Το όνειρο (Σουρής)

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το όνειρο
Συγγραφέας: Γεώργιος Σουρής
Δεκέμβριος 1879.


Τί ὀνείρατα κι' ἀπάταις φέρνει κάποτε ὁ νοῦς,
καὶ ἐνῷ στὴ γῆ πατοῦμε, μᾶς πετᾷ στοὺς οὐρανούς.
Καὶ ἐγὼ καθὼς τὸν Δάντη, ποὺ μὲ μάτια ἀνοικτὰ
στῆς κολάσεως κατέβη τὰ παλάτια τὰ φρικτά,
εἶδα ὄνειρο μιὰ νύκτα, ἀλλὰ τόσο ζωντανό,
ποὺ μὲ τοῦτο ἕως τώρα τὸ κεφάλι μου πλανῶ.

Εἶδα ὅτι μ' εἶχαν κάμει σ' ἕναν τόπο βασιληᾶ,
καὶ τὰ πόδια μου πατοῦσαν σὲ ὁλόχρυσα χαλιά.
Φαντασθῆτε τὴ χαρά μου!... νὰ εὑρίσκεται κανεὶς
μὲς στὴν ἄβυσσο τοῦ κόσμου ταπεινὸς καὶ ἀφανής,
κι' ὢ τοῦ θαύματος! Μὲ στέμμα στὸ κεφάλι νὰ βρεθῇ!...
εἶναι πρᾶγμα, ὅπου κάνει κάθε νοῦ νὰ τρελλαθῇ.

Εἶχα δίπλα μου λακέδες μὲ χρυσᾶ, διαγγελεῖς,
καὶ αὐλάρχας μὲ μπαρμπέταις καὶ κυρίας τῆς Αὐλῆς,
εἶχα ἄλογα, ἀχούρια, ξακουσμένους κυνηγούς,
Νέας Γῆς ὡραίους σκύλους, πάπιαις, πέρδικαις, λαγούς,
λεοντάρια, περιβόλια, δεκαπέντε μαγειριά,
ἐξοχαῖς πολλαῖς, τσιφλίκια κι' ἄλλα πλούσια χωριά.

Ἂν καὶ ἤμουν βουτημένος μὲς σὲ τόσο θησαυρό,
μὰ βασίλισσα δὲν εἶχα, κι' ὅλο ἔψαχνα νὰ βρῶ.
Ὅπου ἤθελα νὰ ρίξω μιὰ ματιὰ βασιλική,
ἕνας ἔρωτας ἀμέσως ἐξεφύτρωνε ἐκεῖ,
καὶ τρυποῦσαν κάθε στῆθος ἡ δικαίς μου σαϊτιαῖς...
τῆς κορώνας μου ἡ λάμψις παντοῦ σκόρπιζε φωτιαῖς.

Ποῦ νὰ βλέπατε ἐμπρός σας τὸν κὺρ Γιῶργο τὸν Σουρῆ
μὲ Ἐγγλέζικη καβάλλα σ' ἕνα ἄλογο ψαρί,
στὸ κεφάλι του νὰ στέκῃ τρικαντὸ μὲ τὰ φτερά,
καὶ νὰ βλέπῃ τὰς κυρίας δεξιὰ κι' ἀριστερά.
Ὅλαις ἤτανε γιὰ μένα ἀπὸ ἔρωτα τρελλαῖς,
κι' ἔτσι ἤμουν βασιλέας μὲ βασίλισσαις πολλαῖς.

Ἐκόπιαζε γιὰ μένα ὁ καλός μου ὁ λαός,
κι' ἐγὼ πάντα χορτασμένος ἐπερνοῦσα σὰν θεός.
Μόνο εἴξευρα νὰ τρώγω τὸ καλλίτερο φαγί,
κι' ἐσκοτίζοντο γιὰ τ' ἄλλα οἱ χρυσοῖ μου ὑπουργοί·
αὐτοὶ τέλειωναν τοῦ κράτους κάθε δύσκολη δουλειά,
κι' ἐμὲ εἶχαν γιὰ νὰ λένε ὅτι ἔχουν βασιληᾶ.

Μὰ τί ὄνειρο κι' ἐκεῖνο... ὤ! μὰ τί ζωὴ χρυσῆ!
Τί καπόνια, τί μπαρπούνια, τί ἀθάνατο κρασί!
Ξυπνητὸς νὰ ἤμουν ἔτσι, καὶ ποτέ, μὰ τὸ Θεό,
δὲν θὰ ἤθελα νὰ πάρω Καλαμᾶ καὶ Πηνειό.
Καὶ ἂν μ' ἔστελλαν ἀκόμη στὸ Μενίδι βασιληᾶ,
εὐθὺς θ' ἅρπαζα τὸ θρόνο καὶ δὲν θἄβγαζα μιλιά.

Ἔχουν δίκαιο ἐκεῖνοι, ὅπου στέμματα κρατοῦν,
σὰν θεὸ νὰ τὰ λατρεύουν καὶ νὰ μὴ τὰ παραιτοῦν
ἂν καὶ εἴδανε καὶ βλέπουν ὅτι εἶναι κρεμαστὴ
κάθε ὥρα ἡ ζωή των σὲ ἀδύνατη κλωστή.
Βασιληᾶς, σοῦ λέει ἄλλος, εἶν' ὁ ἄνθρωπος αὐτός,
καὶ ὁ θρόνος εἶναι μ' ὅλους τοὺς κινδύνους ζηλευτός.

Μὰ κι' ἐγὼ εἰς τὄνειρό μου, ἂν καὶ μοὔλεγαν πολλοὶ
νὰ πετάξω τὴν κορῶνα, ἀφοῦ τώρα οἱ τρελλοὶ
ἕνα κι' ἄλλον βασιλέα φανερὰ δολοφονοῦν
κρῖμα, ἔλεγα, καϋμένοι, ὅπου ἔχετε καὶ νοῦν.
Βασιληᾶς κανεὶς ἀφίνει τὴν κορῶνα ποὺ βαστᾷ,
καὶ ἂν δάσος ἀπὸ λόγχαις δῇ στὰ μάτια του μπροστά;

Καλέ, ξέρεις τί σημαίνει, τὴν κορῶνα νὰ φορῇς;
εὐθὺς γίνεσαι θηρίο ἂν καὶ ἤσουνα souris.
Τέτοια τάχατε νὰ εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ βασιληᾶ;
κότα, πῆτα γλέντι, λοῦσο, ἐξοχὴ καὶ τεμπελιά;
Τότε ὅσοι σὰν κι' ἐμένα τὰ οὐράνια θωροῦν,
ἢ τὸ στέμμα ἑνὸς τόπου ἢ τὸ ράσο ἂς φοροῦν.

Ἀλλὰ ἔξαφνα μιὰ μέρα, ἐνῷ γύριζα πεζὸς
στὸ ὡραῖο μου παλάτι, κι' ἐκυττοῦσα σὰν χαζὸς
τῇς ψηλαῖς του τῇς κολώναις, τί μεγάλη συμφορά!
βλέπω ἕνα δημοκράτη ὅπως τὸν Ἐνζωλορᾶ.
Ἄλτ! στὸν τόπο, μοῦ φωνάζει, καὶ στὰ λόγια του αὐτὰ
μιὰ θεόρατη κουμποῦρα ἀπ' τὴ ζώνη του πετᾷ.

Μπούμ! Ἐβρόντησ' ἡ κουμποῦρα, καὶ γιὰ τύχη μου καλὴ
οὔτε τρίχα τῶν μαλλιῶν μου δὲν ἐπῆρε ἡ βολή.
Τότε ὅλος τρομασμένος στὸ κρεββάτι μου πετῶ
καὶ κυττάζω πὼς κοιμώμουν δίχως πάπλωμα... γι' αὐτὸ
μὲ ἐξύπνησεν ἐκείνη ἡ βροντὴ τῆς πιστολιᾶς.
Καὶ στὸν ὕπνο δὲν μ' ἀφίνουν νἆμαι λίγο βασιληᾶς;