Τρελαντώνης/Κεφάλαιο Η'

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τρελαντώνης
Συγγραφέας:
Η'. Ο μπάτης ο γρουσούζης


- Αντώνη, Τρελαντώνη, έλα μέσα, μην πάγω στην κυρία! φώναξε η Αφροδίτη από μέσα από την κρεβατοκάμαρα.

- Φυσάει μπάτης, αποκρίθηκε ο Αντώνης από το μπαλκόνι όπου, με το νυχτικό του ακόμα, σήκωνε στον αέρα ένα σαλιωμένο δάχτυλο, για να δει από πού του το κρύωνε ο άνεμος.

Μελαγχολικά μπήκε μέσα.

- Θα πάμε στην εκκλησία, είπε.

- Ναι; Το 'πε η θεία; ρώτησε ξαφνισμένη η Αλεξάνδρα.

- Όχι! Μα παρατήρησα πως κάθε φορά που την Κυριακή φυσάει μπάτης, η θεία μάς παίρνει στην εκκλησία.

Γρινιάρικα, από το κρεβάτι της όπου κάθουνταν με τα παπουτσωμένα της πόδια κρεμαστά και τα μαλλιά της ακόμα στα χαρτιά, που της τα τύλιξε η Αφροδίτη αποβραδίς, για να είναι κατσαρά την Κυριακή, κατσουφιασμένη είπε η Πουλουδιά:

- Εγώ ξέρω πως σα βάλει η θεία το μενεξελί της μεταξωτό φόρεμα, βρέχει. Όχι σα φυσάει μπάτης...

- Ποιος σου είπε πως θα βρέξει; διέκοψε ο Αντώνης. Είπα πως θα πάμε στην εκκλησία. Σα να μη φθάνει που δε βουτούμε στη θάλασσα την Κυριακή! Κι εγώ σήμερα ήθελα να παίξω πόλεμο με τους στρατιώτες μου. Ουφ! μπελάς!

Η Αφροδίτη, που αποκούμπωνε του Αλέξανδρου τ' άσπρα στιβαλάκια, τον αγριοκοίταξε.

- Δεν ντρέπεσαι, Αντώνη, να λες μπελά την εκκλησία! του είπε αυστηρά.

Ο Αντώνης κοντοστάθηκε και, αλήθεια, ντράπηκε και κοκκίνισε.

- Μα ναι, είπε ξαναβρίσκοντας την τόλμη του μαζί με την απάντηση, εδώ δε μ' αρέσει η εκκλησία! Στην Αλεξάνδρεια πηγαίναμε στον Άγιο Σάββα, στεκόμασταν στο στασίδι της μαμάς, και λειτουργούσε ο Πατριάρχης και είχαμε και το εγκόλπιο μας και τα έλεγε σιγά ο Πατριάρχης κι εμείς τα διαβάζαμε στο εγκόλπιο και ξέραμε πότε θα πουν το Ευαγγέλιο και πότε θα βγουν τ' Άγια. Εδώ... Πρώτον εδώ είναι πάντα γεμάτη η εκκλησία και μας σπρώχνουν απ' όλες τις μεριές...

- Εδώ έχετε της θείας σας της Αργίνης το στασίδι, διέκοψε η Αφροδίτη.

- Μπα! Σαν μπει μέσα η θεία Μαριέτα, το πιάνει όλο, είναι τόσο παχιά! είπε ο Αντώνης. Εμείς στεκόμαστε εμπρός της, στην αράδα. Και κάνει μια ζέστη! Και δεν έχομε εγκόλπια... τα ξεχάσαμε στην Αλεξάνδρεια. Και τα λέγει γρήγορα και μες στη μύτη του ο παπα- Δημήτρης και δεν καταλαβαίνω τίποτα, και βαριούμαι και δεν περνά η ώρα. Και όλο λέγει ο παπα-Δημήτρης «Κύριω-ω ελώ-ω-ωησον! Κύριω-ω ελώ-ω-ωησον»!

- Κανένας δε λέγει ποτέ Κύριω ελώησον, διαμαρτυρήθηκε η Αφροδίτη.

- Ναι, το λέγει ο παπα-Δημήτρης, βεβαίωσε φωναχτά, από πίσω από τον μπερντέ όπου λούζουνταν σ' ένα στρογγυλό μπανάκι η Αλεξάνδρα, που πάντα υποστήριξε τον Αντώνη. Κι εγώ το άκουσα. Και συ δεν τ' άκουσες, Πουλουδιά;

Μα η Πουλουδιά είχε χαθεί.

- Πού πήγε πάλι αυτό το παιδί! έκανε η Αφροδίτη. Και μπήκε στο πλαγινό δωμάτιο να τη γυρέψει.

Ο Αντώνης σήκωσε τους ώμους του.

- Σηκώθηκε με στραβό ποδάρι σήμερα η Πουλουδιά! είπε. Ούτε το κρύο νερό δεν την ξεστράνεψε!

Και αλήθεια. Μόλις είχε κατέβει από το κρεβάτι της, άρχισε τη γρίνια πως της πήρε κάποιος τη μια της παντούφλα. Αρνήθηκαν τ' αδέλφια της, επέμεινε κείνη και το πράμα γύριζε στον καβγά, όταν ανακάλυψε ο Αλέξανδρος την παντούφλα σκαλωμένη στην κουνουπιέρα της. Και τώρα την έχασαν τ' αδέλφια της κι έφυγε και η Αφροδίτη. Κι έξαφνα ακούστηκε η φωνή της θείας στη σκάλα:

- Πουλουδιά! Πού πας έτσι άντυτη, με τα μαλλιά σου ακάμωτα; Πήγαινε απάνω αμέσως!

Και η δειλή φωνή της Πουλουδιάς:

- Πήγαινα να πω της Αλίς... Είπε ο θείος να πούμε της Αλίς...

Και πάλι η φωνή της θείας:

- Και είναι τέτοια βία; Να τρέχεις με το μεσοφόρι σου στα σοκάκια; Γρήγορα πάνω!

Και ακολούθησε σιωπή. Και ύστερα ακούστηκαν αργά βήματα και παρουσιάστηκε η Πουλουδιά εμπρός στ' αδέλφια της, ντροπιασμένη, με τους ώμους και τα μπράτσα γυμνά, τα μαλλιά της όλα στα χαρτιά, κουλούρια κουλούρια. Ήταν ντροπιασμένη, γιατί το ήξερε πως θα την κορόιδευαν τ' αδέλφια της, πως θέλησε να κάνει τη μεγάλη και να πάγει να καλέσει την Αλίς για το απόγεμα, ενώ ήταν αποφασισμένο πως θα πήγαινε η Αλεξάνδρα στ' όνομα των αδελφών της.

- Είσαι μια ζαβολιάρα! της είπε η Αλεξάνδρα που δεν ανέχουνταν από κανένα να της πάρει τα πρωτοτόκιά της. Είχαμε συμφωνήσει πως θα πήγαινα εγώ στης Αλίς.

- Καθόλου, είπε κακιωμένη η Πουλουδιά, εγώ δε συμφώνησα καθόλου, ούτε και ο Αλέξανδρος. Εμείς είπαμε να πάμε όλοι μαζί.

- Γιατί λοιπόν πήγες μονάχη; ρώτησε ο Αντώνης.

Η Αλεξάνδρα, που είχε ξετυλίξει όλα τα χαρτιά από τα μαλλιά της κι ετοιμάζουνταν να τα χτενίσει, γύρισε απειλητικά με το χτένι στο χέρι.

- Καλά λέγει ο Αντώνης. Αν ήταν να πάμε όλοι μαζί, γιατί πήγαινες εσύ, κρυφά, μονάχη;

- Εγώ δεν πήγαινα κρυφά! αναφώνησε η Πουλουδιά παλεύοντας μ' ένα κατσαρό που δεν ήθελε να χωριστεί από το χαρτί του.

- Αμέ τι έκανες; Γιατί δε μας είπες πως πας στης Αλίς;

- Γιατί εσύ και ο Αντώνης όλο συμφωνείτε μαζί και κάνετε ό,τι θέλετε σεις, κι εμείς δεν είμαστε τίποτα, ο Αλέξανδρος κι εγώ! ξέσπασε η Πουλουδιά, έτοιμη να κλάψει, τραβώντας με απελπισία το χαρτί που δεν έβγαινε.

- Προφάσεις εν αμαρτίαις! Δεν ξέρεις τι να πεις! Όλο τη μεγάλη θέλεις να μας κάνεις κι έχεις και την απαίτηση να παντρευτείς με τον Γιάννη! αποκρίθηκε η Αλεξάνδρα γυρεύοντας με το ελεύθερο της χέρι να βοηθήσει την αδελφή της.

Η Πουλουδιά έμπηξε τα κλάματα.

- Με πόνεσες! φώναξε πεισμωμένη.

- Πώς σε πόνεσα;

- Και πρώτον δε θέλω να παντρευτώ με τον Γιάννη! Και συ με πόνεσες, μου τράβηξες τα μαλλιά μου!

- Ξετύλιξα δηλαδή το χαρτί που τραβούσες! Αυτό είναι το ευχαριστώ; Μπράβο σου!

- Δεν κλαις γι' αυτό, της είπε ο Αντώνης, ούτε για τον Γιάννη. Κλαις γιατί ξέρεις πως έκανες μια ζαβολιά. Έλα, πες το!

- Δεν ήθελα καθόλου να κάνω ζαβολιά! Ήθελα μόνο να δω τι θα πει η Αλίς και αν ήταν θυμωμένη, διαμαρτυρήθηκε η Πουλουδιά. Να, ρώτα τον Αλέξανδρο!

Μα, όρθιος κοντά στην πόρτα, χτενισμένος, ντυμένος, ολοπάστρικος, ο Αλέξανδρος δεν είχε γνώμη. Κοίταζε μια την Πουλουδιά, που έκλαιγε και διαμαρτυρούνταν στ' όνομα της και στο δικό του, και μια τον Αντώνη και την Αλεξάνδρα, που την κατηγορούσαν τόσο κατηγορηματικά, και απόφαση δεν έβγαζε. Τον συγκινούσε η Πουλουδιά που όλο ανέφερε τη γνώμη του. Μα, πάλι, να είναι ζαβολιάρα! Και αναστέναξε ο Αλέξανδρος με ανακούφιση σαν είπε ο Αντώνης το τελειωτικό «Παύσατε πυρ!», που στη γλώσσα των αδελφών σήμαινε «Φθάνουν πια οι καβγάδες». Και το ήξερε ο Αλέξανδρος πως στις μαγικές αυτές λέξεις κανένας δεν αντιστέκουνταν ποτέ, προπάντων σαν τις ξεστόμιζε ο Αντώνης προστακτικά, με ύφος μεγάλου στρατηγού. Μα ήταν γραφτό η Κυριακή αυτή να μην πάει καλά. Στο πρόγευμα, σαν κατέβηκαν τ' αδέλφια, τους είπε η θεία:

- Σβέλτα λιγάκι, παιδιά! Πάρετε τον καφέ σας χωρίς χασομέρι και ύστερα τα καπέλα σας. Θα σας πάγω στην εκκλησία!

- Δε σου το 'πα εγώ; Να ο μπάτης! μουρμούρισε ο Αντώνης ανεβαίνοντας με την Πουλουδιά να φέρουν τα καπέλα όλων των αδελφών, ενόσω ξεπετιούνταν η Αλεξάνδρα στο πλάγι για να καλέσει την Αλίς. Το ήξερα πως θα πάμε. Πάντα ο μπάτης φέρνει γρουσουζιά.

Μα δε σταμάτησε κει η γρουσουζιά του μπάτη. Σαν επέστρεψε η Αλεξάνδρα τρεχάτη, μην ανυπομονήσει η θεία, έφερε άλλη μια απογοητευτική είδηση: Η Αλίς και τ' αδέλφια της είχαν φύγει πρωί πρωί για ένα μέρος που το λένε Κηφισιά, σε μιας θείας τους, και δεν ήξερε η μαγείρισσα σε πόσες μέρες θα γυρίσουν.

- Ωραία! μουρμούρισε ο Αντώνης, πάει και το απόγεμα μας!

Στην εκκλησία, μια στιγμή, νόμισαν πως διορθώθηκαν τα πράματα. Ο παπα-Δημήτρης εξακολουθούσε να ψέλνει με τη μύτη το «Κύριω-ω ελώ-ω-ωησον», όταν έξαφνα έγινε γενικό σούσουρο, άντρες και γυναίκες παραμέρισαν, άνοιξαν δρόμο, και ο βασιλέας και η βασίλισσα με τις δυο βασιλοπούλες ήλθαν και στάθηκαν ακριβώς εμπρός στο στασίδι της θείας Αργίνης, που το γέμιζε μεγαλόπρεπα η θεία Μαριέτα και το πράσινο μεταξωτό, όλο φραμπαλάδες, φόρεμα της. Ο βασιλέας ανταπέδωσε γελαστά το χαιρετισμό του θείου και της θείας. Η βασίλισσα όμως δε γύρισε. Ίσια και σοβαρή κοίταζε το Ιερό μπροστά της.

Τ' αδέλφια ούτε άκουαν πια τον παπα-Δημήτρη. Τα κορίτσια θαύμαζαν τη μεγάλη βασιλοπούλα που φορούσε ένα τριανταφυλλί κλειστό καπέλο, δεμένο κάτω από το πιγούνι, και είχε τα μαλλιά, μακριά και ξανθά, σκόρπια στη ράχη, ενώ ο Αντώνης μελετούσε το βασιλέα που βαστούσε στο ένα του χέρι τη σταχτιά του ρεπούμπλικα και ακουμπούσε με τα δυο χέρια στο μπαστούνι του χωρίς να καμπουριάζει.

Πώς στέκουνταν άραγε η ράχη του τόσο ίσια; Ήταν πολύ ψηλό το μπαστούνι του; Ή μήπως δεν τ' ακουμπούσε χάμω; Ο θείος πάντα στρογγύλευε την πλάτη, σαν ακουμπούσε με τα δυο χέρια στο μπαστούνι του. Αν είχε μπαστούνι ο Αντώνης, θα μπορούσε άραγε να σταθεί σαν το βασιλέα, με τη ράχη κολόνα; Ισιώθηκε, άπλωσε τα χέρια μ' ένα υποθετικό μπαστούνι στο χέρι, κοιτάζοντας να πάρει τη στάση του βασιλέα και... Μα να πάλι η γρουσουζιά του μπάτη! Την ίδια στιγμή, τρεχάτο πέρασε πίσω του ένα τρελόπαιδο, τον έσπρωξε, έχασε ο Αντώνης την ισορροπία του κι έπεσε μπρος στο βασιλέα, παρασέρνοντας και το μπαστούνι και τη σταχτιά ρεπούμπλικα. Παφ! Πουφ! Κλακ κλακ κλακ!

Γύρισε όλη η εκκλησία! Μόνη η βασίλισσα δεν ταράχτηκε και σιγά, με το χέρι ξαναγύρισε προς το Ιερό το πρόσωπο της μικρής βασιλοπούλας, που είχε στρέψει να δει και που έμπηξε τα γέλια. Ο Αντώνης ήθελε να τον είχαν καταπιεί οι πλάκες της εκκλησίας. Τόσο ντράπηκε, ώστε ούτε άκουσε το βασιλέα που είπε χαμηλόφωνα του θείου με τη δυνατή ξενική του προφορά:

- Παρακαλώ! Παρακαλώ! Δε φταίγει το παιδί! Είναι πολύς ο κόσμος και πέφτει μικρή η εκκλησία για τις μεγάλες εορτές...

Το άκουσε όμως η Αλεξάνδρα και του το επανέλαβε ύστερα για να τον παρηγορήσει, σαν επέστρεφαν στο σπίτι, όλοι μαζί, τα τέσσερα αδέλφια μπροστά, ο θείος και η θεία πίσω. Και παρηγορήθηκε ο Αντώνης για το μάλωμα της θείας και την τιμωρία να μη φάγει γαλακτομπούρεκο το μεσημέρι. Όλα θα πήγαιναν πια καλά, αν δεν είχαν φουσκώσει τα μυαλά της Αλεξάνδρας, που, μαζί με τα παρηγορητικά λόγια του βασιλέα, είχε ακούσει κι ένα άλλο: πως την ωραία βασιλοπούλα με το τριανταφυλλί καπέλο και τα ξέπλεκα μαλλιά την έλεγαν κι αυτή Αλεξάνδρα. Ποιος την έπιανε πια την Αλεξάνδρα! Πήγε να ρωτήσει η Πουλουδιά πώς τη λέγανε τη μικρή βασιλοπούλα και της αποκρίθηκε η Αλεξάνδρα πως ούτε ήξερε ούτε την ένοιαζε. Και είπε δειλά η Πουλουδιά:

- Εγώ νομίζω πως τη λεν Πουλουδιά!

Την κορόιδεψαν τ' αδέλφια της πως τέτοιο άσχημο όνομα δεν μπορούσε να το έχει βασιλοπούλα και ντράπηκε η Πουλουδιά και συμμαζεύθηκε και δεν είπε πια τίποτα. Κι ύστερα φούσκωσε, φούσκωσε η Αλεξάνδρα από υπερηφάνεια για τη συνονόματη της, την όμορφη βασιλοπούλα, ώσπου μπούχτισε ο Αντώνης και φουρκίστηκε και ξέσπασε και είπε:

- Μας σκότισες με τη βασιλοπούλα σου!

Και τότε θύμωσε και η Αλεξάνδρα και σήκωσε ψηλά το κεφάλι της και πήρε ένα βιβλίο και κάθισε χωριστά κι έκανε πως διαβάζει. Μα δε διάβαζε καθόλου και όλοι βαρέθηκαν πολύ. Και είπε με παράπονο ο Αλέξανδρος, που είχε καθίσει χάμω ώσπου να ξεμαλώσουν τ' αδέλφια του και που βαριούνταν περισσότερο και από τους άλλους, είπε, έτοιμος να βάλει τα κλάματα:

- Αυτός ο μπάτης σήμερα είναι πολύ κακός!

Έχωσε ο Αντώνης τα χέρια του στις τσέπες, στριφογύρισε στο τακούνι του, σφύριξε το «Ω λυγηρόν και κοπτερόν σπαθί μου!» και βγήκε από την κάμαρα σειάμενος κουνάμενος. Μα δεν πρόφτασαν τα κορίτσια ν' ανταλλάξουν πέντε λόγια με τον Αλέξανδρο και ξαναμπήκε σα σίφουνας. Ακτινοβολούσε όλος.

- Θα πάμε το απόγεμα στης θείας Αργίνης! Μου το είπε ο θείος! Έστειλε μήνυμα η θεία Αργίνη πως θα 'ρθει εδώ και να πάμε μεις εκεί! Θα 'ρθει η Μαριόρα, η τραπεζιέρα της, να μας πάρει και θα πάμε μονάχοι μας! Ζήτω! Ζήτω!

Πάει η κακοκεφιά, πάει κι ο βαρεμός. Μόλις άγγιξαν φαγί τ' αδέλφια στο τραπέζι, τέτοια ήταν η ανυπομονησία τους να παν στης θείας Αργίνης να δουν τα καινούρια τους εξαδέλφια που όλο τ' άκουαν και που δεν τα γνώριζαν ακόμα. Ώσπου να έλθει η Μαριόρα, τους φάνηκε πως πέρασαν χρόνια. Ώσπου να φθάσουν στο σπίτι, πως έκαναν το γύρο του κόσμου. Της θείας Αργίνης το σπίτι ήταν σε μια πλατεία με μερικά δέντρα σκονισμένα και λίγες τζινιές χλωρωτικές, που ορτσώνουνταν στ' ατροφικά τους κλωνάρια. Μα στα μάτια των τεσσάρων αδελφών ποτέ δεν άνθισαν ωραιότερα λουλούδια, ούτε βλάστησαν πρασινότερα δέντρα. Κι εδήλωσαν της Μαριόρας πως ποτέ στην Αλεξάνδρεια δεν είδαν τέτοιο ωραίο περιβόλι.

- Και τα δικά μας παιδιά το αγαπούν, είπε καμαρώνοντας η Μαριόρα.

Μα, σαν μπήκαν στο σπίτι και αντίκρισαν «τα δικά μας παιδιά», που τους φάνηκαν λαός ολόκληρος, τα τέσσερα αδέλφια έπαθαν γλωσσοδέτη. Ήταν όλα εκεί, τα επτά παιδιά της θείας Αργίνης, μια σκάλα από αγόρια και κορίτσια όλων των ηλικιών, από δεκαπέντε χρονών ως δύο. Τα δυο μεγάλα κορίτσια, η Κατίνα, μελαχρινή, και η Κλειώ, ξανθή, επιβλήθηκαν πολύ στα τέσσερα αδέλφια με τις μακριές φούστες και τις πλεξούδες τους, σηκωμένες και δεμένες στο σβέρκο με φαρδιές καφετιές κορδέλες.

Ύστερα ήταν ο Γιάννης, ο φίλος τους, ο μόνος που γνώριζαν. Ύστερα η Αλεξάνδρα, μαζεμένη και σιωπηλή. Ύστερα ο Μανόλης, που τον έλεγαν τ' αδέλφια του Μπανανάκη, γιατί αγαπούσε πολύ τις μπανάνες και του τις έφερνε δώρο κάθε ταξιδιώτης που έφθανε με τα αιγυπτιακά βαπόρια. Ύστερα ο Αλέκος, ολοστρόγγυλος και ξανθός, και τελευταία η Λουκία, που ήταν μικρότερη από τον Αλέξανδρο και κάθουνταν χάμω, μια μπάλα στα μπλου ντυμένη, με κατακόκκινα μάγουλα και μαύρα κοντά σγουρά μαλλιά. Η Κατίνα άπλωσε το χέρι μεγαλόπρεπα και είπε:

- Καλημέρα!


Η Κλειώ όμως γονάτισε μπρος στον Αλέξανδρο, του έβγαλε το καπέλο του και, με τα όμορφα δάχτυλα της, του διόρθωσε τις ξανθές του μπούκλες και τον είπε «Χρυσό μου!» και τον φίλησε.

Απ' όλους, η Αλεξάνδρα θαύμασε περισσότερο τη μεγαλόπρεπη Κατίνα. Η Πουλουδιά όμως λαχταρούσε να παίξει με την μπλου μπάλα, τη Λουκία. Ο Αντώνης κοίταζε όλους, έναν έναν, ακατάδεχτα, γιατί ντρέπουνταν. Τόσο ακατάδεχτα, που, σαν αντάμωσε ο Μανόλης το βλέμμα του, ντράπηκε και τρύπωσε κάτω από μια καρέγλα και κάθισε χάμω, με το κάθισμα της καρέγλας στο κεφάλι του και τα μάτια καρφωμένα στον Αντώνη, και περίμενε. Μα η Μαριόρα είχε εξαφανιστεί και τα τέσσερα αδέλφια δεν ήξεραν ούτε τι να πουν ούτε τι στάση να πάρουν εμπρός στ' άγνωστα εξαδέλφια, ιδίως εμπρός στην Κατίνα και στην αδελφή της, τη σιωπηλή Αλεξάνδρα, που τα κοίταζαν σαν ανθρωπάρια παράξενα και σπάνια. Και τότε, μ' ένα νάζι του κεφαλιού, είπε η Κατίνα:

- Ελάτε στην τραπεζαρία να πάρετε μια βυσσινάδα! Και ξεκίνησαν τα ένδεκα εξαδέλφια και ανακατώθηκαν θέλοντας και μη τα στελέχη τους. Και σαν μπήκαν στην τραπεζαρία και είδαν τις παστελαριές με τα σησάμια και τα ξερά αμύγδαλα και τα κουλούρια και το στρογγυλό ρεβανί, κάτασπρο, πασπαλισμένο ψιλή ζάχαρη, και τις αφράτες φέτες ψωμί και τη βυσσινάδα στα ποτήρια, λύθηκε η γλώσσα ολωνών και πήγε ροδάνι.

Και βόησε η τραπεζαρία σα δέντρο στο σούρουπο, όταν το λεν τα σπουργίτια, πριν κατακαθίσουν να κουρνιάσουν και ν' αποκοιμηθούν.