Το όνειρόν μου (Μορεάς)

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το όνειρόν μου
Συγγραφέας: Ζαν Μορεάς
Aπό την συλλογή "Τρυγόνες και έχιδναι".


Καθ’ ύπνους είδον όνειρον... ω! είθε αιωνίως
να έρρεεν εις όνειρα παρόμοια ο βίος:

Δεν ήτον άλσος πράσινον, χλωρός λειμών δεν ήτον,
ουδέ ηπλούντο πρασιαί ανθών αναριθμήτων·
στοίχους δεν έβλεπες εκεί πυκνούς δρυών μεγάλων,
ούτε κομψόν ανάστημα πευκώνων ατασθάλων·
εκεί, ούτε αιγόκλημα, ούτε ιάσμου μύρα,
ούτε δειλόν ηράνθεμον, ούτε ροδής πορφύρα...
Υπό φλογώδη ήλιον, επί γυμνών πεδίων,
υψούντο μέγαρα χρυσού, αχάτου και μαρμάρου.
Στοαί ως κύκνου πτέρυγες λευκαί, προ των οποίων
θα ήσαν λίθοι βάρβαροι τα μάρμαρα της Πάρου.
Αγάλματα μετάλλινα θεών και θεαινών,
περί μακράν δεξαμενήν ερρύθμως εστημένα,
εβύθιζον τα βλέμματα αυτών τα εσβεσμένα,
εις τα ευρέα κάτοπτρα υδάτων κυανών.
Ζωής σημείον ουδαμού: σιγή κοιμητηρίου,
σιγή ψυχρά, μονότονος και πλήρης μυστηρίου·
ούτε εντόμου βόμβισμα, ούτε πτηνού φωνή,
αντήχουν εις τα μέγαρα εκείνα ταχανή!

Επί προστώου, κάτωθεν μεταλλικής θολίας,
εις δέρματα παρδάλεων εντέχνως ειργασμένα,
ηπλούτο νωχελώς γλυκύς την όψιν νεανίας·
υπό τα βλέφαρα αυτού τα ημικεκλεισμένα,
εκάμμυε τους οφθαλμούς μετ’ αδιαφορίας,
και ήτο αίνιγμα σχεδόν αν εγρηγόρει, ή
εις γλυκείς ύπνους δι’ αυτόν επέρα η ζωή.

Πότ’ εγεννήθη; Πώς εκεί ευρέθη; Ούτ’ εκείνος
εσκέφθη, ούδ’ εγνώριζεν· - ανέτως, ανωδύνως,
άνευ ελπίδων, μεριμνών και πόθων και σχεδίων,
εν ευπαθεία γλυκερά διήνυε τον βίον.
Δεν έζη όπως οι λοιποί θνητοί συνήθως ζώσιν,
ουδ’ ύπνον ήθελεν αυτός ουδέ τροφήν ή πόσιν.
Χιτώνιον, αντανακλών του ουρανού το χρώμα,
μέχρι σφυρών εκάλυπτε το ραδινόν του σώμα,
και εις βοστρύχους χωριστή η κόμη του απείρους,
με τους ευώδεις έπαιζε και πτερωτούς ζεφύρους...
Μονάρχαι, συνταγματικοί μεγάλοι κυβερνήται,
ρητόρων δημοκρατικών ασύρραπτοι σωρείται,
σύλλογοι φιλολογικοί, σοφαί εφημερίδες,
βουλαί, ενδόξου μέλλοντος χρυσοφανείς ελπίδες,
ναοί, νηστείαι, ιερείς, θρησκευτικαί αιρέσεις,
παράσημα, πολιτικοί βαθείς, διπλωματία,
τω ήσαν όλαι άγνωστοι αυταί αι εφευρέσεις,
όσας εμπνέει εις τους θνητούς η πότνια Μωρία.

Πλην τούτων απεγεύετι και άλλης ευτυχίας:
Μη αισθανείς ερωτικής μανίας, ποτέ, νύξεις,
ουδέ ποθήσας τρυφηλής αγκάλης περιπτύξεις,
δεν είχε γίνει έρμαιον εσθήτος γυναικείας.

Μόνος εν μέσω της σιγής εκείνης της βαθείας,
υπό μετάλλων και πετρών πολυτελείς θολίας,
ανέτως κατακείμενος εις απαλήν δοράν,
και από μύρα τεχνητά ηδυπαθώς μεθύσκων,
τα βλέμματά του άφινε ν’ ακολουθούν μακράν,
εις τουρανού τον καθαρόν κ’ εστιλβωμένον δίσκον,
τα νέφη διωκόμενα υπό τρελών ανέμων...

Κ’ ήμην εγώ, ο άνθρωπος εκείνος, ο ευδαίμων.