Τρελαντώνης/Κεφάλαιο ΙΖ'

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τρελαντώνης
Συγγραφέας: Πηνελόπη Δέλτα
ΙΖ'. Τρελαντώνης


Η κακή μέρα από το πρωί φαίνεται! Θα δείτε πως όλα θα παν στραβά σήμερα! είπε ο Αντώνης στ' αδέλφια του, πηγαίνοντας στα λουτρά δυο μέρες αργότερα. Και αλήθεια είχε αρχίσει άσχημα η μέρα, από την ώρα που έπεσε ο Αλέξανδρος μες στην μπηγμένη κουνουπιέρα του και πήγε ο Αντώνης να τον ξεσκαλώσει και κατρακύλησε ο Αλέξανδρος ως το αντικρινό ποδάρι του κρεβατιού κι έκανε στο μέτωπο μια μελανιά που φούσκωσε σαν καρύδι.

Και δεν πρόφθασαν να κατέβουν τ' αδέλφια τη σκάλα, και να σου η γάτα της Ρωσίδας κυρίας της Τιμής, που έκλεψε το κασέρι του θείου από το τραπέζι της τραπεζαρίας, και της πέταξε ο Αντώνης ένα ασημένιο κουτάλι που, αντί να βρει τη γάτα, βρήκε τη γυαλόπορτα και κατέβασε, βροντοκοπώντας, ένα ολόκληρο τζάμι. Και βγήκε η θεία με την καμιζόλα της και, μ' όλες τις διαμαρτυρίες του πως δεν έφταιγε αυτός, έφαγε ο Αντώνης την κατσάδα, μαζί κι έναν μπάτσο από το παχύ χεράκι της θείας, και ζεματισμένος ξεκίνησε με τ' αδέλφια του για τα λουτρά.

Μα κι εκεί η γρουσουζιά εξακολούθησε. Ενώ στη σκάλα έβρεχε προσεκτικά η Αλεξάνδρα το μέτωπο της, μην ξεσγουράνει τα κατσαρά της, γυρίζει ο Αντώνης να δει ένα παιδί που νοίκιαζε κολοκύθες, για να κολυμπήσει, λέει, στα βαθιά, και γλιστρά και πάρ' τον κάτω, μαζί και την Αλεξάνδρα, στον πάτο της θάλασσας. Χάλασε ο κόσμος στα λουτρά.

- Σώστε! Ελεήστε! Πνίγονται τα παιδιά!

Δεν πνίγηκαν, γιατί τους ανέβαιναν τα νερά ως τα γόνατα. Μα παν τα κατσαρά. Και δε φθάνει αυτό, μόνο κόλλησε μια τσούχτρα στην πλάτη της Πουλουδιάς, που έβαλε τις φωνές, και, για να τη γλιτώσει, ο Αντώνης τη βούτηξε και αυτήν, και παν και αυτηνής τα κατσαρά. Και, φουρκισμένη τότε η Αφροδίτη, πήρε πηλό και τους έλουσε και των τριών τα μαλλιά στη θάλασσα, και μόνο το ξανθό κεφάλι του Αλέξανδρου γλίτωσε από την οργή της, γιατί ήταν δεμένο μ' ένα μεταξωτό μαντίλι του θείου, που πλάκωνε σφιχτά ένα ασημένιο τάλιρο απάνω στη μελανιά του.

- Κι ακόμα τι έχομε να τραβήξομε! είπε ο Αντώνης, γυρίζοντας από τα λουτρά, στις αδελφές του που πήγαιναν μπροστά μαζί του, ενώ φορτωμένη λουτρικά ακολουθούσε η Αφροδίτη, βαστώντας τον Αλέξανδρο από το χέρι. Τι έχομε να τραβήξομε! Η θεία είναι κιόλα θυμωμένη και η μέρα μόλις αρχίζει!

Στη βεράντα, σαν έφθασαν, ήταν κόσμος. Η Κατίνα και η Κλειώ συζητούσαν με τη θεία που, κόκκινη και αναμμένη, έλεγε και ξανάλεγε:

- Δεν είναι δυνατόν! Σας λέγω πως δεν είναι δυνατόν! Ζωρζή! Έλα έξω! Άκουσε τι λεν τα κορίτσια!

Ο θείος Ζωρζής βγήκε στη βεράντα την ίδια ώρα που ανέβαιναν τα τέσσερα αδέλφια με την Αφροδίτη.

- Τι τρέχει; ρώτησε λίγο μουδιασμένος.

Ο θείος Ζωρζής πάντα μούδιαζε σαν εξάπτουνταν η θεία Μαριέτα. Και βλέποντας τ' ανίψια του, χαμογέλασε το φαρδύ του χαμόγελο.

- Καλώς τα παιδιά, είπε, μπείτε να πάρετε το πρόγευμα σας...

- Άκουσε τώρα δω! διέκοψε η θεία. Τα κορίτσια επιμένουν πως φθάνουν οι δικοί μας από την Αλεξάνδρεια...

- Έφθασαν, θεία! διέκοψε η Κατίνα μ' ένα νάζι του κεφαλιού της.

- Μα πώς το ξέρεις, μπρε παιδάκι μου;

- Αφού πήγε η μητέρα με τον πατέρα κάτω, στο λιμένα, να τους παραλάβουν!

Τα τέσσερα αδέλφια έμειναν εμβρόντητα. Ο θείος Ζωρζής επίσης. Μα η θεία δεν πείθουνταν.

- Αφού έρχονται να κατοικήσουν εδώ, δε θα μας ειδοποιούσαν πρώτα εμάς; Να ετοιμάσομε την κάμαρα τους;

- Μα σας τηλεγράφησαν! Το δικό μας τηλεγράφημα λέγει: «Ειδοποιούμεν Ζωρζήν».

Η θεία γύρισε απότομα.

- Ζωρζή, έλαβες εσύ τηλεγράφημα;

Ο θείος αργοκούνησε το σταχτί κεφάλι του.

- Δεν έλαβα τίποτα, είπε. Και ρώτησε:

- Πότε το λάβατε σεις;

- Προχθές το απόγεμα, αποκρίθηκε η Κλειώ.

Μα έξαφνα έγινε κάτι. Ο Αντώνης έπαθε σα λόξιγκα κι έχωσε τα χέρια του στις τσέπες του. Γύρισαν όλοι και τον είδαν κατακόκκινο, που πασπάτευε, με χέρια που έτρεμαν, ανάμεσα στους θησαυρούς της τσέπης του κι έβγαζε ένα χαρτί διπλωμένο ακόμα, μα σε κακή κατάσταση. Μαύρο, τσαλακωμένο, σχισμένο, μουντζουρωμένο, σα να μην έφθαναν τα χάλια του, μες στις δίπλες του είχε χωθεί ένα κομμάτι μασημένη μαστίχα και πλακώθηκε και αυτή και κόλλησε κι έγινε πίτα.

- Το... το τηλεγράφημα... εγώ το πήρα... μπουρδούμπισε ο Αντώνης, κόκκινος σαν αστακός.

Ο θείος και οι δυο εξαδέλφες έμπηξαν τα γέλια. Μα τα μάτια της θείας έβγαλαν σπίθες, και οι δυο αδελφές του Αντώνη λες και μίκρεψαν, ζάρωσαν, ήθελαν να τις καταπιεί η γη, μαζί με τον Αντώνη, μήπως ξεφύγουν από το θυμό τη θείας, που προμηνύουνταν τρομερός.

- Πώς τόλμησες... άρχισε η θεία.

Μα ο θείος είχε πάρει το κουρελόχαρτο από τα κρεμασμένα χέρια του Αντώνη, το ξεκόλλησε από τη μαστίχα, το άνοιξε και διάβασε: «Φεύγομε σήμερον Αργολίδα, καλήν αντάμωσιν - Μανόλης».

Σήκωσε ο θείος τα ζαρωμένα γελαστά του ματιά στον Αντώνη και ρώτησε:

- Μπρε διαβολάκι, από πότε το έχεις στην τσέπη και δε μιλάς;

- Το... το... τραύλισε ο Αντώνης, από προχθές... το απόγεμα...

Μα η θεία μπήκε στη μέση.

- Χωρατεύεις κιόλα μαζί του, Ζωρζή;... διέκοψε και, γυρνώντας στον άφωνο Αντώνη μάτια φορτωμένα αστροπελέκια, ρώτησε: Από πού το πήρες;

- Δεν το πήρα... μου το έδωσε ο ταχυδρόμος... και περνούσε ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς και...

- Στη σοφίτα! Αμέσως στη σοφίτα! πρόσταξε η θεία, χωρίς καν να τον ακούσει. Τιμωρία! Και θα φθάσουν οι γονείς σου και δε θα είσαι δω να τους υποδεχθείς! Στη σοφίτα! Αμέσως!

Σα διέταζε η θεία, κανένας δεν τολμούσε ν' αντισταθεί. Και γέρνοντας στους ώμους του, με σκυφτό κεφάλι, μπήκε ο Αντώνης στο σπίτι. Μα, μιας και βγήκε από τη βολή των ματιών της θείας, ο Αντώνης επαναστάτησε. Τι, θα έφθαναν οι γονείς του και δε θα ήταν αυτός εκεί να τους δει; Και θα μάθαιναν αμέσως αμέσως αταξίες, κατσάδες, τιμωρίες... Ωωωω!...

Πέταξε ο Αντώνης πάνω το κεφάλι του. Αυτή τη φορά, όχι, δε θα υπακούσει και ας τον δείρει η θεία, σα θέλει. Θα πάγει αυτός στο λιμένα... ήξερε το δρόμο... και αν δεν τον ήξερε, θα τον ξανάβρισκε, αφού από κει ήλθε με τ' αδέλφια του, σαν έφθασαν στον Πειραιά... Και θα τους υποδέχουνταν τους γονείς του, αυτός πρώτος. Και ύστερα... ό,τι βρέξει ας κατεβάσει.

Μπήκε στην είσοδο, είδε τη σκάλα έρημη, άκουσε την κερα- Ρήνη που σκάλιζε τη φωτιά της και, ξεγλιστρώντας κατά την πίσω πόρτα, βγήκε στην αυλή και από κει στο δρόμο. Η βεράντα τώρα και η τραπεζαρία βούιζαν από τις διαταγές της θείας.

- Αμέσως, Αφροδίτη, ακουμπά τα λουτρικά... Όχι εδώ, στην κάμαρα πάνω... Κατίνα, πάρε συ τα κλειδιά μου, άνοιξε την ντολάπα του λινού, βγάλε σεντόνια, πεσκίρια, μαξιλαροθήκες... Κλειώ, τρέχα πες της κερα-Ρήνης να ξεπεταχτεί να πάρει ψάρι... να το κάνει, πες, αλά Σπετσιώτα, που του αρέσει του θείου Μανόλη... Στάσου, Αφροδίτη, πού είσαι; Φέρε πιάτα, φλιτζάνια, ίσως να μην προγευμάτισαν ακόμα... Και, αλήθεια, ούτε τα παιδιά δεν προγευμάτισαν. Αλεξάνδρα, Πουλουδιά, Αλέξανδρε, αμέσως βγάλτε τα καπέλα σας...

Διακόπηκε ξαφνισμένη:

- Τι κεφάλια είναι αυτά; Γιατί δεν κάνατε κατσαρά χθες βράδυ; αναφώνησε.

- Κάναμε, μα... μα... ψέλλισε η Αλεξάνδρα κοιτάζοντας απελπισμένη την Πουλουδιά που, με σκυφτό κεφάλι, από κάτω από τα φρύδια της, έγνεφε του Αλέξανδρου «Μην πεις...».

Μπήκε στη μέση η Αφροδίτη βιαστικά:

- Τις έλουσα στη θάλασσα, είπε, ήταν ελεεινά τα μαλλιά τους και δεν ήξερα πως φθάνουν οι κύριοι...

- Τι ανοησίες! Τις έλουσες χθες! διέκοψε η θεία.

- Ξαναλερώθηκαν, κυρία, ήταν ζέστη χθες, επέμεινε η Αφροδίτη.

- Το πέτυχες! Και τώρα θα τις δει σ' αυτά τα χάλια η μαμά τους, που τις θέλει πάντα τυποδεμένες... και ο Αλέξανδρος με δεμένο το κεφάλι... μπράβο, ωραία μας τα κατάφερε ο Αντώνης...

- Ε, ξέχασε μια φορά και αυτός, είπε καλόκαρδα ο θείος. Μα τον κεραυνοβόλησε μια ματιά της θείας, και σιωπηλά κάθισε στο πρόγευμα και ξεδίπλωσε την πετσέτα του. Ο Αλέξανδρος είχε σκαρφαλώσει στην καρέγλα πλάγι του.

- Και ο Αντώνης; ρώτησε χαμηλόφωνα. Δε θα φάγει, θείε, ο Αντώνης;

Με τα μάτια, γελαστά του έγνεψε ο θείος, κι έγνεψε και στις δυο αδελφές να καθίσουν, ενώ θεία, εξαδέλφες και Αφροδίτη σκορπίζουνταν σ' όλο το σπίτι για να ετοιμάσουν την υποδοχή των γονέων. Τ' αδέλφια πήραν αέρα.

- Θείε, ρώτησε η Αλεξάνδρα, να πάρω στη σοφίτα τον καφέ του Αντώνη;

- Σιγά σιγά, αποκρίθηκε ο θείος, μη θυμώσουμε πάλι τη θεία. Ίσως μπορέσομε να την καταφέρομε να τον συγχωρήσει.

Και σαν κατέβηκε η θεία, με το πράσινο μεταξωτό φόρεμα της, βιαστική, παχουλή, πηδηχτή, καπελωμένη και γαντωμένη, ζεσταμένη από τη βία, μα ευχαριστημένη που ετοιμάστηκε πια η κάμαρα του μουσαφίρη, βρήκε την ώρα κατάλληλη ο θείος και μεσίτεψε για συγχώρηση...

- Ας έχει χάρη που έρχουνται οι γονείς του, ειδεμή... αποκρίθηκε η θεία, ας έχει χάρη! Μα γρήγορα, Ζωρζή, ήλθε το αμάξι, πάμε, μήπως τους προφθάσομε...

Είχε βγει κιόλα στη βεράντα. Δειλά την ακολούθησε η Αλεξάνδρα.

- Να του πούμε να έλθει κάτω, θεία; ρώτησε.

Η θεία είχε κατέβει τα μισά σκαλοπάτια. Μισογύρισε και είπε:

- Πες του πως για χατίρι της μαμάς σας... ναι, τον συγχωρώ αυτή τη φορά! Μα είναι η τελευταία...

Τα υπόλοιπα χάθηκαν μέσα στην κουκούλα, κι έκλεισε η πόρτα πίσω από το θείο. Μα πάλι παρουσιάστηκε το κεφάλι της θείας στο παράθυρο.

- Φρόνιμα, παιδιά! φώναξε. Η Κατίνα και η Κλειώ μας περιμένουν...

Και ξεκίνησε το βαρύ λαντό και ο κρότος σκέπασε τη φωνή της.

Τρεχάτη μπήκε η Αλεξάνδρα στην τραπεζαρία φωνάζοντας:

- Τον συγχώρησε η θεία! Πάμε να τον φέρομε!

Και οι δυο αδελφές πηλάλα ανέβηκαν τη σκάλα, με την Κλειώ πίσω τους, που έπαιρνε τρία τρία τα σκαλοπάτια. Μα σαν έφθασαν ξεφωνίζοντας «Αντώνη! Αντώνη! Έλα κάτω!», η σοφίτα ήταν άδεια, ο Αντώνης είχε εξαφανιστεί. Μεγάλο σούσουρο έγινε στο σπίτι. Ο Αντώνης χάθηκε, ο Αντώνης δεν ήταν πουθενά, ούτε στη σοφίτα ούτε στην αυλή ούτε στην κάμαρα του ούτε στο καρβουναριό. Και μαζεύθηκαν αδέλφια κι εξαδέλφες, και κατάφθασαν Αφροδίτες και κερα-Ρήνες, και καθένας έλεγε το «μήπως» του. - Μήπως πήγε στης Αλίς; έκανε η Αλεξάνδρα.

- Ή πάλι στου βασιλέα; αντίκοψε η Πουλουδιά.

Η Κατίνα, που κοίταζε κατά τον ανήφορο, γύρισε αργά.

- Έτσι πάτε σεις στου βασιλέα; ρώτησε σηκώνοντας τα καλογραμμένα φρύδια της.

- Ναι... όχι... ίσως... μπουρδούμπισε η Πουλουδιά γυρεύοντας μάταια να πάρει πίσω τα λόγια που της είχαν ξεφύγει.

- Όχι, ποτέ! Ποτέ δεν πάμε στου βασιλέα! διαμαρτυρήθηκε η Αλεξάνδρα γυρνώντας αυστηρά στην αδελφή της. Γιατί λες «πάλι»;

- Είπα ίσως... ίσως να δει τον Ντον... απέξω... όχι να ξαναμπεί στην αυλή... και πάλι τα 'χασε η Πουλουδιά και στάθηκε.

- Ξανά; Λοιπόν πηγαίνει κάποτε; ξεκαρδίστηκε και είπε η Κλειώ.

Μα η κερα-Ρήνη μ' ένα λόγο της άλλαξε τον αέρα κι έριξε τρόμο σ' όλες τις όψες.

- Ξανά! Ξανά! είπε κουνώντας το φακιολοδεμένο της κεφάλι. Μήπως ξαναπήγε σε καμιά βάρκα! Μήπως θαλασσοπνίγεται αυτή την ώρα ο Τρελαντώνης μας...

Η Αφροδίτη χλόμιασε. Με το χέρι σκίασε τα μάτια της και κοίταξε τη θάλασσα που τρεμοσάλευε, τυφλωτικά φωτισμένη, στο ηλιοπύρι.

- Όχι, όχι! είπε. Είναι σκάνταλος ο Αντώνης, μα παράκουος δεν είναι...

Η φωνή της, που έτρεμε λιγάκι, τρόμαξε τ' αδέλφια περισσότερο ακόμα και από τα λόγια της κερα-Ρήνης.

- Μήπως πήγε να τιμωρήσει τη γάτα; έριξε ένα λόγο ο Αλέξανδρος.

- Ποια γάτα; ρώτησε με καινούριες ελπίδες η Κλειώ.

- Της Ρωσίδας κυρίας της Τιμής, εξήγησε ο Αλέξανδρος, ενθουσιασμένος που έπιασε ο λόγος του. Έκλεψε το πρωί το τυρί του θείου...

- Πάμε να δούμε! αναφώνησε η Κλειώ. Και όλοι πάλι σκορπίστηκαν.

Μα σαν πήγε η Κλειώ στης Ρωσίδας κυρίας της Τιμής και η κερα-Ρήνη στο βασιλικό μαγειρείο και η Αλεξάνδρα στης Αλίς και η Κατίνα, η Πουλουδιά, η Αφροδίτη και ο Αλέξανδρος έψαξαν το σπίτι από τις κρεβατοκάμαρες ως το πλυσταριό και ξανά τη σοφίτα και το καρβουναριό, και ξαναγύρισαν πάλι στη βεράντα και βεβαιώθηκαν πως ο Αντώνης δεν ήταν πουθενά, η ανησυχία έγινε τρόμος και ο τρόμος απελπισία.

- Σταθείτε όλοι εδώ! Πάγω να δω και παρακάτω! είπε η Αφροδίτη κατεβαίνοντας στο δρόμο.

- Κι εγώ μαζί σου! είπε η Κλειώ πηδώντας δυο δυο τα σκαλοπάτια.

- Εσύ, Κατίνα, φύλαγε τα μικρά! φώναξε η Αφροδίτη.

Και ρίχνοντας την ποδιά της στο κεφάλι της, βιαστικά πήρε τον κατήφορο με την Κλειώ που ξεσκούφωτη, πήγαινε πλάγι της. Μα δεν έκαναν πολύ δρόμο. Δεν είχαν προλάβει ακόμα τον κατήφορο και μπροστά τους είδαν ένα ναυτόπουλο μακρολέλεκα, στ' άσπρα, και πλάγι του ένα μικρότερο με κοντά παντελόνια αγόρι που το βαστούσε ο μακρολέλεκας από το μπράτσο. Πάλι σκίασε η Αφροδίτη τα μάτια της να δει πιο καλά, μα την πρόλαβε η Κλειώ.

- Να τον! αναφώνησε. Και είναι με τον Γιάννη!

Ναι, ήταν ο Γιάννης και, πλάγι του, αργά ανέβαινε ο Αντώνης. Μα δεν είχε ο Αντώνης το γνωστό πετειναρίστικό του αέρα. Πήγαινε με πεσμένα τα φτερά και κρεμασμένο το κεφάλι. Και σαν τον έφθασαν οι δυο γυναίκες, είδαν πως το πρόσωπο του και τα ρούχα του ήταν όλο αίματα.

- Μη χειρότερα! έκανε η Αφροδίτη και δεν μπόρεσε να πει άλλο.

Μα της είπε ο Γιάννης, καθησυχαστικά:

- Δεν είναι τίποτα! Πιάστηκε σε πετροπόλεμο κι έφαγε μια πέτρα...

Καινούριο σούσουρο έγινε στη βεράντα σαν έφθασαν. Ακόμα και η Κατίνα έχασε το πάσο της.

- Τι έπαθε;

- Πώς το 'κανε;

- Έχει πληγή στο μέτωπο!

- Αντώνη, ματώθηκες!

Ο Αντώνης δεν απαντούσε σε κανένα. Σα μισοζαλισμένος, κάθουνταν στην κουνιστή πολυθρόνα της θείας και κοίταζε μια τον έναν, μια τον άλλο και αφήνουνταν στα γοργά χέρια της Αφροδίτης, και σιωπηλά έπινε το δροσερό από τη στάμνα νερό που του είχε φέρει η κερα-Ρήνη.

Και, όπως τη μέρα που τον δάγκασε ο Ντον, όλες φασάρευαν γύρω του, τραπεζιέρα, μαγείρισσα, εξαδέλφες και αδελφές, ποια θα τον πρωτοπλύνει, ποια θα του πρωτοφέρει άρνικα, ξαντό, μαντίλια. Και στο τέλος του έδεσαν το μέτωπο, κι αυτή τη φορά ήταν ο κόμπος από πίσω. Και γονατιστός πλάγι στην πολυθρόνα, ακίνητος, κρατούσε ο Αλέξανδρος μ' ευλάβεια, σα δισκοπότηρο, μια καθαρή φορεσιά.

Και όταν πια, πλυμένος, καθαρισμένος, μαντιλοδεμένος και αλλαγμένος, ξανακάθισε ο Αντώνης στην κουνιστή της θείας πολυθρόνα, ρώτησε η Κλειώ:

Και ποιος σου έριξε την πέτρα;

Μα ο Αντώνης δε μίλησε. Και πήρε το λόγο ο Γιάννης και είπε:

- Κάτι χαμίνια, μαγκόπαιδα μεγάλα, που είχαν μπλέξει σε πετροπόλεμο με μια τσούρμα μαρίδα.

Συγκινημένη χάιδεψε η Αφροδίτη το κεφάλι του Αντώνη.

- Το καημένο! είπε πονόψυχα.

Η κερα-Ρήνη όμως, που με τα χέρια στους γοφούς άκουε και παρακολουθούσε, ρώτησε:

- Μα πώς βρέθηκες εκεί, κυρ Αντώνη; Η θεία σου σε είχε στείλει στη σοφίτα!

Ο Αντώνης δεν αποκρίθηκε.

- Αλήθεια, Αντώνη, πώς βρέθηκες στο δρόμο; ρώτησε η Αλεξάνδρα.

- Εμείς σε γυρεύαμε παντού, σ' όλο το σπίτι... πρόσθεσε η Πουλουδιά.

- Γιατί βγήκες έξω, Αντώνη, επανέλαβε η Αλεξάνδρα, αφού έπρεπε να είσαι στη σοφίτα;

- Γιατί... γιατί, ξέσπασε ο Αντώνης ξαναβρίσκοντας τη φωνή του στην αγανάκτηση του, γιατί δεν ήθελα να είμαι τιμωρημένος, που θα 'ρχουνταν οι γονείς... και πήγα στο λιμένα...

Αστροπελέκι έπεσε στο ακροατήριο.

- Στο λιμένα!

- Μόνος!

- Το 'κανες αυτό!

- Βρήκες το δρόμο!

Τ' αδέλφια του Αντώνη ήταν έτοιμα να προσκυνήσουν. Τους φάνηκε ξαφνικά πως το μαντιλοδεμένο του κεφάλι ακτινοβολούσε.

Ο Αντώνης ήταν φωστήρας! Ο Αντώνης ήταν ήρωας, άξιος να καταπιαστεί τα πιο μεγάλα πράματα!

Μα δεν πρόφθασε ο Αντώνης να χαρεί τη δόξα του. Ρώτησε η Κατίνα:

- Και γιατί γύρισες μόνος σου; Γιατί δεν ήλθες με τους θείους;

Και αποκρίθηκε γελώντας ο Γιάννης:

- Καλέ, εδώ, λίγο παρακάτω τον βρήκα! Και είπε ο Αντώνης, μαζεμένος πάλι:

- Ναι, δεν πρόφθασα να τους βρω! Δεν πρόφθασα ν' ανέβω στο βαπόρι!

- Καλέ, δε λες πως βγήκες στα τρυφερίτσια και σε πιάσανε με τις πέτρες! χαχάνισε η κερα-Ρήνη. Τι μας κρένεις για λιμάνια και βαπόρια; Θα πήγαινες τώρα συ...

- Ναι! Θα πήγαινα! διέκοψε ο Αντώνης με αγανάκτηση. Και θα 'βρισκα το δρόμο μια χαρά!

Τ' αδέλφια θαύμασαν πάλι. Μα η κερα-Ρήνη τους έκοψε τη φόρα:

- Και γιατί δεν πήγε η αφεντιά σου;

- Γιατί ήταν κάτι παιδιά που έπαιζαν ένα παιχνίδι και στάθηκα να δω, είπε ο Αντώνης, κι έπιαναν σκλάβους και τους ξεσκλάβωναν οι άλλοι...

- Έπαιζαν σκλαβάκια, βρε μπούφο! Αμπάριζες δηλαδή! διέκοψε ο Γιάννης.

- Αμπάριζες! Έπαιζαν αμπάριζες! αναφώνησε αναμμένη η Κλειώ. Και δεν μπήκες και συ στο παιχνίδι, Αντώνη!

Ο ενθουσιασμός της Κλειώς ντρόπιασε τον Αντώνη.

- Δεν ήξερα πώς το παίζουν... άρχισε, μα τον διέκοψε η Κλειώ.

- Είχαν καλό αρχηγό; ρώτησε.

- Καλέ, ήταν μαρίδα! αποκρίθηκε ακατάδεχτα ο Γιάννης. Και τους βαλαν εμπρός τα χαμίνια, γιατί ήταν όλα τόσα δα...

- Καθόλου! φώναξε ο Αντώνης και πετάχθηκε από την πολυθρόνα της θείας. Ήταν ένας μικρός που έτρεχε και ξεσκλάβωνε όλους! Μα ήλθε ένας μεγάλος, που δεν ήταν του παιχνιδιού, και του έδωσε μια τρικλοποδιά, έτσι...

Έδωσε και ο Αντώνης μια τρικλοποδιά στο σιδερένιο τραπέζι που έπεσε με πάταγο στις πλάκες της βεράντας και ο κρότος σκέπασε όλα τα ξεφωνητά.

Η κερα-Ρήνη έφυγε τρεχάτη, σκεπάζοντας τ' αυτιά της, και η Αφροδίτη πετάχθηκε, σήκωσε το τραπέζι κι έσπρωξε τον Αντώνη στην κουνιστή πολυθρόνα της θείας.

- Αν δεν κάτσεις ήσυχος, του είπε μαλωσιάρικα, θα σπάσεις και τις πλάκες και τα δικά μας κεφάλια! Στάσου ν' ακούσει η θεία σου πως πιάστηκες με χαμίνια του δρόμου, και να δεις τι έχεις να πάθεις!

- Γιατί; ρώτησε η Κλειώ. Και πρόσθεσε:

- Δεν έχει να πάθει τίποτα ο Αντώνης! Τι έκανε κακό;

- Μπράβο, μπράβο, Κλειώ! Έτσι του λες και παίρνει θάρρος! αναφώνησε η Αφροδίτη. Εγώ νίβω τα χέρια μου πια! Κάνετε σεις καλά!

Και μπήκε στην τραπεζαρία μουρμουρίζοντας και φοβερίζοντας και άρχισε να σηκώνει το τραπέζι.

Η Κλειώ είχε δώσει μια σπρωξιά στην πολυθρόνα της θείας Μαριέτας, που έγειρε βαθιά πίσω και βούτηξε πάλι εμπρός.

- Ουφ! έκανε σκασμένη.

- Έχει δίκαιο η Αφροδίτη! αποφάσισε η Κατίνα.

- Καθόλου! διέκοψε η Κλειώ. Κι εγώ αν έβλεπα να παίζουν αμπάριζες, θα έμπαινα στο παιχνίδι. Καλά έκανες, Αντώνη...

Με το χέρι αναποδογύρισε τα μαλλιά του, τα σήκωσε όλα όρθια πάνω από το μαντιλοδεμένο του μέτωπο.

- Να, τώρα είσαι ωραίος και μ' αρέσεις, μοιάζεις σκαντζόχοιρος! είπε τσαχπίνικα. Και μ' αρέσεις, γιατί όλο αταξίες κάνεις!

Η Αλεξάνδρα και η Πουλουδιά στάθηκαν φρικιασμένες. Ήταν πρώτη φορά που άκουαν τέτοια ηθική. Και ο Αλέξανδρος, που είχε βγάλει μαντίλι και τάλιρο και φεγγοβολούσε με μια μεγάλη μελανιά στο μέτωπο, έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Όλοι κοίταζαν την Κλειώ ταραγμένοι. Ακόμα και ο Αντώνης δεν ήξερε τι στάση να πάρει, γιατί δεν ήταν βέβαιος αν κορόιδευε η Κλειώ ή αν εννοούσε όσα έλεγε. Μόνος ο Γιάννης, ακουμπισμένος στον τοίχο, με τα χέρια πίσω του, κρυφογελούσε σιωπηλά.

- Ναι, μ' αρέσεις εσύ, είπε μάγκικα η Κλειώ, γιατί δεν είσαι φρόνιμος και δεν κάνεις τον φρόνιμο. Σπάζεις τζάμια, σπάζεις κεφάλια, προπάντων το δικό σου, τα βάζεις με μαγκόπαιδα δυο φορές μεγαλύτερα σου, τραβάς τ' αυτιά του Ντον, κάνεις όλες τις αταξίες που κάνουν τα κακά παιδιά στα βιβλία!

- Και... και αυτό σ' αρέσει; ρώτησε σαστισμένη η Αλεξάνδρα που ένιωθε μέσα της να κλονίζονται όλα όσα ήξερε για το καλό και το κακό.

- Μ' αρέσει, είπε η Κλειώ, γιατί δεν είναι υποκριτής... Και είναι παλικαράκι!

Μια στιγμή τ' αδέλφια στάθηκαν να συλλογιστούν και να ζυγίσουν αυτά που είπε η μεγάλη εξαδέλφη. Και είπε η Κλειώ:

- Σα βρέθηκε αυτός ο μικρούτσικος Αντώνης... γιατί μαρίδα είναι και αυτός... ανάμεσα σε μεγάλα χαμίνια, δεν το 'στριψε, μόνο τα 'βαλε μαζί τους. Μ' αρέσει που στάθηκε και μετρήθηκε μ' αυτούς κι έφαγε την πέτρα! Η Κατίνα έγειρε πάλι πίσω το κεφάλι της.

- Αυτά δεν είναι καμώματα φρόνιμου παιδιού, είπε μεγαλόπρεπα.

- Βέβαια όχι! είπε ή Κλειώ. Μα δεν είναι φρόνιμος ο Αντώνης, είναι πετειναράκι, και πιάνοντας τον από το πιγούνι: Εσύ μ' αρέσεις, επανέλαβε, επειδή είσαι άτακτος και είσαι και παλικάρι! Κάνεις όλες τις αταξίες, μα δε φοβάσαι και να τις φας! Και γι' αυτό μ' αρέσεις, μ' αρέσεις!

Ο Αντώνης τράβηξε το πιγούνι του από το χέρι της εξαδέλφης του, μισοντροπιασμένος μισοευχαριστημένος, χωρίς να πολυκαταλαβαίνει τι ήταν ωραίο στην αταξία του. Έριξε μια λοξή ματιά στ' αδέλφια του, γυρεύοντας κάπου να στηριχθεί, μ' αντάμωσε το βλέμμα της Αλεξάνδρας τόσο φορτωμένο καταδίκη, που τα έχασε ολότελα. Τον είδε η Κλειώ κι έμπηξε τα γέλια. Και πιάνοντας το κεφάλι του ανάμεσα στα χέρια της, τον φίλησε. Αυτό πια τον αποτελείωσε. Τον Αντώνη! Να τον φιλήσει κορίτσι! Και μπρος στ' αδέλφια του κιόλα! Και σα να μην έφθανε αυτό, έμπηξε και ο Γιάννης τα γέλια! Τα πράματα θα τελείωναν άσχημα, ίσως μ' επανάσταση.

Μα την ίδια στιγμή έγινε σούσουρο, Αφροδίτη και κερα-Ρήνη πετάχθηκαν έξω και κατέβηκαν στο δρόμο όπου, τρίζοντας και στενάζοντας, βουτώντας και κυλώντας, κατάφθαναν δυο λαντά φορτωμένα ανθρώπους και σεντούκια και σταμάτησαν εμπρός στη βεράντα. Αδέλφια κι εξαδέλφια κατρακύλησαν τη σκάλα και χύθηκαν στο δρόμο με φωνές και αλαλαγμούς.

Μόνος ο Αντώνης έμεινε στην πολυθρόνα της θείας Μαριέτας, ανήσυχος, αβέβαιος αν έπρεπε να κατέβει ή να περιμένει την μπόρα εκεί που κάθουνταν. Άκουσε τη φωνή της μαμάς που ρωτούσε: «Μπα! Τι έπαθες, Αλέξανδρε; Και πού είναι ο Αντώνης;» και την είδε που ανέβαινε τρεχάτη, χαρούμενη, κρατώντας τον Αλέξανδρο στην αγκαλιά και τις δυο αδελφές κρεμασμένες στο άλλο της χέρι. Πίσω, γελαστή και ασπροντυμένη, ανέβαινε η θεία Αργίνη. Τότε δε βάσταξε ο Αντώνης. Πετάχθηκε πάνω, χύθηκε στη μαμά του, την αγκάλιασε από τη μέση και ακούμπησε το μέτωπο του στη φούστα της για να κρύψει τα μάτια του που, ήθελε δεν ήθελε, βούρκωναν.

- Τι έπαθες, Αντώνη, χτύπησες; αναφώνησε η μαμά βάζοντας χάμω τον Αλέξανδρο και πιάνοντας στα δυο της χέρια το μαντιλοδεμένο κεφάλι του Αντώνη.

Πηδηχτή και ζεσταμένη ανέβαινε η θεία Μαριέτα με τα εξαδέλφια.

- Πάλι! αναφώνησε σαστισμένη. Πού πληγώθηκες; Έλα να δω!

- Δεν είναι τίποτα, είπε ο Γιάννης, έφαγε μια πέτρα. Επιφωνήματα, ρωτήματα, σύγχυση κι εξηγήσεις, με κάποια χασμωδία, βούιζαν εδώ, εκεί, παντού, όταν, αφού πλήρωσε τ' αμάξια και παρέδωσε στην Αφροδίτη τις αποσκευές, ανέβηκε ο πατέρας στη βεράντα με τους δυο θείους.

Είδε το μελανιασμένο μέτωπο του Αλέξανδρου, το δεμένο κεφάλι του Αντώνη και είπε μισομαλώνοντας μισογελώντας:

- Μα τι πάθαν τα δυο μου αγόρια; Κούτρισαν ο ένας με τον άλλο σαν αυγά του Πάσχα;

Και τότε, τινάζοντας τα δυο της παχιά χεράκια, είπε η θεία Μαριέτα:

- Να παραλάβεις τώρα εσύ το γιο σου, Μανόλη! Εγώ είδα και απόειδα! Τρελαντώνη, Λωλαντώνη τον λέγει η κερα-Ρήνη, μ' αλήθεια, όρια πια δεν έχει η τρέλα του. Πιάστηκε, λέει, σε πετροπόλεμο με χαμίνια του δρόμου κι έσπασε το κεφάλι του.

Μα πώς βρέθηκε στο δρόμο ούτ' εγώ δεν ξέρω.

- Ακόμα δε φθάσαμε, Αντώνη, και από τώρα αταξίες... έκανε θλιμμένη η μαμά.

Μα τη διέκοψε ο θείος Γιώργης:

- Στάσου, Βιργινία, να δούμε πρώτα, είπε.

Και τράβηξε τον Αντώνη ανάμεσα στα γόνατα του, του έλυσε το μαντίλι και ξεσκέπασε μια τρίγωνη τρυπίτσα κόκκινη, μεταξύ στα δυο φρύδια. Την εξέτασε, ζούλησε το μέτωπο ολόγυρα και είπε γελαστά:

- Άιντε, είναι η πρώτη του πολέμου λαβωματιά. Ώσπου να παντρευτεί, θα του περάσει!

Και στη μαμά, που έσκυβε απάνω του ανήσυχη, είπε ζωηρά:

- Δέσε του το κεφάλι, Βιργινία, και μην ανησυχείς. Δε θα πεθάνει τούτη τη φορά!

Μα τα φρύδια του πατέρα έμεναν σουρωμένα, τα μαύρα μάτια του απειλούσαν βροντές και αστραπές.

- Πώς έφαγες την πέτρα; ρώτησε.

- Ήταν πετροπόλεμος, είπε μουδιασμένος ο Αντώνης, και βρέθηκα κι εγώ στη μέση... και μου έριξε ένα παιδί μια σπασμένη κεραμίδα...

- Τ' ακούς; Τ' ακούς; Και του είναι απαγορευμένο να παίζει στο δρόμο με άγνωστα παιδιά! διέκοψε η θεία.

Τα πράματα έπαιρναν πολύ άσχημη όψη. Τ' αδέλφια του Αντώνη άρχισαν να τρέμουν. Πετάχθηκε τότε η Κλειώ και είπε:

- Σα βρεθείς στη μέση, θεία μου, δεν μπορείς να μην πολεμήσεις και συ. Σας βεβαιώνω πως και ο Γιάννης το ίδιο θα έκανε.

- Δηλαδή το ίδιο έκανα! διόρθωσε ο Γιάννης.

- Τι; Ανακατώθηκες στον πετροπόλεμο; Έριξες και συ πέτρες; ρώτησε σαστισμένη η θεία Μαριέτα.

- Και βέβαια έριξα, κι έφαγα μερικές, μα όχι στο κεφάλι.

Ο Αντώνης ήταν πιο άτυχος και την έφαγε στο πρόσωπο. Αγανακτισμένη γύρισε η θεία Μαριέτα στη θεία Αργίνη.

- Και το επιτρέπεις εσύ; ρώτησε. Η θεία Αργίνη γέλασε.

- Όχι, είπε, δεν το επιτρέπω, και το ξέρει ο Γιάννης. Και δε θα έπαιζε πετροπόλεμο χωρίς ανάγκη. Κάτι θα 'τυχε. Πες, Γιάννη, πώς έγινε;

Και είπε ο Γιάννης:

- Ήταν κάτι χαμίνια, κοτζά αγόρια, που πιάστηκαν με μια τσούρμα μικρά, μαρίδα τόση δα, και τη βάλανε μπροστά. Τα μικρά διαφεντεύθηκαν τότε με πέτρες, έριξαν και οι μεγάλοι και άναψε ο πετροπόλεμος. Μπήκε στη μάχη και ο Αντώνης, τον είδα από μακριά κι έτρεξα κι εγώ, κι έριξα κι εγώ πέτρες και τους σκόρπισα: Αυτό ήταν όλο!

- Τ' ακούς; Τ' ακούς, Μανόλη; αναφώνησε η θεία Μαριέτα.

- Τ' ακούω, είπε ήσυχα ο πατέρας.

Και κοιτάζοντας τον Αντώνη από κάτω από τα πυκνά του φρύδια, ρώτησε:

- Ένα πράμα ήθελα να ξέρω. Γιάννη, σαν είδες τον Αντώνη να ρίχνει πέτρες, σε ποιο στρατόπεδο πολεμούσε; Με τη μαρίδα ή με τα χαμίνια;

- Με τη μαρίδα, βέβαια! Μπήκε στη μάχη την ώρα που υποχωρούσαν οι μικροί και τις έτρωγαν!

- Φαντάσου τι μπορούσε να πάθει... έκανε η μαμά. Μα τη διέκοψε ο πατέρας:

- Ε, καλά! είπε ξεσουρώνοντας τα φρύδια του. Αν ήταν με τη μαρίδα, χαλάλι του, και ας πάθαινε. Αν μου έλεγαν όμως, Αντώνη, πως πήγες με τους πιο δυνατούς, θα τελείωνε άσχημα η σημερινή μας συνάντηση. Μα, μιας και πολέμησες με τους μικρούς, που τις έτρωγαν κιόλα από τους μεγάλους, όχι μόνο δε θα σε τιμωρήσω, μα και θα σου πω πως έκανες καλά. Και τώρα, έλα να με φιλήσεις!

Ουφ! Τι ξαλάφρωμα για τ' αδέλφια του Αντώνη! Και για τον Αντώνη τι καμάρι τα λόγια του πατέρα! Όλοι μαζί μιλούσαν, φώναζαν, γελούσαν. Και μυστικά τσίμπησε σιγά ο Αντώνης το μπράτσο της Κλειώς και της είπε:

- Εσύ πρώτη είπες έναν καλό λόγο... Εσύ άξιζε να είσαι αγόρι!

- Γιατί; ρώτησε ξεκαρδισμένη η Κλειώ. Τα κορίτσια δε λεν σωστά λόγια; Ή μήπως γιατί είπα πως μ' αρέσεις, πως είσαι πετειναράκι και παλικάρι;

- Μα εσύ δε φοβήθηκες να μιλήσεις της θείας! είπε ο Αντώνης. Εσύ είσαι παλικάρι, είσαι σαν άντρας!

- Α, μπράβο! έκανε η Κλειώ. Και οι γυναίκες, νομίζεις, δεν είναι παλικάρια; Αμέ η Μπουμπουλίνα; Αμέ η Μαντώ Μαυρογένη; Αμέ η Μόσχω Τζαβέλλα; Αυτές δεν ήταν παλικάρια;

Ο Αντώνης δεν είχε ακούσει ούτε τη Μαντώ Μαυρογένη ούτε τη Μόσχω Τζαβέλλα και την Μπουμπουλίνα την ήξερε μόνο σα φιγούρα καραβιού, όρθια στην πλώρη, με φουσκωμένα τα πανιά πίσω της. Έτσι την είχε δει πάντα σ' ένα άδετο κακοτυπωμένο και κουρελιασμένο βιβλίο του Στάμου, που είχε πει της Πουλουδιάς μια μέρα, σαν κόπηκε κι έκλαιγε: «Πώς θα γίνεις Μπουμπουλίνα, αν κλαις για λίγο αίμα;» Μα τι έκανε η Μπουμπουλίνα δεν ήξερε, γιατί δεν το ήξερε ούτε ο Στάμος. Και λίγο ντροπιασμένος για την άγνοια του, ρώτησε ο Αντώνης:

- Και τι κάναν αυτές και ήταν παλικάρια;

Μα δεν πρόφθασε η Κλειώ ν' αποκριθεί. Άπλωσε η θεία Αργίνη το χέρι της και τράβηξε τον Αντώνη κοντά της.

- Θα τις μάθεις όλες τώρα, τις ηρωίδες της Επανάστασης, είπε γελαστά, και αυτές και άλλες και άλλους. Θα σου τα πει όλα ο Γιάννης, που τα ξέρει απέξω κι ανακατωτά, τώρα που θα μας μείνεις. Και στις παύσεις θα 'χομε μεις άλλο ένα μεγάλο αγόρι στο σπίτι.

Ο Αντώνης δεν κατάλαβε. Γύρισε στον πατέρα και στη μαμά τα σαστισμένα μάτια του.

- Ε, βέβαια, είναι πια μεγάλο αγόρι, είπε ο θείος Ζωρζής χαϊδεύοντας τις φαβορίτες του και χαμογελώντας με το πλατύ του χαμόγελο, είναι πια καιρός να πάγει σχολείο.

Στη σάστισή του ο Αντώνης ξαναβρήκε τη φωνή του.

- Θα πάγω σχολείο, μπαμπά; φώναξε. Ο πατέρας γέλασε.

- Αμέ γιατί, νομίζεις, ήλθαμε; Για να σου βρούμε σχολείο! αποκρίθηκε.

Τα γαλανά μάτια της μαμάς είχαν βουρκώσει.

- Λυπάσαι; ρώτησε.

- Αχ, όχι!

Του ξέφυγε του Αντώνη η φωνή του και στάθηκε ντροπιασμένος, διστακτικός για τη χαρά του, την ώρα που βούρκωνε η μαμά. Μα ο πατέρας έβαλε τα πράματα στη θέση τους.

- Βέβαια και δε λυπάται, έστω και αν χωρίζεται από μας. Στο σχολείο θα μάθει έναν κόσμο πράματα και θα έχει συμμαθητές και φίλους...

- Και θα παίζομε σκλαβάκια! φώναξε ο Αντώνης διακόπτοντας τον πατέρα του, στον ενθουσιασμό του απάνω.

- Και θα μάθεις πρώτα πρώτα πειθαρχία και να μη διακόπτεις τους μεγαλύτερους σου, παρατήρησε η θεία Μαριέτα.

- Θα μάθει να είναι και πιο φρόνιμος ελπίζω, πρόσθεσε ο μπαμπάς σουρώνοντας λαφριά τα φρύδια του. Η θεία σου μου λέγει...

- Πως είναι λίγο σκάνταλος, διέκοψε η θεία Αργίνη, με το γλυκό χαμόγελο της. Μα στο σχολείο όλα αυτά θα διορθωθούν. Και ο Γιάννης ήταν σκάνταλος. Και όμως τώρα φρονίμεψε και μ' ακούει. Ε, Γιάννη;

Ο Γιάννης δε μίλησε. Χαμογέλασε μόνο κι έγειρε πίσω το κεφάλι του με το νάζι της Κατίνας.

- Όλα τ' αγόρια έχουν ανάγκη από σχολείο. Στρώνει το χαρακτήρα, είπε ο θείος ο γιατρός και χαμογέλασε κι εκείνος κουνώντας πάνω κάτω το κεφάλι. Αν δεν τριφτείς με συντρόφους και αν δε φας μερικές καρπαζιές... δε γίνεσαι άνθρωπος. Άιντε, έλα, Αργίνη. Μας περιμένουν τα μικρά. Κατίνα, Κλειώ, Γιάννη, εμπρός, πάμε σπίτι. Χαμηλόφωνα, με μια φιλική σπρωξιά στον Αντώνη, είπε η Κλειώ:

- Θα τις φας, μα και θα τις δώσεις, ε, Αντώνη; Και πετροπόλεμο, ξέρεις... παίζουν και στα σχολεία...

Του έκανε μαριόλικα το μάτι και ακολούθησε τη θεία Αργίνη που, από τη σκάλα της βεράντας, γύριζε να τη φωνάξει. Πού να κοιμηθούν εκείνο το βράδυ τα τέσσερα αδέλφια! Καθισμένα στα κρεβάτια τους, με τις κουνουπιέρες πεταμένες πίσω, είχαν στήσει συμβούλιο. Το φως του φεγγαριού, που χύνουνταν στην κάμαρα από τη διάπλατα ανοιγμένη μπαλκονόπορτα, άσπριζε τα χαρτιά, τυλιγμένα στα μαλλιά των κοριτσιών, το μαντιλοδεμένο κεφάλι του Αντώνη και ξεχώριζε σκιερή στο μέτωπο του Αλέξανδρου την πρωινή του μελανιά. Αγκαλιάζοντας από πάνω από το μακρύ του νυχτικό τα σηκωμένα γόνατα του και διακόπτοντας των μεγάλων το συμβούλιο, ρώτησε ο Αλέξανδρος:

- Αντώνη, πώς θα γίνεις περιβολάρης της θείας της Αλίς στην Κηφισιά, αφού θα πας στο σχολείο του Βούλγαρη;

Αποφασιστικά αποκρίθηκε ο Αντώνης:

- Εγώ δε θα γίνω περιβολάρης!

- Θα γίνεις λοιπόν καπετάνιος; Μα πώς θα πηγαίνεις με τη βάρκα, αφού το σχολείο είναι στην Αθήνα και η θάλασσα είναι εδώ;

- Ούτε καπετάνιος δε θα γίνω! διέκοψε ο Αντώνης. Θα γίνω αξιωματικός και θα πολεμώ όλη μέρα.

Και ανάβοντας με τα ίδια του τα λόγια, εξακολούθησε όλο και με περισσότερη έξαψη:

- Σήμερα πολέμησα και σήμερα κατάλαβα τι χάζι έχει αυτό που είπε η Κλειώ, να τρως καρπαζιές και να τις δίνεις...

Και κάνοντας ξένο κεφάλι το ένα του γόνατο, του τράβηξε μια καρπαζιά, ύστερα στο άλλο και πάλι στο πρώτο: «Να, έτσι, παφ εσύ και παφ κι εσύ, παφ κι εγώ», κι έδινε και μια στο σβέρκο του, και πάλι στο άλλο του γόνατο, «παφ κι εσύ», και ύστερα στον ώμο του, ολάκερη μάχη γίνουνταν από τον Αντώνη εναντίον του Αντώνη. Και τότε η Πουλουδιά έσπασε πρώτη τον κανόνα. Ο ενθουσιασμός του Αντώνη τη συνεπήρε τόσο, που κρέμασε ένα πόδι έξω από τα σεντόνια, ύστερα και το άλλο, τη μιμήθηκε ο Αλέξανδρος, τον ακολούθησε η Αλεξάνδρα, κι έξαφνα βρέθηκαν τα τρία αδέλφια καθισμένα πάνω στο ένα κρεβάτι, του Αντώνη που, ανασηκωμένος ανάμεσα τους μ' ενθουσιασμό ακράτητο και χειρονομίες μπόλικες, ξαναπαράσταινε τους πρωινούς του ηρωισμούς.

Άκουαν τα κορίτσια και θαύμαζαν. Άκουε ο Αλέξανδρος και θαύμαζε κι εκείνος. Και τώρα που θ' αποχωρίζουνταν τον Αντώνη, δεν τους πείραζε να του δείξουν πως αναγνώριζαν την υπεροχή του, την τόλμη του, την ατρομησιά και τη γρηγοράδα του. Κι έλεγε ο Αντώνης και άκουαν τ' αδέλφια του, και σηκώθηκε ο Αντώνης όρθιος και ξαναπολέμησε όλο τον πρωινό πετροπόλεμο και κάτι περισσότερο. Κι έτρεψε σε φυγή όλα τα χαμίνια της πρωινής μάχης και άλλα τόσα της φαντασίας του. Και σαν είδε τον εαυτό του μόνο και νικητή, ανάμεσα στα θαμπωμένα από τα κατορθώματα του αδέλφια του, δε βάσταξε. Έβαλε κάτω το κεφάλι του κι έκανε μια τούμπα ξεφωνίζοντας:

- Ζήτωωω!...

Μα στον ενθουσιασμό του δεν πρόφθασε να μετρήσει την απόσταση, και τα πόδια του βρόντησαν στα σίδερα του κρεβατιού, που γκρεμοτσακίστηκαν με πάταγο στο πάτωμα. Και όπου φύγει φύγει τ' άλλα τρία αδέλφια, που ξαναχώθηκαν άψε σβήσε κάτω από τα σεντόνια τους. Και γέμισε η κάμαρα κόσμο. Μαμά, θεία, θείος, πατέρας, Αφροδίτη, κερα-Ρήνη, σαν από μαγεία βρέθηκαν όλοι στη μέση. Τα τρία αδέλφια ήταν στα κρεβάτια τους, μα οι κουνουπιέρες είχαν μείνει στυλωμένες, και ο Αντώνης, λίγο ζαλισμένος από τούμπα και κρότους, κάθουνταν στο χαλασμένο του κρεβάτι άφωνος σαν ψάρι. Η μαμά και η θεία, τρομαγμένες, γύρευαν λαβωμένους και σκοτωμένους. Ο θείος, μ' ένα κερί στο χέρι, μισογελούσε και ο πατέρας μισοσούφρωνε τα δασιά του φρύδια.

- Έπεσε το σίδερο του κρεβατιού; ρώτησε. Κανένας δε μίλησε.

Κι η κερα-Ρήνη πλησίασε, έπιασε τα δυο πόδια του Αντώνη, τα σήκωσε και όλοι είδαν στο καθένα από ένα πλατύ γδάρσιμο που μάτωνε και κοκκίνιζε τα σεντόνια.

- Τον χτύπησε το σίδερο πέφτοντας! Αχ, το καημένο! αναφώνησε η θεία.

Κι έτρεξε η Αφροδίτη κι έφερε πάλι άρνικα, ξαντό και μαντίλια κι έδεσε τα πληγωμένα πόδια, όπως είχε δέσει το πρωί το πληγωμένο κεφάλι, και μαμά και θεία πλάγιασαν τρυφερά τον Αντώνη στο ξαναφτιαγμένο του κρεβάτι, με μαντιλοδεμένα κορυφή και πόδια. Και σαν τον φίλησαν και τον φασάρεψαν και τον χάιδεψαν και του κατέβασαν την κουνουπιέρα του και τις κουνουπιέρες των αδελφών του, και τον παρηγόρησαν για τις καινούριες του πληγές, μαμά και θεία τού ευχήθηκαν περαστικά και βγήκαν στις μύτες των ποδαριών, πίσω από τον πατέρα και το θείο. Κάμποση ώρα τα τέσσερα αδέλφια έμειναν σιωπηλά, λίγο σαστισμένα για την τροπή που είχαν πάρει τα πράματα και λίγο ντροπιασμένα για την απίστευτη ατιμωρησία. Και πρώτος ο Αλέξανδρος έκοψε τη σιωπή με τα ψιθυρίσματα του:

- Αντώνη, είπε χαμηλόφωνα, εσύ δεν ξέρεις τίποτα. Εσύ είπες σήμερα πως η κακή μέρα από το πρωί φαίνεται, και όμως σήμερα ήταν η πιο ωραία μέρα! Ήλθαν οι γονείς και μας έφεραν εμάς τουφέκια και σπαθιά, και κουζίνα της Αλεξάνδρας, και φλιτζάνια και πιάτα της Πουλουδιάς, και κανένας δε σε μάλωσε για τον πετροπόλεμο. Και τώρα που έσπασες το κρεβάτι σου, πάλι κανένας δε σε μάλωσε...

Τον διέκοψε ο Αντώνης:

- Και πρώτον δεν είπε κανένας πως έσπασα εγώ το κρεβάτι, αποκρίθηκε ξεχνώντας να μιλήσει σιγά. Είπε ο θείος πως ήταν παλιό κι έσπασε μόνο του! Και ύστερα, εσύ να μην ξεφυτρώνεις εκεί που δε σε σπέρνουν...

- Τι τρέχει απάνω πάλι; ακούστηκε η ανήσυχη φωνή της μαμάς από κάτω κι ευθύς η απάντηση της Αφροδίτης από πάνω:

- Τίποτα, κυρία Βιργινία, εγώ συγυρίζω.

Και μπαίνοντας στην κάμαρα, θυμωμένα ψιθύρισε η Αφροδίτη:

- Θα ησυχάσετε, θηρία; Ή να φωνάξω τον μπαμπά να του πω πως έκανες μια τούμπα κι έσπασες το κρεβάτι; Θαρρείς πως δεν το κατάλαβε η κερα-Ρήνη, και ας μη μίλησε; Αντώνη, Τρελαντώνη, Ζουρλαντώνη, Λωλαντώνη, καλά σε λέγει η κερα-Ρήνη! Θα μας τρελάνεις όλους! Κοιμήσου αμέσως!

Όλα τ' αδέλφια ζάρωσαν. Γύρισε και ο Αντώνης από τον τοίχο κι έκλεισε τα μάτια του. Αυτή η κερα-Ρήνη! Τίποτα ωστόσο δεν της ξέφευγε! Μα θα της ξεφύγει αυτός τώρα που θα πάγει σχολείο! Αχ! σαν πάγει σχολείο... Θα είναι πια με αγόρια... όλο με αγόρια... θα παίζουν πάλι σκλαβάκια... θα πολεμούν όλη μέρα... θα σπάζουν κεφάλια... θα παλεύουν, θα τραβούν σπαθιές, τουφεκιές, κανονιές... θα... θα... Και τον πήρε ο ύπνος με χίλια όνειρα ηρωικά.