύμφωνα με το παρόν άρθρο, προστίθεται οποιαδήποτε τροποποίηση που πιστοποιείται από τον Πρόεδρο ότι έχει γίνει στο νομοσχέδιο από τη Γερουσία κατά τη δεύτερη σύνοδο και έχει συμφωνηθεί από τη Βουλή.
  4. Σε οποιοδήποτε νομοσχέδιο που υποβάλλεται στον Γενικό Κυβερνήτη προς έγκριση σύμφωνα με το παρόν άρθρο θα πρέπει να προσυπογράφεται το πιστοποιητικό του Προέδρου σύμφωνα με το οποίο πιστοποιείται ότι έχουν τηρηθεί οι διατάξεις του παρόντος άρθρου.

56. Διατάξεις σχετικά με τα άρθρα 53, 54 και 55

  1. Στα άρθρα 53, 54 και 55 του παρόντος Συντάγματος, ως «δημοσιονομικό νομοσχέδιο» νοείται δημόσιο νομοσχέδιο το οποίο, κατά την άποψη του Προέδρου, περιέχει μόνο διατάξεις που αφορούν όλα ή οποιαδήποτε από τα ακόλουθα θέματα, δηλαδή την επιβολή, την κατάργηση, διαγραφή, τροποποίηση ή ρύθμιση της φορολογίας, την επιβολή χρεωλυσίων ή άλλων οικονομικών σκοπών, επιβαρύνσεων δημοσίου χρήματος ή την τροποποίηση ή την κατάργηση τέτοιων επιβαρύνσεων, τη χορήγηση χρημάτων στο Στέμμα ή σε οποιαδήποτε αρχή ή πρόσωπο ή τη μεταβολή ή την ανάκληση οποιασδήποτε τέτοιας επιχορήγησης, την απόκτηση, παραλαβή, επιμέλεια, επένδυση, έκδοση ή έλεγχο λογαριασμών δημόσιου χρήματος, την είσπραξη ή την εγγύηση δανείου ή την εξόφλησή του ή τη σύσταση, τροποποίηση, διαχείριση ή κατάργηση οποιουδήποτε βυθιζόμενου κεφαλαίου που παρέχεται σε σχέση με οποιοδήποτε τέτοιο δάνειο, ή δευτερεύοντα θέματα που σχετίζονται με οποιοδήποτε από τα προαναφερθέντα θέματα. Και στο παρόν εδάφιο οι όροι «φορολογία», «χρέος», «δημόσιο χρήμα» και «δάνειο» δεν περιλαμβάνουν επιβαλλόμενη φορολογία, οφειλόμενο χρέος ή χρήματα ή δάνειο που προέρχεται από τοπική αρχή ή οργανισμό για τοπικούς σκοπούς.
  2. Για τους σκοπούς του άρθρου 52 του παρόντος Συντάγματος, ένα νομοσχέδιο θεωρείται ότι απορρίφθηκε από τη Γερουσία, όταν!
    1. δεν ψηφίζεται από τη Γερουσία χωρίς τροποποιήσεις, ή
    2. εγκρίνεται από τη Γερουσία με οποιαδήποτε τροπολογία που δεν συμφωνήθηκε από τη Βουλή.
  3. Όταν η θέση του Προέδρου είναι κενή ή ο Πρόεδρος δεν είναι σε θέση να εκτελέσει οποιοδήποτε καθήκον του που του απονέμει το άρθρο 54 ή 55 του παρόντος Συντάγματος ή του εδαφίου (1) αυτού του άρθρου, τα καθήκοντα αυτά μπορούν να εκτελούνται από τον Αναπληρωτή Πρόεδρο.
  4. Οποιοδήποτε πιστοποιητικό του Προέδρου ή του Αναπληρωτή Προέδρου που παρέχεται βάσει των άρθρων 54 ή 55 του παρόντος Συντάγματος είναι καθοριστικό για όλους τους σκοπούς και δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση σε οποιοδήποτε δικαστήριο.

57. Κανονισμός διαδικασίας των κοινοβουλίων

  1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος Συντάγματος, κάθε Σώμα του Κοινοβουλίου μπορεί να ρυθμίζει τον δικό του εσωτερικό κανονισμό και μπορεί ιδίως να θεσπίζει κανόνες για την εύρυθμη διεξαγωγή των δικών της υποθέσεων.
  2. Κάθε Σώμα του Κοινοβουλίου μπορεί να ενεργεί παρά την ύπαρξη κενής θέσης σε οποιοδήποτε μέλος (συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε κενής θέσης, όταν το Σώμα συνεδριάζει για πρώτη φορά μετά από εθνικές εκλογές) και την παρουσία ή τη συμμετοχή οποιουδήποτε προσώπου που δεν δικαιούται να παρίσταται ή να συμμετέχει στη διαδικασία του Σώματος χωρίς να ακυρώνει την εν λόγω διαδικασία.

58. Ελευθερία λόγου στις εργασίες του Κοινοβουλίου

  1. Με την επιφύλαξη οποιασδήποτε διάταξης του Κοινοβουλίου σχετικά με τις εξουσίες, τα προνόμια και τις ασυλίες του Κοινοβουλίου και των επιτροπών του ή τα προνόμια και τις ασυλίες των μελών και των αξιωματούχων οποιουδήποτε Σώματος του Κοινοβουλίου και άλλων εμπλεκομένων στις εργασίες του Κοινοβουλίου ή στις επιτροπές του, δεν μπορεί να ασκηθεί καμία πολιτική ή ποινική διαδικασία εναντίον οποιουδήποτε μέλους κάθε Σώματος του Κοινοβουλίου για λόγους που εκφωνήθηκαν προηγουμένως ή γραπτά σε έκθεση προς το Σώμα του Κοινοβουλίου στο οποίο είναι μέλος ή επιτροπή ή οποιαδήποτε μεικτή επιτροπή της Γερουσίας και της Βουλής ή λόγω οποιουδήποτε θέματος ή αντικειμένου που ασκείται από αυτόν με αναφορά, νομοσχέδιο, ψήφισμα, κίνηση ή άλλως.
  2. Οι αναφορές σε αυτό το άρθρο προς μέλος της Βουλής περιλαμβάνουν αναφορές σε οποιοδήποτε πρόσωπο είναι μέλος της Βουλής με την ιδιότητα του Προέδρου ή λόγω άσκησης ή ενεργείας στο αξίωμα του Γενικού Εισαγγελέα.
  3. Όταν ο Γενικός Εισαγγελέας ή ένας Υπουργός συμμετέχει στις εργασίες της Γερουσίας σύμφωνα με αίτηση που υποβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 34 ή, ανάλογα με την περίπτωση, βάσει του άρθρου 35 του παρόντος Συντάγματος και παρέχει εξηγήσεις στη Γερουσία σύμφωνα με τα άρθρα αυτά, οι διατάξεις του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε σχέση με τον Γενικό Εισαγγελέα ή, ανάλογα με την περίπτωση, με τον Υπουργό αυτό, όπως εφαρμόζονται σε σχέση με μέλη της Γερουσίας.
  4. Όταν ένας Υπουργός συμμετέχει στις εργασίες της Βουλής σύμφωνα με αίτημα του άρθρου 37 του παρόντος Συντάγματος και παρέχει εξηγήσεις στο Σώμα σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, οι διατάξεις του εδαφίου (1) αυτού του άρθρου εφαρμόζονται σε σχέση με αυτόν τον Υπουργό, όπως εφαρμόζονται σε μέλη της Βουλής.

Τμήμα 3. Σύγκληση, αναστολή και διάλυση του Κοινοβουλίου[Επεξεργασία]

59. Σύνοδοι του Κοινοβουλίου

  1. Κάθε σύνοδος του Κοινοβουλίου διεξάγεται σε συγκεκριμένη τοποθεσία εντός της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα και αρχίζει την ίδια χρονική περίοδο (το αργότερο εντός έξι μηνών από το τέλος της προηγούμενης συνόδου, εάν έχει το Κοινοβούλιο έχει ανασταλεί ή τέσσερις μήνες μετά το πέρας της εν λόγω συνόδου εάν το Κοινοβούλιο έχει διαλυθεί), όπως ορίζει ο Γενικός Κυβερνήτης με Διακήρυξη.
  2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, το διάστημα μεταξύ των συνόδων του Κοινοβουλίου δεν διαρκεί περισσότερο από τρεις μήνες κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε συνόδου του Κοινοβουλίου και, υπό την επιφύλαξη αυτών, οι σύνοδοι του Κοινοβουλίου διεξάγονται σε χρόνο και τόπο όπως το Κοινοβούλιο μπορεί, με τον εσωτερικό της κανονισμό ή με άλλο τρόπο, να καθορίσει.

60. Αναστολή και διάλυση του Κοινοβουλίου

  1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (5) του παρόντος άρθρου, ο Γενικός Κυβερνήτης, ενεργώντας σύμφωνα με την παρότρυνση του Πρωθυπουργού, μπορεί ανά πάσα στιγμή να αναστείλει ή να διαλύσει το Κοινοβούλιο.
  2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (3) του παρόντος άρθρου, το Κοινοβούλιο, εκτός εάν διαλυθεί σε σύντομο διάστημα, συνεχίζει για πέντε έτη από την ημερομηνία της πρώτης συνόδου του μετά από οποιαδήποτε διάλυση και στη συνέχεια διαλύεται.
  3. Σε οποιαδήποτε στιγμή που η Αυτού Μεγαλειότης βρίσκεται σε πόλεμο, το Κοινοβούλιο μπορεί να παρατείνει την πενταετή περίοδο που ορίζεται στο εδάφιο (2) του παρόντος άρθρου για δώδεκα μήνες κατ' ανώτατο όριο, με την προϋπόθεση ότι η διάρκεια του Κοινοβουλίου δεν θα παραταθεί βάσει του παρόντος εδαφίου για περισσότερο από πέντε έτη.
  4. Όταν μεταξύ της διάλυσης του Κοινοβουλίου και των επόμενων εθνικών εκλογών των μελών του Σώματος προκύπτει έκτακτη ανάγκη τέτοιας φύσης ώστε, κατά τη γνώμη του πρωθυπουργού, είναι απαραίτητο να κληθούν τα δύο Σώματα πριν από τις εθνικές εκλογές, ο Γενικός Κυβερνήτης, ενεργώντας σύμφωνα με βάση τις συμβουλές του Πρωθυπουργού, μπορεί να συγκαλέσει τα δύο Σώματα του προηγούμενου Κοινοβουλίου, αλλά η εκλογή των μελών της Βουλής θα προχωρήσει και το Κοινοβούλιο που έχει κληθεί, αν δε διαλυθεί μεταγενέστερα, διαλύεται την ημέρα κατά την οποία διεξάγονται οι εθνικές εκλογές.
  5. Ο Γενικός Κυβερνήτης κατά τη διακριτική του ευχέρεια μπορεί να διαλύσει το Κοινοβούλιο εάν η πλειοψηφία όλων των μελών της Βουλής εγκρίνει ψήφισμα που δεν αίρει την εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός δεν παραιτείται εντός επτά ημερών από τη λήψη αυτού του ψηφίσματος είτε παραιτείται από το αξίωμα του ή προτείνει τη διάλυση του Κοινοβουλίου.

61. Εθνικές εκλογές και διορισμός Γερουσιαστών

  1. Οι εθνικές εκλογές των μελών της Βουλής διεξάγονται σε χρονικό διάστημα εντός τριών μηνών μετά από κάθε διάλυση του Κοινοβουλίου, όπως ορίζει ο Γενικός Κυβερνήτη, σύμφωνα με την πρόταση του Πρωθυπουργού.
  2. Το συντομότερο δυνατόν μετά από τη διενέργεια εθνικών εκλογών, ο Γενικός Κυβερνήτης προβαίνει, σύμφωνα με το άρθρο 28 του παρόντος Συντάγματος, στον διορισμό Γερουσιαστών.

Τμήμα 4. Οριοθετήσεις των εκλογικών περιφερειών[Επεξεργασία]

62. Εκλογικές περιφέρειες

  1. Για τους σκοπούς της εκλογής των μελών της Βουλής, η Αντίγκουα και Μπαρμπούντα χωρίζονται σε αριθμό εκλογικών περιφερειών, εκ των οποίων τουλάχιστον η μία βρίσκεται στη Μπαρμπούντα, με όρια που προβλέπονται από διάταγμα του Γενικού Κυβερνήτη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 65 του παρόντος Συντάγματος.
  2. Κάθε εκλογική περιφέρεια εκλέγει ένα μέλος στη Βουλή.

63. Επιτροπή περί των ορίων των εκλογικών περιφερειών

  1. Συστήνεται Επιτροπή Ορίων Εκλογικών Περιφερειών για την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, η οποία διορίζεται από καιρού εις καιρόν για να αναθεωρεί τον αριθμό και τα όρια των εκλογικών περιφερειών και να υποβάλλει σχετική έκθεση στον Πρόεδρο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Τμήματος και η οποία αποτελείται από:
    1. έναν πρόεδρο ο οποίος διορίζεται από τον Γενικό Κυβερνήτη σύμφωνα με πρόταση του πρωθυπουργού, μετά από διαβούλευση του πρωθυπουργού με τον ηγέτη της αντιπολίτευσης,
    2. δύο μέλη που ορίζονται από τον Γενικό Κυβερνήτη σύμφωνα με πρόταση του πρωθυπουργού, και
    3. ένα μέλος που ορίζεται από τον Γενικό Κυβερνήτη και ενεργεί σύμφωνα με πρόταση του ηγέτη της αντιπολίτευσης.
  2. Το πρόσωπο δε δύναται να διοριστεί ως μέλος της Επιτροπής Ορίων Εκλογικών Περιφερειών, εάν είναι Γερουσιαστής, μέλος της Βουλής ή δημόσιος αξιωματούχος.
  3. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ένα μέλος της Επιτροπής Ορίων Εκλογικών Περιφερειών θα παύεται από το αξίωμά του αν προκύψουν τυχόν περιστάσεις όπου, εάν δεν ήταν μέλος της Επιτροπής Ορίων Εκλογικών Περιφερειών, θα οδηγούσε στον αποκλεισμό από τον διορισμό του.
  4. Όλα τα μέλη της Επιτροπής Ορίων Εκλογικών Περιφερειών παύονται από το αξίωμα και η Επιτροπή παύει να υφίσταται:
    1. δώδεκα μήνες μετά την υποβολή της έκθεσης της Επιτροπής στον Πρόεδρο δυνάμει του άρθρου 64 του παρόντος Συντάγματος,
    2. κατά την ημερομηνία κατά την οποία, σύμφωνα με το άρθρο 65 του παρόντος Συντάγματος, οι προτάσεις που απορρέουν από την έκθεση της Επιτροπής εγκρίνονται σε διάταγμα από τον Γενικό Κυβερνήτη, ή
    3. κατά τη διάλυση του Κοινοβουλίου μετά τον διορισμό της Επιτροπής, όποιο από τα δύο λαμβάνει χώρα νωρίτερα.
  5. Ένα μέλος της Επιτροπής Ορίων Εκλογικών Περιφερειών μπορεί να παυθεί από το αξίωμα αλλά μόνο λόγω αδυναμίας εκπλήρωσης των καθηκόντων του (είτε αυτή προέρχεται νοητική ή σωματική αναπηρία είτε από οποιαδήποτε άλλη αιτία) ή από κακή συμπεριφορά και δεν πρέπει να παυθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
  6. Ένα μέλος της Επιτροπής Ορίων Εκλογικών Περιφερειών παύεται από τον Γενικό Κυβερνήτη αν το ζήτημα της απομάκρυνσής του έχει παραπεμφθεί σε δικαστήριο που ορίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (7) αυτού του άρθρου και το δικαστήριο έχει συστήσει στον Γενικό Κυβερνήτη ότι θα έπρεπε να απομακρυνθεί από το αξίωμα λόγω ανικανότητας όπως προαναφέρθηκε ή λόγω κακής συμπεριφοράς.
  7. Εάν ο Πρωθυπουργός ή ο ηγέτης της αντιπολίτευσης αναφέρει στον Γενικό Κυβερνήτη ότι θα πρέπει να διερευνηθεί το ζήτημα της απομάκρυνσης ενός μέλους της Επιτροπής Ορίων Εκλογικών Περιφερειών από το αξίωμα λόγω αδυναμίας όπως προαναφέρθηκε ή λόγω κακής συμπεριφοράς,
    1. ο Γενικός Κυβερνήτης συστήνει δικαστήριο το οποίο αποτελείται από έναν πρόεδρο και τουλάχιστον δύο άλλα μέλη που επιλέγονται από τον Γενικό Κυβερνήτη, ενεργώντας σύμφωνα με τις προτάσεις του Προέδρου, από πρόσωπα που κατέχουν ή έχουν αναλάβει καθήκοντα δικαστή σε δικαστήριο που έχει απεριόριστη δικαιοδοσία σε αστικές και ποινικές υποθέσεις σε κάποιο τμήμα της Κοινοπολιτείας ή δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία σε προσφυγές από οποιοδήποτε τέτοιο δικαστήριο, και
    2. το δικαστήριο διερευνά το θέμα και υποβάλλει έκθεση σχετικά με τα γεγονότα στον Γενικό Κυβερνήτη και συνιστά στο Γενικό Κυβερνήτη να αποφασίσει εάν το μέλος της Επιτροπής Ορίων Εκλογικών Περιφερειών θα έπρεπε να απομακρυνθεί από το αξίωμα λόγω ανικανότητας όπως προαναφέρθηκε ή λόγω κακής συμπεριφοράς.
  8. Η Επιτροπή Ορίων Εκλογικών Περιφερειών μπορεί να ορίζει τον δικό της κανονισμό.
  9. Η Επιτροπή Ορίων Εκλογικών Περιφερειών μπορεί, με τη συγκατάθεση του Πρωθυπουργού, να αναθέτει αρμοδιότητες και να επιβάλλει καθήκοντα σε οποιοδήποτε δημόσιο αξιωματούχο ή σε οποιαδήποτε αρχή της Κυβέρνησης για την εκπλήρωση των καθηκόντων της.
  10. Η Επιτροπή Ορίων Εκλογικών Περιφερειών δύναται να ενεργεί, με την επιφύλαξη του εσωτερικού της κανονισμού, ανεξάρτητα από τυχόν κενή θέση στα μέλη της και η διαδικασία της δεν ακυρώνεται από την παρουσία ή τη συμμετοχή οποιουδήποτε προσώπου που δεν δικαιούται να παρίσταται ή να συμμετέχει στις διαδικασίες αυτές:

Υπό την προϋπόθεση ότι οποιαδήποτε απόφαση της Επιτροπής απαιτεί τη σύμφωνη γνώμη της πλειοψηφίας όλων των μελών της.

  1. Κατά την άσκηση των καθηκόντων της σύμφωνα με το παρόν Σύνταγμα, η Επιτροπή Ορίων Εκλογικών Περιφερειών δεν υπόκειται στον έλεγχο ή την κατεύθυνση οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή αρχής.

64. Έκθεση της Επιτροπής

  1. Η Επιτροπή Ορίων Εκλογικών Περιφερειών ασχολείται μετά τον διορισμό της με την αναθεώρηση του αριθμού των εκλογικών περιφερειών στις οποίες χωρίζεται η Αντίγκουα και Μπαρμπούντα και των ορίων τους και υποβάλει έκθεση στον Πρόεδρο, στην οποία αναφέρει εάν και αν ναι, ποιες αλλαγές προτείνει η Επιτροπή να γίνουν στον αριθμό ή στα όρια αυτών των περιφερειών.
  2. Η έκθεση της Επιτροπής Ορίων Εκλογικών Περιφερειών υποβάλλεται στον Πρόεδρο σύμφωνα με το παρόν άρθρο τουλάχιστον δύο ή περισσότερα από πέντε έτη μετά την ημερομηνία υποβολής της τελευταίας αυτής έκθεσης.
  3. Κατά την επανεξέταση του αριθμού και των ορίων των εκλογικών περιφερειών και την υποβολή της σχετικής έκθεσής της, η Επιτροπή Ορίων Εκλογικών Περιφερειών καθοδηγείται από τις γενικές αρχές που ορίζει το Κοινοβούλιο.

65. Διαδικασία μετά την έκθεση

  1. Το συντομότερο δυνατόν μετά την υποβολή της έκθεσης από την Επιτροπή Ορίων Εκλογικών Περιφερειών σύμφωνα με το άρθρο 64 του παρόντος Συντάγματος, ο Πρωθυπουργός υποβάλλει στη Βουλή προς έγκριση το σχέδιο διατάγματος του Γενικού Κυβερνήτη για την εκτέλεση, είτε με ή χωρίς τροποποιήσεις, στις συστάσεις που περιέχονται στην έκθεση και αυτό το σχέδιο διατάγματος μπορεί να προβλέπει οποιαδήποτε θέματα που φαίνονται στον πρωθυπουργό ως παρεπόμενα ή επακόλουθα των άλλων διατάξεων του σχεδίου.
  2. Όταν ένα σχέδιο διατάγματος που υποβλήθηκε στη Βουλή βάσει του παρόντος άρθρου θέτει σε ισχύ τέτοιες συστάσεις με τροποποιήσεις, ο Πρωθυπουργός υποβάλλει ενώπιον της Βουλής μαζί με το σχέδιο διατάγματος μια έκθεση λόγων για τις τροποποιήσεις.
  3. Εάν η πρόταση για την έγκριση οποιουδήποτε σχεδίου διατάγματος που έχει υποβληθεί ενώπιον της Βουλής βάσει του παρόντος άρθρου απορριφθεί από τη Βουλή ή αποσύρεται από τη Βουλή, ο Πρωθυπουργός τροποποιεί το σχέδιο διατάγματος και θέτει το τροποποιημένο σχέδιο στη Βουλή.
  4. Εάν ένα σχέδιο διατάγματος που υποβλήθηκε ενώπιον της Βουλής βάσει του παρόντος άρθρου εγκριθεί με απόφαση της Βουλής, ο Πρωθυπουργός το υποβάλλει στον Γενικό Κυβερνήτη ο οποίος θα εκδώσει Διάταγμα ως προς το σχέδιο. Το διάταγμα τίθεται σε ισχύ κατά την επόμενη διάλυση του Κοινοβουλίου.
  5. Το ζήτημα της εγκυρότητας οποιουδήποτε διατάγματος από τον Γενικό Κυβερνήτη που υποτίθεται ότι γίνεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο και αναφέρει ότι ένα σχέδιο αυτού έχει εγκριθεί με απόφαση της Βουλής δε θα πρέπει εκδικαστεί σε οποιοδήποτε δικαστήριο.

Τμήμα 5. Ο Διαμεσολαβητής[Επεξεργασία]

66. Σύσταση, διορισμός, καθήκοντα κλπ. του Διαμεσολαβητή

  1. Υπάρχει αξιωματούχος του Κοινοβουλίου ο οποίος είναι γνωστός ως Διαμεσολαβητής, ο οποίος δεν μπορεί να ασκεί οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία αποζημίωσης ούτε στη δημόσια διοίκηση ούτε με άλλο τρόπο, ούτε να ασκεί οποιαδήποτε επαγγέλματα για ανταμοιβή εκτός από τα καθήκοντα του αξιώματός του.
  2. Ο Διαμεσολαβητής διορίζεται με ψηφίσματα κάθε Σώματος του Κοινοβουλίου υπό τους όρους που προβλέπονται σε αυτό.
  3. Ο Διαμεσολαβητής δεν αναλαμβάνει τα καθήκοντα του αξιώματός του μέχρις ότου δώσει και προσυπογράψει ενώπιον του Προέδρου τον όρκο της πίστης και τον όρκο του αξιώματος.
  4. Το Κοινοβούλιο μπορεί να προβλέψει τις λειτουργίες, τις εξουσίες και τα καθήκοντα του Διαμεσολαβητή.
  5. Ο Διαμεσολαβητής μπορεί να παυθεί από το αξίωμά του μόνο για ανικανότητα άσκησης των καθηκόντων του (είτε προέρχεται από σωματική ή πνευματική αναπηρία ή οποιαδήποτε άλλη αιτία) είτε από κακή συμπεριφορά και δεν μπορεί να παυθεί παρά μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας ενότητας.
  6. Ο Διαμεσολαβητής παύει να ασκεί τα καθήκοντά του με αποφάσεις των δύο Σωμάτων του Κοινοβουλίου αν το ζήτημα της απομάκρυνσής του έχει παραπεμφθεί σε δικαστήριο που ορίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (7) αυτού του άρθρου και το δικαστήριο έχει συστήσει στο Κοινοβούλιο ότι θα έπρεπε να παυθεί από το αξίωμα για ανικανότητα όπως προαναφέρθηκε ή για κακή συμπεριφορά.
  7. Εάν και από τα δύο Σώματα του Κοινοβουλίου επιλυθεί το ζήτημα της παύσης του Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου με αποτέλεσμα την πραγματοποίηση έρευνας,
    1. ο Πρόεδρος θα συστήσει δικαστήριο το οποίο αποτελείται από έναν πρόεδρο και τουλάχιστον δύο άλλα μέλη που επιλέγονται από τον ανώτατο δικαστή μεταξύ προσώπων που κατέχουν ή έχουν αναλάβει καθήκοντα δικαστή ενώπιον δικαστηρίου πλήρους δικαιοδοσίας σε αστικές και ποινικές υποθέσεις σε οποιοδήποτε μέρος της Κοινοπολιτείας ή δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία σε προσφυγές από ένα τέτοιο δικαστήριο, και
    2. το δικαστήριο θα εξετάσει το θέμα και θα υποβάλλει έκθεση σχετικά με τα γεγονότα στον Πρόεδρο και θα εισηγηθεί στο Κοινοβούλιο μέσω του Προέδρου εάν πρέπει να παυθεί ο Διαμεσολαβητής στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου.
  8. Αν το ζήτημα της παύσης του Διαμεσολαβητή έχει παραπεμφθεί σε δικαστήριο στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου, και οι δύο Βουλές μπορούν με ψήφισμα να παύσουν τον Διαμεσολαβητή από τα καθήκοντα του αξιώματός του και οποιαδήποτε αναστολή μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανακληθεί με αποφάσεις των δύο Σωμάτων του Κοινοβουλίου και σε κάθε περίπτωση παύει να ισχύει εάν το δικαστήριο συστήσει στο Κοινοβούλιο μέσω του Προέδρου ότι ο Διαμεσολαβητής δεν πρέπει να παυθεί.
  9. Αν ο Διαμεσολαβητής δεν είναι σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντά του για οποιονδήποτε λόγο, και τα δύο Σώματα του Κοινοβουλίου μπορούν με αποφάσεις να ορίσουν ένα πρόσωπο το οποίο θα ενεργεί ως Διαμεσολαβητής και κάθε πρόσωπο που διορίζεται κατ' αυτόν τον τρόπο, με την επιφύλαξη των διατάξεων των εδαφίων (7) και (8) του παρόντος άρθρου, συνεχίζει να ενεργεί έως ότου ο Διαμεσολαβητής επανέλθει στα καθήκοντά του ή μέχρις ότου ανακληθεί ο διορισμός του μετά από αποφάσεις των δύο Σωμάτων του Κοινοβουλίου.
  10. Ο Διαμεσολαβητής, κατά την άσκηση των καθηκόντων του σύμφωνα με το παρόν Σύνταγμα, δεν υπόκειται στην καθοδήγηση ή τον έλεγχο οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή αρχής.

Τμήμα 6. Ο Επόπτης των Εκλογών[Επεξεργασία]

67. Διορισμός, καθήκοντα και παύση του Επόπτη των Εκλογών

  1. Ο Γενικός Κυβερνήτης, με σημείωση που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, διορίζει Επόπτη των Εκλογών μετά από αποφάσεις και των δύο Σωμάτων του Κοινοβουλίου, διευκρινίζοντας το πρόσωπο που έχει οριστεί για διορισμό.
  2. Ο Επόπτης των Εκλογών έχει και ασκεί τις λειτουργίες, τις εξουσίες και τα καθήκοντα που προβλέπει ο νόμος.
  3. Το αξίωμα του Επόπτη των Εκλογών είναι δημόσιο αξίωμα.
  4. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (6) αυτού του άρθρου, ο Επόπτης των Εκλογών παύεται από το αξίωμά του όταν φθάσει σε συγκεκριμένη ηλικία αυτή ή μετά την εκπνοή της θητείας του, όπως ορίζεται από το Κοινοβούλιο.
  5. Το πρόσωπο που ασκεί το αξίωμα του Επόπτη των Εκλογών μπορεί να παυθεί από το αξίωμά του μόνο για ανικανότητα άσκησης των καθηκόντων του (είτε προέρχεται από σωματική ή πνευματική αναπηρία ή οποιαδήποτε άλλη αιτία) ή από κακή συμπεριφορά και δεν μπορεί να παυθεί παρά μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
  6. Ο Γενικός Κυβερνήτης παύει τον Επόπτη των Εκλογών αν το ζήτημα της παύσης του έχει παραπεμφθεί σε δικαστήριο που ορίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (7) αυτού του άρθρου και το δικαστήριο έχει συστήσει στον Γενικό Κυβερνήτηη ότι θα έπρεπε να παυθεί λόγω ανικανότητας όπως προαναφέρθηκε ή για κακή συμπεριφορά.
  7. Εάν υπάρχει έγκριση ψηφισμάτων και των δύο Σωμάτων του Κοινοβουλίου για τη διερεύνηση του ζητήματος της παύσης του Επόπτη των Εκλογών στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου,
    1. ο Γενικός Κυβερνήτης συστήνει δικαστήριο που αποτελείται από έναν πρόεδρο και τουλάχιστον δύο άλλα μέλη, που επιλέγονται μεταξύ προσώπων που κατέχουν ή έχουν αναλάβει καθήκοντα δικαστή δικαστηρίου που έχει πλήρη δικαιοδοσία σε αστικές και ποινικές υποθέσεις σε κάποιο μέρος της Κοινοπολιτείας ή ενός δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία στις προσφυγές ενός τέτοιου δικαστηρίου, και
    2. το δικαστήριο εξετάζει το θέμα και υποβάλλει έκθεση σχετικά με τα γεγονότα στον Γενικό Κυβερνήτη και του συστήνει εάν ο Επόπτης των Εκλογών θα πρέπει να παυθεί στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου.
  8. Αν το ζήτημα της απομάκρυνσης του Επόπτη των Εκλογών έχει παραπεμφθεί σε δικαστήριο βάσει του παρόντος άρθρου, ο Γενικός Κυβερνήτης, ενεργώντας σύμφωνα με τη γνώμη της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, μπορεί να παύσει τον Επόπτη των Εκλογών από την άσκηση των καθηκόντων του αξιώματός του και οποιαδήποτε αναστολή μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανακληθεί από τον Γενικό Κυβερνήτη ενεργώντας σύμφωνα με τις συμβουλές που προαναφέρθηκαν και σε κάθε περίπτωση παύει να έχει επιπτώσεις αν το δικαστήριο συστήσει στον Γενικό Κυβερνήτη ότι ο Επόπτης των Εκλογών δεν πρέπει να παυθεί.
  9. Εάν, για οποιονδήποτε λόγο, ο Επόπτης των Εκλογών δεν είναι σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντά του, ο Γενικός Κυβερνήτης, με σημείωση που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, διορίζει πρόσωπο που ενεργεί στη θέση του Επόπτη των εκλογών μετά από ψηφίσματα σχετικά με τον σκοπό αυτό όπου τα δύο Σώματα του Κοινοβουλίου προσδιορίζουν το πρόσωπο που πρέπει οριστεί για διορισμό, και κάθε πρόσωπο που διορίζεται κατ' αυτόν τον τρόπο, με την επιφύλαξη των διατάξεων των εδαφίων (7) και (8) του παρόντος άρθρου, συνεχίζει να ενεργεί έως ότου ο Επόπτης των Εκλογών επανέλθει στα καθήκοντά του η ο διορισμός του ανακληθεί από τον Γενικό Κυβερνήτη επί σχετικών ψηφισμάτων και από τις δύο Βουλές.

Κεφάλαιο V. Εκτελεστικές εξουσίες[Επεξεργασία]

Τμήμα 1. Γενικά[Επεξεργασία]

68. Εκτελεστική αρχή

  1. Η εκτελεστική εξουσία της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ανήκει στην Αυτού Μεγαλειότητα.
  2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος Συντάγματος, η εκτελεστική εξουσία της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα μπορεί να ασκηθεί εξ ονόματος της Αυτού Μεγαλειότητας από τον Γενικό Κυβερνήτη, είτε άμεσα είτε μέσω αξιωματούχων που ορίζονται από αυτόν.
  3. Τίποτα στο παρόν άρθρο δεν εμποδίζει το Κοινοβούλιο να αναθέτει καθήκοντα σε πρόσωπα ή αρχές διαφορετικές από τον Γενικό Κυβερνήτη.

69. Υπουργοί της Κυβέρνησης

  1. Πρέπει να υπάρχει Πρωθυπουργός της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ο οποίος διορίζεται από τον Γενικό Κυβερνήτη.
  2. Οσάκις υπάρχει η ευκαιρία να διοριστεί Πρωθυπουργός, ο Γενικός Κυβερνήτης διορίζει ως Πρωθυπουργό:
    1. ένα μέλος της Βουλής ο οποίος είναι ο ηγέτης στην Βουλή του πολιτικού κόμματος που έχει την υποστήριξη της πλειοψηφίας των μελών της Βουλής, ή
    2. όταν σύμφωνα με την κρίση του δεν υπάρχει αδιαμφισβήτητος ηγέτης στη Βουλή ή ότι κανένας υποψήφιος δεν έχει την υποστήριξη της πλειοψηφίας, ο βουλευτής που κατά την κρίση του είναι πολύ πιθανό να λάβει την υποστήριξη της πλειοψηφίας των μελών της Βουλής,

και είναι πρόθυμος να αποδεχθεί το αξίωμα του Πρωθυπουργού.

  1. Με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 82 του παρόντος Συντάγματος και του εδαφίου (4) αυτού του άρθρου, εκτός από το αξίωμα του Πρωθυπουργού, υπάρχουν και άλλα αξιώματα Υπουργών (συμπεριλαμβανομένου του Υπουργού Επικρατείας) της Κυβέρνησης που έχουν συσταθεί από το Κοινοβούλιο ή, με την επιφύλαξη των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου που έχει θεσπίσει το Κοινοβούλιο, από τον Γενικό Κυβερνήτη, ενεργώντας σύμφωνα με τις κρίσεις του Πρωθυπουργού.
  2. Οι Υπουργοί, εκτός από τον Πρωθυπουργό, είναι πρόσωπα όπως ο Γενικός Κυβερνήτης, τα οποία ενεργούν σύμφωνα με τις συμβουλές του Πρωθυπουργού, και διορίζονται μεταξύ των μελών της Βουλής και της Γερουσίας.
  3. Αν προκύψει περίπτωση διορισμού στο αξίωμα του Πρωθυπουργού ή άλλου Υπουργού ενώ διαλύεται το Κοινοβούλιο, τότε, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη διάταξη αυτού του άρθρου, ένα πρόσωπο που ήταν μέλος της Βουλής αμέσως πριν τη διάλυση μπορεί να διοριστεί ως Πρωθυπουργός ή οποιοσδήποτε άλλος Υπουργός και πρόσωπο που ήταν Γερουσιαστής αμέσως πριν από τη διάλυση μπορεί να διοριστεί ως οποιοσδήποτε Υπουργός εκτός από Πρωθυπουργός.
  4. Οι διορισμοί βάσει του παρόντος άρθρου πραγματοποιούνται με όργανο υπό τη Δημόσια Σφραγίδα.

70. Το Υπουργικό ΣυμβούλιοΥΥ

  1. Υπάρχει Υπουργικό Συμβούλιο στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, το οποίο έχει τη γενική διεύθυνση και τον έλεγχο της Κυβέρνησης και είναι συλλογικά υπεύθυνο για το Κοινοβούλιο.
  2. Το Υπουργικό Συμβούλιο αποτελείται από τον Πρωθυπουργό και αριθμό άλλων Υπουργών (από τους οποίους ένας θα είναι ο Γενικός Εισαγγελέας), οι οποίοι διορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69 του παρόντος Συντάγματος, όπως θεωρεί ενδεδειγμένο ο Πρωθυπουργός.

71. Κατανομή χαρτοφυλακίων

  1. Ο Γενικός Κυβερνήτης, ενεργώντας σύμφωνα με τις συμβουλές του Πρωθυπουργού, μπορεί, με οδηγίες γραπτώς, να αναθέσει στον Πρωθυπουργό ή σε οποιονδήποτε άλλον Υπουργό την ευθύνη για οποιαδήποτε δραστηριότητα της Κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένης της διοίκησης οποιουδήποτε τμήματος της Κυβέρνησης.
  2. Όταν ένας Υπουργός δεν έχει τη δυνατότητα να ασκήσει τα καθήκοντά του εξαιτίας της απουσίας του από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή λόγω ασθένειας, ο Γενικός Κυβερνήτης, ενεργώντας σύμφωνα με τις συμβουλές του Πρωθυπουργού, μπορεί να ορίσει μέλος της Βουλής ή Γερουσιαστή να ενεργεί στο αξίωμα αυτού του Υπουργού κατά τη διάρκεια αυτής της απουσίας ή ασθένειας.

72. Σύγκληση του Υπουργικού Συμβουλίου Το Υπουργικό Συμβούλιο καλείται μόνο από τον Πρωθυπουργό ή, ελλείψει αυτού, από τον Υπουργό που διορίζει ο Πρωθυπουργός ώστε να ενεργεί για λογαριασμό του.

73. Διάρκεια θητείας των υπουργών

  1. Όταν η Βουλή εγκρίνει ψήφισμα που υποστηρίζεται από τις ψήφους της πλειοψηφίας όλων των μελών της Βουλής και που δηλώνει ότι δεν έχει εμπιστοσύνη στον Πρωθυπουργό και ο Πρωθυπουργός δεν παραιτείται εντός επτά ημερών από τη λήψη αυτού του ψηφίσματος το αξίωμά του ή δεν προτείνει στον Γενικό Κυβερνήτη να διαλύσει το Κοινοβούλιο, ο Γενικός Κυβερνήτης ανακαλεί τον διορισμό του Πρωθυπουργού.
  2. Ο Πρωθυπουργός εγκαταλείπει επίσης το αξίωμα του:
    1. όταν μετά από οποιαδήποτε διάλυση του Κοινοβουλίου πληροφορείται από τον Γενικό Κυβερνήτη ότι ο Γενικός Κυβερνήτης πρόκειται να τον επαναδιορίσει ως Πρωθυπουργό ή να διορίσει άλλο πρόσωπο ως Πρωθυπουργό, ή
    2. όπου για οποιονδήποτε λόγο εκτός από τη διάλυση του Κοινοβουλίου παύει να είναι μέλος της Βουλής.
  3. Ένας Υπουργός πέρα από τον Πρωθυπουργό εγκαταλείπει το αξίωμά του:
    1. όταν ένα πρόσωπο διορίζεται ή διορίζεται εκ νέου ως Πρωθυπουργός,
    2. όταν, για οποιονδήποτε λόγο εκτός από τη διάλυση του Κοινοβουλίου, παύει να είναι μέλος οποιουδήποτε Σώματος του Κοινοβουλίου μεταξύ των μελών του οποίου διορίστηκε, ή
    3. όταν ο διορισμός του ανακαλείται από τον Γενικό Κυβερνήτη σύμφωνα με τις προτάσεις του Πρωθυπουργού.
  4. Όταν ο Πρωθυπουργός υποχρεούται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 παράγραφος 2 του παρόντος Συντάγματος, να παυθεί από μέλος της Βουλής, σταματά κατά τη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος να ασκεί οποιαδήποτε από τα καθήκοντά του ως Πρωθυπουργού.
  5. Όταν, ανά πάσα στιγμή, οποιοσδήποτε Υπουργός πέρα από τον Πρωθυπουργό απαιτείται δυνάμει του άρθρου 31 παράγραφος 2 ή του άρθρου 41 του παρόντος Συντάγματος να παύσει να ασκεί τα καθήκοντά του ως μέλους του Σώματος στο οποίο ανήκει, παύει κατά τον χρόνο αυτό να ασκεί οποιαδήποτε από τις αρμοδιότητές του ως Υπουργού.

74. Εκτέλεση καθηκόντων του πρωθυπουργού κατά τη διάρκεια απουσίας, ασθένειας ή αναστολής

  1. Όταν ο πρωθυπουργός απουσιάζει από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή αδυνατεί λόγω ασθενείας ή των διατάξεων του άρθρου 73 παράγραφος 4 του παρόντος Συντάγματος να ασκήσει τα καθήκοντα που του απονέμει το παρόν Σύνταγμα, ο Γενικός Κυβερνήτης μπορεί να εξουσιοδοτήσει κάποιο άλλο μέλος του Υπουργικού Συμβουλίου να εκτελεί τα καθήκοντα αυτά (εκτός των καθηκόντων που περιγράφονται στο εδάφιο (2) του παρόντος άρθρου) και το εν λόγω μέλος μπορεί να ασκεί τα καθήκοντα αυτά μέχρις ότου ανακληθεί ο ορισμός του από τον Γενικό Κυβερνήτη.
  2. Οι εξουσίες του Γενικού Κυβερνήτη δυνάμει του παρόντος άρθρου ασκούνται από αυτόν σύμφωνα με τις προτάσεις του Πρωθυπουργού, εκτός εάν ο Γενικός Κυβερνήτης θεωρεί ότι είναι ανέφικτο να ζητηθεί η γνώμη του Πρωθυπουργού λόγω απουσίας ή ασθένειας ή όταν ο Πρωθυπουργός δεν είναι σε θέση να εκφράσει τη γνώμη του δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 73 (4) του παρόντος Συντάγματος, ο Γενικός Κυβερνήτης μπορεί να ασκεί τις εξουσίες αυτές κατά την κρίση του.

75. Κοινοβουλευτικοί Γραμματείς

  1. Ο Γενικός Κυβυερνήτης, ενεργώντας σύμφωνα με τις προτάσεις του Πρωθυπουργού, μπορεί να διορίζει Κοινοβουλευτικούς Γραμματείς μεταξύ των μελών της Βουλής και της Γερουσίας για να επικουρούν τους Υπουργούς κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
  2. Σε περίπτωση που ανακύψει περίσταση για την πραγματοποίηση ορισμού στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου ενώ διαλύεται το Κοινοβούλιο, πρόσωπο που ήταν Γερουσιαστής ή μέλος της Βουλής αμέσως πριν τη διάλυση μπορεί να διοριστεί ως Κοινοβουλευτικός Γραμματέας.
  3. Το αξίωμα του Κοινοβουλευτικού Γραμματέα καθίσταται κενό:
    1. όταν, για οποιονδήποτε λόγο εκτός από τη διάλυση του Κοινοβουλίου, παύει να είναι μέλος του Σώματος του Κοινοβουλίου στο οποίο διορίστηκε, ή
    2. κατά τον διορισμό ή τον εκ νέου διορισμό οποιουδήποτε προσώπου ως Πρωθυπουργού, ή
    3. όταν ο Γενικός Κυβερνήτης, ενεργώντας σύμφωνα με τις προτάσεις του Πρωθυπουργού, το αποφασίζει.

76. Όρκοι που πρέπει να δοθούν από τους Υπουργούς και τους Κοινοβουλευτικούς Γραμματείς Ο Πρωθυπουργός, κάθε άλλος Υπουργός και κάθε Κοινοβουλευτικός Γραμματέας, προτού αναλάβει τα καθήκοντα του αξιώματός του, δίδει και υπογράφει τον όρκο πίστης, αξιώματος και μυστικότητας.

77. Γραμματέας Υπουργικού Συμβουλίου

  1. Υπάρχει Γραμματέας στο Υπουργικό Συμβούλιο, του οποίου το αξίωμα είναι δημόσιο.
  2. Ο Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου, ο οποίος είναι επιφορτισμένος με το αξίωμα του Υπουργικού Συμβουλίου, είναι υπεύθυνος σύμφωνα με τις οδηγίες που του δίνει ο πρωθυπουργός για την οργάνωση των λειτουργιών και την τήρηση των πρακτικών του Υπουργικού Συμβουλίου και για τη μεταβίβαση των αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου στο αρμόδιο πρόσωπο ή αρχή και έχει άλλα καθήκοντα που μπορεί να κατευθύνει ο Πρωθυπουργός.
  3. Ο Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου, προτού αναλάβει τα καθήκοντα του αξιώματός του, δίδει και υπογράφει τον όρκο της μυστικότητας.

78. Μόνιμοι Γραμματείς

  1. Όταν ένας Υπουργός έχει αναλάβει την αρμοδιότητα οποιασδήποτε υπηρεσίας διακυβέρνησης, ασκεί την καθοδήγηση και τον έλεγχο της υπηρεσίας αυτής. Υπό την επιφύλαξη αυτής της διευθύνσεως και ελέγχου, η υπηρεσία αυτή τελεί υπό την επίβλεψη Μόνιμου Γραμματέως του οποίου το αξίωμα είναι δημόσιο.
  2. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου:
    1. δύο ή περισσότερες κυβερνητικές υπηρεσίες μπορούν να τεθούν υπό την εποπτεία ενός Μόνιμου Γραμματέα, και
    2. δύο ή περισσότεροι Μόνιμοι Γραμματείς μπορούν να επιβλέπουν οποιοδήποτε τμήμα διοίκησης που έχει ανατεθεί σε Υπουργό.

79. Ηγέτης της Αντιπολίτευσης

  1. Εκτός από τις περιόδους κατά τις οποίες δεν υπάρχουν μέλη της Βουλής που υποστηρίζουν την κυβέρνηση, πρέπει να υπάρχει ηγέτης της Αντιπολίτευσης, ο οποίος διορίζεται από τον Γενικό Κυβερνήτη.
  2. Κάθε φορά που υπάρχει χρόνος για τον διορισμό ηγέτη της αντιπολίτευσης, ο Γενικός Κυβερνήτης διορίζει το μέλος της Βουλής που θεωρεί ότι είναι πιθανό να λάβει την υποστήριξη της πλειοψηφίας των μελών της Βουλής που δεν υποστηρίζουν Κυβέρνηση, ή αν κανένα μέλος της Βουλής δε φαίνεται να λαμβάνει τέτοια στήριξη, το μέλος της Βουλής που σύμφωνα με την άποψη του φαίνεται να λαμβάνει την υποστήριξη της μεγαλύτερης ομάδας μελών της Βουλής που δεν υποστηρίζει την κυβέρνηση:

Υπό την προϋπόθεση ότι:

    1. εάν υπάρχουν δύο ή περισσότερα μέλη της Βουλής που δεν υποστηρίζουν την κυβέρνηση, αλλά κανένας από αυτούς δεν έχει την εντολή της άλλης ή άλλων, ο Γενικός Κυβερνήτης μπορεί, ενεργώντας κατά την κρίση του, να ορίσει έναν από αυτούς ως ηγέτη της Αντιπολίτευσης, και
    2. κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, ο Γενικός Κυβερνήτης καθοδηγείται από την αρχαιότητα του καθενός με βάση το χρόνο υπηρεσίας του ως μέλος της Βουλής, με τον αριθμό των ψήφων που εκλέγονται υπέρ του καθενός κατά την τελευταία εκλογή μελών της Βουλής είτε με τόσο αρχαιότητα όσο και με αυτόν τον αριθμό ψήφων.
  1. Εάν προκύψει η ευκαιρία διορισμού ηγέτη της Αντιπολίτευσης κατά την περίοδο μεταξύ της διάλυσης του Κοινοβουλίου και της ημέρας κατά την οποία διεξάγεται εκλογή μελών της Βουλή, μπορεί να γίνει διορισμός σαν να μην είχε διαλυθεί το Κοινοβούλιο.
  2. Το αξίωμα του ηγέτη της Αντιπολίτευσης καθίσταται κενό:
    1. εάν αυτός παύσει να είναι μέλος της Βουλής εξαιτίας της διάλυσης του Κοινοβουλίου,
    2. εάν, όταν η Βουλή συνεδριάζει για πρώτη φορά μετά από διάλυση του Κοινοβουλίου, δεν είναι τότε μέλος της Βουλής.
    3. εάν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 παράγραφος 2 του παρόντος Συντάγματος απαιτείται να παύσει να ασκεί τα καθήκοντά του ως μέλους της Βουλής, ή
    4. εάν αποσυρθεί από το αξίωμα του από τον Γενικό Κυβερνήτη σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (5) αυτού του άρθρου.
  3. Αν ο Γενικός Κυβερνήτης διαπιστώσει ότι ο ηγέτης της Αντιπολίτευσης δεν είναι πλέον σε θέση να λάβει την υποστήριξη της πλειοψηφίας των μελών της Βουλής που δεν υποστηρίζουν την κυβέρνηση ή την υποστήριξη της μεγαλύτερης μόνο ομάδας μελών της Βουλής που δεν υποστηρίζει την κυβέρνηση, θα απομακρύνει τον ηγέτη της Αντιπολίτευσης από το αξίωμα.
  4. Οι εξουσίες του Γενικού Κυβερνήτη δυνάμει του παρόντος άρθρου ασκούνται από αυτόν κατά την κρίση του.
  5. Όταν το αξίωμα του ηγέτη της Αντιπολίτευσης είναι κενό, είτε επειδή δεν υπάρχει μέλος της Βουλής που είναι τόσο κατάλληλος για διορισμό είτε επειδή δεν είναι πρόθυμος να διοριστεί κανένας από αυτούς, ή επειδή ο ηγέτης της Αντιπολίτευσης παραιτήθηκε από το αξίωμά του ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος Συντάγματος που απαιτεί τη διαβούλευση ή τις προτάσεις του ηγέτη της Αντιπολίτευσης δεν έχει κανένα αποτέλεσμα καθόσον απαιτεί τέτοια διαβούλευση ή πρόταση.

https://www.constituteproject.org/constitution/Antigua_and_Barbuda_1981?lang=en