Το πάλεμα

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Παλιές Αγάπες
Συγγραφέας: Ανδρέας Καρκαβίτσας
Το πάλεμα


Κάτω στο Σέχη, στο τσιφλίκι του Νάβη Νούσα, το πάλεμα είχαν για ξεφάντωμά τους οι Καραγκούνηδες. Κάθε γιορτή της άνοιξης και σκόλη, όταν μπορούσανε ν’ αφήκουν τη δουλειά, να παραδώκουν το κορμί στην ανάπαψη και την ψυχή τους στη χαρά, συνάζονταν όλοι νέοι και νιες, γέροι και γριές, παιδιά και κορίτσια μπροστά στο πυργωτό κονάκι του αφέντη κι έτσι διαλαλούσε ο κήρυκας:

- Ακούστε, χωριανοί, κι ας λέει ο κόσμος!... Σήμερα παλεύει ο Μήτρος Μπούρας με το γιο του τάδε!... Κερνάει τ’ αφεντικό και τα τούμπανα παίζουν!...

Μια φορά όμως δεν είπε το γιο του τάδε. Είπε το Διονύση Χάλη.

Ο Μήτρος Μπούρας ήταν χωριανός και τον ήξε­ραν όλοι. Όλοι γνώριζαν της χήρας τον ακριβογιό και τον αρρεβωνιαστικό της Σμάλτως, της λεβεντονιάς. Ήταν πρώτος στο πάλεμα και κανείς δεν αποτολ­μούσε να βγει στ’ αλώνι μαζί του. Κι ήταν για τούτο καύχημα του χωριού και ζωντανή ντροπή όλων των άλλων περίγυρα.

Μα ο Διονύσης Χάλης ήταν απ’ άλλο σύνορο, από τις Σοφάδες πέρα και κανείς δεν τον ήξερε. Ακουστά είχαν μόνον πως είναι φοβερός παλαιστής και ταίρι δεν έχει στον κάμπο το Λαρισινό και της Καρδίτσας τον κάμπο. Τον είδαν οι φρόνιμοι γερόντοι κι ανα­τρίχιασαν. Τον είδαν τα παλικάρια και λύθηκαν τα γόνατά τους. Πάει το χωριό τους· την πήρε την ντροπή!

- Μάνα μου! ψιθύρισε κι η Σμάλτω η λεβεντονιά.

Και χλώμιανε σαν το κερί!


Χτυπούν τα τούμπανα και φυσούν οι καραμούζες. Αναταράζεται η γη κι ο αέρας πασίχαρος διαλαλεί τον λαμπρόν αγώνα. Κι εμπρός, ανάμεσα στ’ αλώνι που σχημάτισε στρογγυλοκαθισμένος ο λαός, φαίνον­ται οι δυο παλαιστές γυμνοί, ολόγυμνοι. Μονάχα το κοντό πέτσινο βρακί, στη μέση δεμένο κομποθηλιά, σκεπάζει τ’ αμελέτητα. Μα χύνονται από κάτω λαχταριστά τα μηριά κι οι στρογγυλοί αρμοί των γονάτων κι οι άτζες μεστωμένες και οι τορνευτοί αστράγαλοι και τα καμαρωτά ποδάρια τους. Κι απάνω φαίνονται τα στήθη μάρμαρο κι οι ρώγες των βυζών χαλκοκόκκινες κάθονται στα γλυπτά στέρνα κι απλώ­νονται ζερβόδεξα καμαρωτοί οι ώμοι, και στα χυτά λαιμοτράχηλα πυργώνεται το κεφάλι σμιλευτό, με τα κατσαρά μαλλιά και το μουστάκι στριμμένο. Τα μπράτσα σιγοτρεμάμενα φανερώνουν τα χαλυβένια μούσκουλα και τα νεύρα τ’ αλύγιστα.

Έρχονται στ’ αλώνι και χαιρετούν ευγενικά το λαό δυο παλαιστές. Κάποιος χύνει από τη στάμνα λάδι στη χούφτα τους. Και κείνοι αλείφουν με το λάδι τα στήθη, τα μπράτσα, τα λαιμοτράχηλα, τα μηριά, ως κάτω στα στραγάλια. Αλείφουν ακόμη και το πέτσινο βρακί τους. Έπειτα, με τα χέρια ριμένα κάτω, σκάνε τα δάχτυλα τους τρανταχτά:

- Κραπ!... κραπ κραπ!...

Και προβαίνουν, ένας από τη μια μεριά κι άλλος από την άλλη, αργοκίνητοι, βεργολυγιστοί, με βήμα ελαφρό και μεγαλόπρεπο, με το σώμα τεντωμένο, που λες τώρα θα ψηλώσουν στον ουρανό. Αδιάφοροι στο σαχλολόγο παλιόκοσμο, στρέφουν τα μάτια κάτω στον πράσινο κάμπο κι αντίπερα στα γαλανά βουνά της Γκούρας, σαν σταυραϊτοί που διαλέγουν τη βουνοκορφή, να βρούνε ποθητή συντρόφισσα. Κι έπειτα μ’ έν’ άλλο κραπ!... κραπ κραπ!..., γυρίζουν αντιμέτωποι και ρίχνουν ράθυμα αλλά βαριά τα χέρια ένας στον ώμο τ’ αλλουνού και κοιτάζονται άγρια, πεισμωμένα.

- Σ’ έφαγα!

- Σ’ έφαγα!...

Μα αντί να φαγωθούν, παραιτεί ένας τον άλλον και μ’ ένα κραπ! κραπ κραπ!... σύγκαιρο, αρχίζουν πάλι την αντίθετη περιστροφή τους, με το ίδιο βάδισμα και το ίδιο κόρδωμα.

Τα τούμπανα χτυπούν, φυσούν οι καραμούζες κι ο αέρας πασίχαρος διαλαλεί στα τετραπέρατα τον λαμπρόν αγώνα.


- Τώρα δεν έχει χωρατά!

- Όχι δεν έχει χωρατά!...

Οι δυο παλαιστές αρπαχτήκανε στα χέρια. Έπαψαν τα χωρατά και τα ευγενικά χάδια. Οι δυο λέοντες που παίζανε πριν και χαδεύονταν ξαπλωμένοι στη χλωρωσιά, κάτω από τον ανοιξάτικο ήλιο και δαγ­κώνονταν άκακα και γλείφονταν τρυφερά, άναψαν τώρα. Μπορεί ο πράσινος τάπητας, ο ζεστός ήλιος ίσως, κέντησε το λαθροκρυμμένο στην ψυχή τους πάθος και πέφτουν μανιωμένοι ένας στον άλλον. Ανήμερη κοχλάζει η ψυχή τους· σπίθες πετούν τα μάτια τους. Δεν έχουνε πια λύπη ούτ’ έλεος! Αρπαγμένοι από τους ώμους, στυλώνουν τα πόδια τους στη γη, καμα­ρώνουν τα κορμιά και στέκουν ακίνητοι. Το πρόσωπό τους ήσυχο, δεν δείχνει καθόλου την αγωνία της ψυχής, ούτε των νεύρων την προσπάθεια. Κοιτάζουν μόνον, αντίθετα κοιτάζουν με τα μάτια τους τ’ ανοιχτά και λες πως κοιτάζουν, πως ψαχουλεύουν τον ορίζοντα, να ιδούν και να μετρήσουν σε ποιον κάμπο ή σε ποια θάλασσα θα σφεντονίσουν τον αντίπαλό τους.

- Δεν έχει χωρατά!

- Όχι τώρα δεν έχει χωρατά!...


Άξαφνα όμως να που ξεριζώθηκαν τα δυο κορμόδεντρα! Ο Χάλης γονάτισε, με το ένα πόδι στη γη στρωμένο· τ’ άλλο λυγισμένο στο γόνατο. Και με τα ατσαλένια μπράτσα κολλητά στη μέση του Μπούοα, πάσχει να τον φέρει κοντά του, να τον λυγίσει, να τον γκρεμίσει σωρό κουβάρι από πάνω του. Μα εκεί­νος σκυφτός, κάθετ’ απάνω του και τον βαραίνει με το βάρος του, έτοιμος να τον ρίξει τ’ ανάσκελα, να βάλει τη ράχη του στο χώμα. Έτσι μόνον θα σημα­δευτεί η νίκη του.

Ο λαός περίγυρα καθισμένος, ολόρθος είτε σκυφτός· οι νέοι κι οι γέροι· οι νιες κι οι γριές· τ’ ανήλικα παι­διά σερνικοθήλυκα, κοιτάζουν τους παλαιστές με τρόμο. Είναι αληθινά εκείνος ο γονατιστός, ο Διονύσης ο Χάλης ο Σοφαδίτης! Κι είναι ο άλλος ο σκυφτός απάνω του ο Μήτρος Μπούρας, ο χωριανός τους! Παλεύουν αλήθεια, άνθρωποι με κρέας και κόκαλα, εργάτες του χωραφιού σαν κι αυτούς και σαν κι αυτούς φτω­χοί και κακόμοιροι; Ή μην είναι δράκοι των παραμυθιών και παλεύουν για της βασιλοπούλας τα κάλλη; Ή μην τάχα είναι ο Διγενής του τραγουδιού ο ήρωας, και παλεύει το Χάρο για τη ζωή του; Δεν είναι, όχι, δράκοι· δεν είναι ούτε ο Διγενής κι ο Χάρος. Είναι οι δυο χωριάτες ολοζώντανοι, ο Χάλης ο περίφημος κι ο Κράπας ο θαυμαστός. Δεν παλεύουν για τα κάλλη της βασιλοπούλας ούτε για την ακριβή ζωή. Παλεύουν κι αγωνίζονται για να τιμήσουν τ’ όνομα και το χωριό τους.

Ο Μήτρος Μπούρας απάνω στον αντίπαλό του ξαπλωμένος βαρύς με τα πόδια τυλιγμένα στα πόδια εκεινού, με τα χέρια κολλημένα στα λαιμοτράχηλά του, βλέπει γύρω το λαό, τους χωριανούς του να του γνεύουν θαρρετά, να τον συμβουλεύουν να κρατεί καλά, χάμω να τον γκρεμίσει στο χώμα. Βλέπει αγνάντια τη λεβεντονιά, να χαμηλώνει κατακόκκινη τα μάτια και να σιγοτρέμει σαν καλάμι από τη λα­χτάρα. Βλέπει κι ανάμεσα στα σκέλια του, κάτω από τα παλαμοδάχτυλά του το Διονύση Χάλη ξεθεωμένον, να σπαράζει σαν το σφαχτό κάτω από το γόνατο του μακελάρη και γελά με τον ανώφελον αγώνα του. Τον βλέπει να στριφογυρίζει σαν σερπετό, να πασπατεύει στο γλιστερό κορμί του, στα μηριά μέσα, στις άντζες κάτω κι απάνω στις μασκάλες, στους ώμους και τα λαιμοτράχηλα. Κάπου ζητούν να πιάσουν, να γατζώσουν τα χέρια, να λυγίσουν το κορμί, είτε να συνεπάρουν κομμάτι ζωντανό από κρέατα και κόκαλα. Μάταια όμως αγωνίζονται! Πώς κατάντησες, καημένε Σοφαδίτη! Τι θα γίνει τώρα τ’ όνομα το ξακουσμένο στη Λάρισα και στα Τρίκαλα μέσα;

Ο Μήτρος Μπούρας γελά κι αναπαύεται. Δεν προσ­μένει παρά κατάλληλη στιγμή που μ ένα επιδέξιο ανασήκωμα, θα στείλει τη ράχη του να φάει χώμα, να δείξει ολοφάνερα τη νίκη του. Γελά κι αναπαύεται και δεν προσέχει τα επίβουλα πασπατέματα του εχτρού ανάμεσα στα σκέλια του.

- Αχ! ακούστηκε άξαφνα φοβερό.

Πάραυτα σώπησε το τούμπανο και βουβάθηκαν Οι καραμούζες, λες και νέκρα πλάκωσε τη πλάση. Όχι, δεν πλάκωσε νέκρα την πλάση. Ο Μήτρος Μπούρας κείτεται βαρύς στο χώμα και βογκομαχά σαν πληγω­μένο αγριοδάμαλο.

- Αχ! εβγήκε κι από το στόμα της Σμάλτως. Και τώρα κάτω στο Σέχη, στο τσιφλίκι του Νάση Νούσα, το πάλεμα έχουν για ξεφάντωμα τους οι Καραγκούνηδες. Κάθε γιορτή της άνοιξης και σκόλη, όταν μπορούν ν’ αφήκουν τη δουλειά, να παραδώκουν το κορμί στην ανάπαψη και την ψυχή τους στη χαρά, συνάζονται όλοι νέοι και νιες, γέροι και γριές, παιδιά και κορίτσια μπροστά στο πυργωτό κονάκι του αφέντη κι έτσι διαλαλεί ο κήρυκας:

- Ακούστε, χωριανοί κι ας λέει ο κόσμος!... Σήμερα παλεύει ο τάδες με τον τάδε!... Κερνάει τ’ αφεντικό και τα τούμπανα παίζουν!... Μα μην ξεχνάτε και το πάθημα του Μήτρου Μπούρα!...