Το γιούσουρι

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τὸ γιούσουρι
Συγγραφέας: Ανδρέας Καρκαβίτσας
Λόγια τῆς πλώρης (1924)


ΟΤΑΝ τὸ πρωτάκουσα ἤμουν παιδὶ στὰ σπάργανα. Καὶ σὰν ἔφτασα εἰκοσάχρονο παλληκάρι, ἔλεγαν ἀκόμη γιὰ κεῖνο, μὲ τὸν ἴδιο θαμασμὸ καὶ περισσότερη φρίκη. Τὸ γιούσουρι, τὸ ἀντρειωμένο γιούσουρι, ποῦ βρίσκεται στὸν κόρφο τοῦ Βόλου! Τὸ γιούσουρι ποῦ ὧρες ψηλώνει καὶ θεριεύει ὡς τὸ πρόσωπο τῆς θάλασσας· ὧρες χαμηλώνει καὶ γίνεται κάστρο ἀγύριστο μὲ τοὺς ρόζους καὶ τὰ κλαδιά, μὲ τὶς ρίζες καὶ τ’ ἀντιρίμματα! Κάτω στὸ νησί μας τὸ ἔχουν μόλογο! Γενιὰ σὲ γενιὰ τὸ παραδίδουν οἱ ναῦτες καὶ πάει ἀπὸ πατέρα σὲ παιδί, ἀπὸ παιδὶ σὲ ἀγγόνι πάντα μεγάλο, θαμαστὸ πάντα, σκληρὸ σὰ σίδερο, δυνατὸ σὰ λέοντας, ψυχωμένο κι’ ἀθάνατο σὰ στοιχειό.

Ἐκεῖνοι ποῦ τὸ πρωτόειδαν ἔσβυσαν ἀπὸ τὴ θύμηση τῶν ἀνθρώπων τόρα. Ἐκεῖνοι ποῦ ὀνειρεύτηκαν νὰ τὸ κόψουν, κοιμοῦνται ἀξύπνητα στὴ γῆ ἢ καὶ στὰ βάθη τῆς θάλασσας. Ἐκεῖνοι ποῦ πῆγαν γυρεύοντάς το, δὲν δευτέρωσαν τὸ σκοπό τους. Ἔχει σοῦ λένε, κατιτί πλάνο κι’ ἐπίβουλο καὶ ἀλλάζει χρώματα καὶ ἀλλάζει σχήματα καὶ γλυστρᾷ σὰν χέλι καὶ θεμελιώνεται σὰν πύργος καὶ φωσφορίζει σὰν ὠκεανόψαρο, ποῦ λύνεται τὸ σῶμα μὲ τὸ πρῶτο ἀντίκρυσμα.

Ἐγώ, ἀπὸ μικρὸς ποῦ τὸ ἄκουα μ’ ἔπιανε κατιτί παράξενο. Φόβος καὶ μαζὶ πεῖσμα. Καλά, ἔλεγα, ὁ διπίθαμος Ἀράπης ποῦ ρουφᾷ τὰ πέλαγα καὶ φράζει τὰ ποτάμια μονάχα μὲ τὰ γένεια του. Καλὰ ἡ ἀθάνατη Γοργόνα, τοῦ Ἀλέξαντρου ἡ ἀδερφή, ποῦ γυρίζει τὴ θάλασσα καὶ στὸ πικρὸ ἄκουσμα βουλιάζει τὰ πλεούμενα σύψυχα μὲ τὴν οὐρά της. Καλὰ κι’ ὁ Ἄριστος ποῦ σκοτώνει τὰ θεριὰ καὶ τὰ βουνὰ γκρεμίζει καὶ ξερριζώνει ρουπάκια μὲ τὸ κοντάρι του. Μὰ ἕνα δέντρο ἐκεῖ, τοῦ νεροῦ πλάσμα, θρέμα τοῦ ἄμμου καὶ νὰ κάνῃ τόσα θάματα! Μπά, ντροπή μας! Ἄκουα τοὺς ἄντρες λεβεντοθρεμένους καὶ νὰ μιλοῦν γι’ αὐτὸ μὲ τόσο σεβασμό, σὰν νὰ μιλοῦσαν γιὰ τὸ Τρισυπόστατο. Τί διάβολο! Ἐκεῖνοι μιὰ φορὰ ἔβαλαν τὰ στήθη τους ἐμπρὸς στὸ κανόνι τοῦ Τούρκου! πήδησαν μὲ ἀναμμένο δαυλὶ στὶς μπαρουταποθῆκες του! εἶδαν τὸ θάνατο χίλιες φορὲς καὶ δὲν τόλμησαν νὰ ξερριζώσουν ἕνα δεντρί! Δὲν μποροῦσα νὰ τὸ χωνέψω.

— Δὲ μοῦ λές, πατέρα· κάνω κάποτε τοῦ γέροντά μου· τί εἶνε αὐτὸ τὸ γιούσουρι.

— Ξύλο, παιδί μου, σὰν καὶ τ’ ἄλλα· θαλασσόξυλο. Ἄν θέλῃς νὰ τὸ μάθῃς, σύρε νὰ ἰδῇς τὴν πίπα μου.

Πάω μέσα, ἀνοίγω τὸ ἁρμάρι, βρίσκω τὴν πίπα του. Μιὰ πίπα χοντρὴ καὶ μεγάλη, μὲ ρόζους, μαύρη-κατάμαυρη σὰν ἔβενος.

— Μπά! τοῦτο εἶνε τὸ γιούσουρι; τὸ κόβουν λοιπόν;

— Τὸ κόβουν λέει; Ἀφοῦ τόχεις στὰ χέρια σου! Ἔκοψα πῆχες, ὅταν ἤμουν σφουγγαρᾶς.

— Γιατὶ δὲν πᾷς λοιπὸν νὰ κόψῃς καὶ τὸ γιούσουρι τοῦ Βόλου.

Πέτρωσε εὐθὺς τὸ χαμόγελο στὰ χείλη του· σοβαρεύτηκε τὸ πρόσωπό του. Γύρισε καὶ μὲ κοίταξε ἀφαιρεμένα, σὰν νὰ ἔλειπε ὁ νοῦς ἀπὸ τὸ κεφάλι του·

— Ἄ! εἶπε. Τὸ γιούσουρι τοῦ Βόλου δὲν εἶνε τὸ ἴδιο. Πῆγα μιὰ φορὰ καὶ γώ. Μὰ λίγο ἔλειψε ν’ ἀφήσω δίχως ἄντρα τὴ μάνα σου.

— Ἀφοῦ κόβεται!…

— Κόβεται ὅταν εἶνε μικρό. Κάτω στὴ Μπαρμπαριὰ εἶνε δάση ὁλάκερα. Ἐκεῖ ποῦ ψαρεύουν τὸ σφουγγάρι ἁρπάζουν καὶ κάνα κλαρί. Ἔτσι κλεφτά, στὴν ὥρα ποῦ κοιμᾶται. Ἅμα ὅμως ξυπνήσῃ, δὲν τὸ κόβει οὔτε ἡ ρομφαία τοῦ Ἀρχάγγελου.

— Τὸ γιούσουρι τοῦ Βόλου δὲν κοιμᾶται;

— Κοιμᾶται· μπορεῖ νὰ κάμῃ δίχως, ὕπνο; Μὰ ἐκεῖνο στοίχειωσε πιά! ζῇ μὲ τοὺς αἰῶνες. Ποιὸς ξέρει ἀπὸ πότε; Νὰ ἰδῇς τῶν παλαβῶν τὰ κόκκαλα πῶς κρέμονται πολυέλαιοι ἀπάνω του!…

Καὶ τὸ βλέμμα του κάπως δειλὸ στυλώθηκε ἀπάνω σὲ μιὰ στάμνα, ποῦ ἔστεκε σπασμένη στὴν αὐλή· τὸ μέτωπό του σούφρωσε, καὶ κέρωσε, λὲς κι’ ἔβλεπε ὀχιὰ νὰ προβάλῃ ἀποκεῖ.

— Ἐσύ, πατέρα, πῶς πῆγες; Μὲ τὴ μηχανή; ξαναρώτησα.

— Ὄχι, μὲ τὴν πέτρα, σὰν τοὺς Καλυμνιῶτες. Ποῦ μηχανὲς στὸν καιρό μας!

— Ἐγὼ σὰ μεγαλώσω θὰ πάω νὰ τὸ κόψω· εἶπα μὲ πεῖσμα.

Ἐνόμιζα πῶς θὰ ἔλεγε ὄχι· πῶς θὰ φρόντιζε μὲ χίλια-δυὸ νὰ μ’ ἐμποδίσῃ· πῶς θὰ μοῦ διηγῶταν ἱστορίες τρομερὲς γιὰ ν’ ἀπελπιστῶ. Τίποτα! Μιὰ στιγμὴ μὲ κοίταξε συλλογισμένος ἀπὸ τὰ πόδια ὥς τὴν κορφή, σὰν νὰ μετροῦσε τὸ ἀνάστημά μου· χαμογέλασε.

— Καλά· σὰ μεγαλώσῃς νὰ πᾷς· εἶπε μὲ τὴν πρώτη του ἀπάθεια. Τόρα ποῦ εἶσαι μικρὸς σύρε νὰ μάθῃς τὴ θάλασσα.

Πῆγα κι’ ἔμαθα τὴ θάλασσα. Ναυτόπουλο ἔγινα, ἔπειτα ναύτης. Εἶδα φουρτοῦνες, χιονιές, ἀγριοκαίρια. Πῆγα καὶ μὲ τὰ σφουγγαράδικα στὴ Μπαρμπαριά. Μὰ καὶ ναυτόπουλο καὶ ναύτης καὶ σφουγγαρᾶς, δὲν ξέχασα τὸ στοιχειωμένο γιούσουρι καὶ τὸ λόγο ποῦ ἔδωκα στὸν πατέρα μου. Μαζὶ μὲ τὸ κορμὶ μεγάλωνε κι’ ὁ πόθος μέσα μου, σὰν νὰ τὸν εἶχα στὸ αἶμά μου. Ἐγὼ ἤθελα νὰ κόψω τὸ γιούσουρι, στὴν ἀνάγκη νὰ τὸ ξερριζώσω καὶ νὰ τὸ σύρω πίσω ἀπὸ τὸ καΐκι στὸ νησί μας. Θὰ τὸ ξάπλωνα στὴν ἀμμουδιὰ θρασίμι καὶ θὰ ἔβανα διαλαλητὴ νὰ διαλαλήσῃ σὲ ὅλη τὴ χώρα: — Ἐβγᾶτε, χωριανοί, νὰ ἰδῆτε τὸ μέγα θάμα! Τὸ στοιχειὸ τῆς θάλασσας, νικήθηκε ἀπὸ τοῦ νησιοῦ μας τὸ στοιχειὸ, τὸν Γιάννο Γκάμαρο. Τρέμουν-τρίζουν τὰ βουνά! Ἐβγᾶτε, χωριανοί, νὰ ἰδῆτε καὶ νὰ εἰπῆτε!…». Θὰ ἔτρεχε ἀμέσως μελίσσι ὁ λαός· θὰ ἔβλεπαν οἱ θαλασσογέννητοι καὶ θὰ σταυροκοποῦνταν, θὰ ἔβλεπαν οἱ γυναῖκες καὶ θὰ τρόμαζαν· τὰ παλληκάρια καὶ θὰ ζηλοφθονοῦσαν, οἱ λυγερὲς καὶ θὰ ἔλεγαν: — Νὰ λεβεντονιὸς γιὰ νὰ γίνῃ ἄντρας μας! Δεύτερος Ἅη Γιώργης θὰ δοξαζόμουν στὸ νησί. Κι’ ἕνας τρόμος μυστικός, μιὰ λαχτάρα βασάνιζε κάθε τόσο τὴν ψυχή μου, μὴν προλάβῃ ἄλλος καὶ ἁρπάξῃ τὴ δόξα μου. Γυρεύεις τί γίνεται; Ἀλλὰ πάλι ἡσύχαζα μὲ τὴν ἰδέα πῶς ἄλλος ἀξιώτερός μου δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ γεννηθῇ. Καὶ ἀκόμη πίστεψα πῶς τὸ δεντρὶ ἐκεῖνο, δὲν καθόταν τόσους αἰῶνας ἐκεῖ στὸν ἀνήλιαστο θρόνο του, παρὰ γιὰ τὰ γίνῃ μιὰ μέσα δικό μου παίνεμα. Κι’ ἔτσι ἔκλεισα τὰ εἴκοσι χρόνια μου. Ψάρευα τὸ σφουγγάρι μὲ τὴ μηχανὴ τοῦ καπετὰν Στραπάτσου στὴν Ἔγριπο. Δῶσε ἀπάνω-δῶσε κάτω φτάσαμε καὶ στὸν κόρφο τοῦ Βόλου. Ἅρπαξα τὸν καιρό.

— Τί λές, καπετάνιε; Κάνουμε τὴν ἀπόπειρα.

— Ποιά;

— Πᾶμε νὰ κόψουμε τὸ γιούσουρι;

Γέλασε ὁ καπετὰν Στραπάτσος· γέλασαν καὶ οἱ ἄλλοι· γέλασα τέλος καὶ γώ. Δὲν τολμοῦσα νὰ κάνω τὸ σοβαρό.

— Ρέ, τί λές; μοῦ κάνει· εἶσαι στὰ σύγκαλά σου ἢ νὰ στείλω γιὰ τὸν παπᾶ; Ἀμή!… πῆγαν τόσοι καὶ τόσοι καὶ δὲν ἔκαμαν τίποτα καὶ θὰ κάμουμε μεῖς;

— Γιατὶ ὄχι; Εἴμαστ’ ἀδέξοι ἐμεῖς; Ἔπειτα—ἄκου νὰ σοῦ εἰπῶ—ἐκεῖνοι πῆγαν μὲ τὴν πέτρα. Μιὰ βουτιὰ κι’ ἀπάνου. Τί θὲς νὰ κάμουν μὲ μιὰ βουτιά;

— Μωρέ, κοίτα νὰ βγάλουμε τὸ καρβέλι καὶ ἄφησε τὰ ὄνειρα! Μοῦ λέει τέλος ὁ καπετάνιος.

Δὲν ἀπελπίστηκα. Θὰ τὸν καταφέρω στὸ ὕστερο σκέφτηκα. Καὶ ἀλήθεια ἔδωκα-πῆρα τὸν κατάφερα μιὰ Κυριακὴ ποῦ δὲν ψαρεύαμε.

— Τί λές, πᾶμε; τοῦ κάνω.

— Μωρέ, ποῦ νὰ πᾶμε;

— Γιὰ τὸ γιούσουρι.

— Καὶ ποιὸς θὰ βουτήξῃ;

— Ἐγώ βουτάω· γι’ αὐτὸ ρωτᾶς!

Πήγαμε τέλος. Κοιτάζω μὲ τὸ γυαλὶ στὸν πάτο· πουθενὰ γιούσουρι! Φέρνω μιὰ βόλτα, δυό, τρεῖς, τίποτα! Ἄρχισα ν’ ἀπελπίζομαι. Μιὰν ἀπελπισία παράξενη. Τόσα χρόνια τὸ ἀνάστενα στὴ φαντασία μου, τὸ ἔβλεπα μπροστά μου, πάλαιβα μαζί του, τὸ νικοῦσα καὶ τόρα νὰ βγαίνουν ὅλα ψέματα! Δὲν μποροῦσα νὰ τὸ ὑποφέρω. Κάπου ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ, κάπου νὰ τὸ συναντήσω, θὲς κάτω στοὺς βυθούς, θὲς πέρα στὸ ἀκρογιάλι, θὲς ἀπάνω στὰ σύγνεφα! Νὰ τὸ συναντήσω, νὰ μετρηθῶ μαζί του κι’ ἂς μὲ καταλύσῃ. Ἂς κρεμαστοῦν καὶ τὰ δικά μου κόκκαλα ἀπάνω του, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων παλαβῶν. Ὄχι ὅμως νὰ μὴν τὸ γνωρίσω ποτὲ στὴ ζωή μου! Τότε γιατί ἔζησα τόσον καιρό, γιατί ἔγινα εἰκοσάχρονος, γιατί ἔμαθα τὴ θάλασσα, γιατί ἀνασκάλισα τοὺς βυθούς; Μονάχα γιὰ τὸ καρβέλι!

— Τραβᾶτε γιὰ τὸ λιμάνι· τραβᾶτε νὰ πιοῦμε καὶ καμμιά· εἶπε ὁ καπετάνιος βαριεστισμένος. Οἱ γερόντοι λένε κάποτε παραμύθια.

Κρύος ἴδρωτας μὲ πῆρε. Ἄρχισαν νὰ θολώνουν τὰ μάτια μου.

— Στὸ Θεό σου, καπετάνιε, τοῦ λέω· ἔχε ὑπομονή. Νὰ φέρουμε μιὰ βόλτα πάλι.

Οὔτε κεῖνος ὅμως, οὔτε οἱ λαμνοκῶποι μὲ ἄκουαν. Τὸ καΐκι γύρισε κι’ ἔφευγε γιὰ τὸ λιμάνι βαριεστισμένο καὶ κεῖνο. Ἐγὼ κρεμασμένος στὴν κουπαστὴ δὲν ἔπαυα νὰ κοιτάζω ζερβόδεξα, μὲ καρδιοχτύπι μεγάλο, σὰν νὰ ζητοῦσα τῆς μάνας μου τὰ κόκκαλα. Μάταια ὅμως! Τὸ νερὸ πρασινογάλαζο ἔφτανε ὡς κάτω στὸν πάτο καὶ μοῦ ἔδειχνε ξερὰ τὰ φύκια, ὄχτους ἐδῶ ἀπόκρημνους, ἐκεῖ ἀμμόστρωτες ἀπλωσὲς σουφρωμένες, ζεστές, κρεβάτια γιὰ τὶς νεράϊδες μαλακὰ κι’ ἀπάρθενα. Τὸ γιούσουρι ὅμως ὄχι· κανένα σημάδι γιὰ τ’ ὀνειρεμένο μου δεντρί. Ἔλεγα ν’ ἀφήσω τὸ γυαλὶ καὶ νὰ ξαπλωθῶ στὸ κατάστρωμα. Ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ θολὸ σύννεφο ἴσκιωσε μπροστά μου, πίσω ἔμεινε σὰν νὰ διάβηκε φάλαινα.

— Στόπ! φωνάζω· σταθῆτε!

Στάθηκε τὸ καΐκι, γύρισε πίσω στὰ νερά του καὶ εἴδαμε ὅλοι σὰν χιλιόχρονη βελανιδιὰ νὰ κάθεται στὸν πάγκο. Δὲν ἦταν λοιπὸν ψέμα, δὲν ἦταν παραμύθι! Ντύνομαι γοργά, παίρνω τὸ λάζο στὴ ζώση μου, ἕνα τσεκοῦρι στὸ χέρι καὶ βουτῶ κάτω. Μὰ καθὼς σήκωσα τὰ μάτια, σύγκρυο μ’ ἔπιασε. Καλὰ τὸ ἔλεγαν οἱ γέροντές μας. Τί ὁ διπίθαμος Ἀράπης! Τί Γοργόνα καὶ τί Ἄριστος! Τοῦτο εἶνε τὸ θάμασμα! Οἱ ρίζες του μελαψές, λεπιδοντυμένες βύζαιναν τὸ μάρμαρο, ἔμπαιναν στὶς σχισμές, ἀγκάλιαζαν τ’ ἀγκωνάρια, γάτζωναν τὶς ποδιές του, ἕνα σῶμα θαρρεῖς καὶ μιὰ δύναμη. Ἀπάνω ὀρθοκάθεδρος ὁ κορμός, ἀρκουδοντυμένος, μὲ ρόζους ἐδῶ καὶ κεῖ κλειστοὺς στὸ πολυτρίχι μέσα, ὀργιὲς ψήλωνε. Καὶ ἀποκεῖ κλαδιά καὶ ἀντικλάδια μυριόρροζα, καμαρωτὰ κι’ ὁλόϊσα ἔφευγαν περαδῶθε, ψηλὰ καὶ χαμηλά, λὲς κι’ ἔπασχαν ν’ ἀποκλείσουν ὅλον τὸν πλατύχωρο κόρφο μὲ τὸ δίχτυ τους. Ὁλόγυρα τὸ νερὸ διάφανο, σὰν γυάλα τὸ σκέπαζε καὶ τὸ ἔλουζε τροφὴ μαζὶ καὶ ταῖρι, ἀνάσα καὶ κλίνη του. Καὶ κάτω ἀπὸ τὸ μαρμαρένιο βάθρο σκοτεινὴ ἔχασκε ἡ ἄβυσσο, κρύα καὶ ἄπατη.

Ἦβρα τὸ δέντρο στὸν ὕπνο του. Μὰ καὶ στὸν ξύπνο νὰ τὸ ἥβρεσκα ἴδιο ἔκανε. Ἂν ἦταν ν’ ἁρπάξω ἕνα κλαδὶ καὶ νὰ βγῶ ἀπάνω, καλά. Μὰ ἐγὼ ἤθελα νὰ τὸ κόψω σύρριζα. Γιὰ τοῦτο κατέβηκα ἐκεῖ. Ἔκαμα τὸ σταυρό μου, ξάμωσα τὸ τσεκοῦρι καὶ γκόπ! τοῦ κατάφερα τὴν πρώτη. Ξύπνησε Ὄφης. Καὶ ἀρχίζει ἀμέσως ἕνας σίφουνας, ἕνας χτύπος, ἕνα κακό, λὲς καὶ χύθηκαν ὅλα τὰ ρέματα ἀπάνω μου. Τὸ νερὸ χόχλασε, δάρθηκε κλωθογύριστα, σκότος πήδησε ἀπὸ τὴν ἄβυσσο κι’ ἔχασα ὅλα τὰ πάντα. Ἔκατσα χαμηλά, ἁρπάχτηκα σ’ ἕνα ρίζωμα νὰ μὴ μὲ σύρουν. Καὶ εἶδα ἄξαφνα τοὺς ρόζους τοὺς κλειστοὺς νὰ γλαυκοπαίζουν μάτια ἀράπικα καὶ νὰ χύνεται ἀστρίτης ἡ φλόγα ἀπάνω μου. Καὶ στὰ κλαδιὰ τὰ λευκοπράσινα εἶδα νὰ κρέμωνται τὰ σκέλεθρα, πομπὴ καὶ γάνα τῶν παλαβῶν ποῦ τόλμησαν νὰ τὰ βάλουν μαζί του. Στὸ βρούχημά του ἄκουσα κτύπο ξεχωριστό. Καὶ δὲν ἦταν ἄλλος παρὰ τὰ κόκκαλα ποῦ δέρνονταν μεταξύ τους καὶ τὰ γυμνὰ ποδάρια λάχτιζαν μὲ πεῖσμα τ’ ἄσαρκα μέτωπα, σὰν νὰ τοὺς ἔλεγαν: — Γιατί μᾶς φέρατε δῶ!

Ἀποπάνω μοῦ τσίμπαε ὁ καπετάνιος.

— Ἔλα, τόρα. Ἔλα καὶ δὲ θὰ κάμῃς τίποτα.

Δὲ θὰ κάμω τίποτα! Καὶ γὼ τὸ κατάλαβα. Μὰ καὶ μὲ τί μοῦτρα ν’ ἀνέβω ἀπάνω; Ποῦ τὸ στοιχειὸ τοῦ νησιοῦ μας πλιά; Ποῦ ὁ Ἅη Γεώργης! Ἄ, ὄχι· ἂν δὲν κατέβαινα, καλά· μὰ τόρα πάει! Μόλις ἔπεσε ὁ σίφουνας, σηκώνω τὸ τσεκοῦρι καὶ τοῦ καταφέρνω δεύτερη μὲ ὅλη μου τὴ δύναμι. Πέτρα νὰ χτύπαγα, τὸ λιγότερο θὰ ράγιζε· ἐκεῖνο τίποτα. Οὔτε σκλήθρα δὲν ἄνοιξε. Ἀντὶ νὰ πάῃ μέσα τὸ τσεκοῦρι, ἔφυγε πίσω δύο πιθαμές, τρεῖς, τέσσαρες σὰ νὰ κτυποῦσα σὲ λάστιχο. Πρέπει νὰ τὸ ξερριζώσω· πικροσυλλογίστηκα. Τσιμπάω ἐπάνω·

— Ρίχτε μου τὸ λοστό.

Μοῦ κατεβάζουν τὸ σύνεργο. Ρίχνω πέρα τὸ τσεκοῦρι καὶ ἀδράχνω τὸ λοστό. Ἀρχίζω στὶς ρίζες. Τυραννήθηκα καὶ γὼ δὲν ξέρω πόσο. Ὧρες ἐρχόνταν, ὧρες περνοῦσαν, καὶ γὼ μὲ τὸ λοστὸ στὸ χέρι. Μόνον στεκόμουν κάποτε νὰ πάρω ἀνάσα ἢ καὶ νὰ ρίξω γύρω καμμιὰ ματιά. Μποροῦσε τὸ σκυλόψαρο νὰ ριχτῇ ἀπάνω μου. Τέλος τσιμπάω πάλι:

— Ρίχτε μου τὴ γούμενα.

— Μωρ’ ἔλα πάνω· τσιμπάει ὅ καπετάνιος ἀνυπόμονος. Γιὰ σένα τὴ θὲς τὴ γούμενα; Ἔχουμε καὶ ψιλότερο σχοινί. Ἔλα πάνω· θὰ σοῦ κόψω τὸν ἀέρα!

— Κόβεις τὸν ἀέρα, μὰ σχίζω τὸ λάστιχα τοῦ ἀπαντῶ θυμωμένα. Ἢ ξέχασες πῶς ἔχω τὸ λάζο μαζί μου.

Τὰ χρειάστηκε ὁ καπετὰν Στραπάτσος· μοῦ ἔρριξε τὴ γούμενα. Πιάνω ἀπὸ μακριὰ καὶ θηλυκόνω καλὰ τὸν κορμὸ. Ἔπειτα πηγαίνω στὸ ἄλλο πλευρὸ καὶ ἀρχίζω πάλι μὲ τὸ λοστὸ τὶς ρίζες. Ἐκεῖνο δός του καὶ γλαυκόπαιζε τὰ μάτια σὰν νὰ ἤθελε νὰ μὲ μαγνητίσῃ. Ἐσειόταν καὶ τάραζε σὰν ψάρι· τὰ κλαδιά του, χταποδιοῦ ἀποκλαμοὶ λάγκευαν δῶθε-κεῖθε, κουλουριάζονταν, τίναζαν καταπάνω μου τ’ ἀκροδάχτυλά τους νὰ μὲ συλλάβουν. Μὰ ποῦ νὰ μὲ συλλάβουν! Καὶ ἂν δὲν ἤξερα καθόλου τὰ δολερὰ παιγνίδιά του, κι’ ἂν δὲν εἶχα ἀκούσει τὰ καμώματά του, τὰ σκέλεθρα ποῦ ἔβλεπα σφηνομένα ψηλά, ἦταν ἀρκετὰ νὰ μοῦ δείξουν τὸν κίνδυνο. Σὲ κάθε του ἀνακλάδισμα στρεῖδι κολλοῦσα στὰ πλευρὰ τοῦ μάρμαρου. Πόδα χέρια, μάτια, ὅλα δούλευαν σύγκαιρα. Καὶ ὁ λοστὸς ἀψύς, ξεκόλωνε ἕνα μὲ τὸ ἄλλο τ’ ἀντιρίμματα, τὰ ἔβγαζε ἀπὸ τὰ θαλάμιά τους, τὰ χώριζε ἀπὸ τὴν πέτρα ξεφλουδισμένα πολλὲς φορὲς κι ἄλλες φορὲς μὲ σκλῆθρες ἀπὸ χάλαρα, μὲ φόρτωμα ἀπὸ κοχύλια.

Τέλος κατάλαβα πῶς ἄρχισε νὰ λασκάρη. Ἔχανε τὸ στήριγμά του.

— Ἀπάνω! τσιμπάω.

Μὲ ἀνεβάζουν ἀπάνω. Γδύνομαι, γοργά, παίρνω τὴν πρώτη ἀνάσα. Μπρέ! Πῆρε καὶ σούρπωνε. Ἀντίκρυ τὸ Πήλιο ψήλωνε βαθυγάλαζο σὰν ἀπὸ λουλάκι. Τὰ χωριά του ἄσπριζαν στὶς πλαγιὲς σκόρπια μάρμαρα. Στὸ Βόλο ἄναβαν τὰ φῶτα καὶ ὁ οὐρανὸς ὁλοπόρφυρος ἀπὸ τὸ ἡλιοβασίλεμα, ἔβγαζε ἕνα-ἕνα τρεμόφεγγα τ’ ἀστέρια του. Μοῦ φάνηκε πῶς ξανάζησα, ὅταν εἶδα μπρός μου γνώριμα πρόσωπα. Ξέχασα μιὰ στιγμὴ καὶ τὸ γιούσουρι καὶ τοὺς κόπους μου, καὶ τὴ δόξα μου ἀκόμη.

— Τί ἀπόκαμες; ρωτάει ὁ καπετὰν Στραπάτσος.

— Τόρα θὰ ἰδῇς τοῦ λέω πηδῶντας ἀπάνω. Ἔλα, παιδιά! τὰ κουπιά σας. Τὸ δέντρο θὰ τὸ σύρουμε στὸ νησὶ ἀπόψε.

— Μωρέ, τί λές! Δὲν ἔπαθες τίποτα; Δὲ σ’ ἄγγιξε τὸ στοιχειό!

Καὶ ρίχνονται ὅλοι ἀπάνω μου, μὲ ψηλαφοῦν, σφίγγουν τὰ κρέατά μου, κινοῦν τὰ μπράτσα μου καὶ ἀκόμη δὲν πιστεύουν πῶς εἶμαι γερός.

— Μὰ τραβᾶτε, παιδιά, λέω· τὸ δέντρο κόπηκε.

Ρίχνονται στὰ κουπιά· τραβοῦν μὲ δύναμη. Ναί! Ἀντὶ νὰ σύρῃ μπροστά, πίσω πήγαινε τὸ καΐκι μας.

— Μωρέ, μᾶς γελᾷς· λέει ὁ καπετάνιος ἀγαναχτισμένος. Τί μολογᾷς πῶς ἔκοψες τὸ γιούσουρι;

— Μὰ τὸν Ἅη Νικόλα, τὄκοψα· τοῦ κάνω· τράβα! Τ’ ἤθελες νὰ τ’ ἀποκόψω γιὰ νὰ μὲ πλακώσῃ ἀπὸ κάτω. Δυὸ τραβήματα θέλει καὶ θάρθῃ μὲ τὶς ρίζες του.

Ἀρχίζουμε πάλι τὸ τράβημα. Κάπου μιὰ ὥρα ἔτσι παιδευτήκαμε. Ἄκουες τοὺς σκαρμοὺς κι’ ἐτριζωβόλουν. Πεῖσμα ἔπιασε τοὺς ναῦτες καὶ ἀντρειεύονταν σὰν ξωτικά. Ὁ καπετὰν Στραπάτσος, ξετρελλαμένος ἀπὸ χαρὰ καὶ περηφάνεια, ψυχὴ ἔδινε σὲ ὅλους μὲ τὶς φωνές του:

— Ὠ-ώ!… Ὠ-ώ!… Γειά σας, παλληκάρια!… Ἴσα, λιοντάρια μου!… Ντροπή μας! Μωρέ, ἴσα τίγριδες!…

Καὶ τὰ παλληκάρια, τὰ λιοντάρια, οἱ τίγριδες ἔχωναν βαθειὰ τὸ κουπὶ καὶ τὸ ἔπαιρναν πίσω μὲ τόση δύναμη, ποῦ ἔλεγες τόρα θὰ γίνῃ σύψαλα. Τέλος βαθὺ μούγγρισμα ἀντήχησε κι’ ἡ θάλασσα σήκωσε τρανὸ κῦμα καταπάνω μας. Τὸ καΐκι πέταξε γοργόφτερο ἐμπρός. Ἀμέσως μέγα κῆτος φάνηκε νὰ πιάνῃ ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη τὸν κόρφο. Ἦταν τὸ γιούσουρι.

— Νὰ ἰδῶ! καὶ γὼ νὰ ἰδῶ!…

Τρέχουν ὅλοι στὴν πρύμη νὰ γνωρίσουν τὸ στοιχειό. Τὸ βλέπουν καὶ σταυροκοποῦνται φοβισμένοι.

— Ἐμπρός! λέω στὸν καπετὰν Στραπάτσο. Νὰ τὸ βγάλουμε ὄξω τόρα ποῦ νύχτωσε, πρὶν τὸ νιώσουν καὶ μᾶς τὸ πάρουν οἱ Τοῦρκοι.

Μόλις βγήκαμε ἀπὸ τὸν κόρφο Γοργόνα ὀργισμένη μᾶς ἀπάντησε ἡ Νοτιά. Ὁ οὐρανὸς ἔσβυσε τ’ ἀστέρια του, ἔκρυψε τὸ σύνορά του. Ἅδης τὸ σκότος ἁπλώθηκε ἀπάνω μας. Τὸ κῦμα ψήλωνε βουνό, ἀνέμιζε φωσφορούχους τοὺς ἀφροὺς κι’ ἔχυνε φῶς κατάσπρο, θαμπὸ καὶ ἄχαρο περίγυρα. Τί ἄλογα καὶ τί ἄτια! Τί φῶκες καὶ τί φάλαινες! κλωθογύριζαν κοπαδιαστά, βρουχιῶνταν καὶ ἀλάλαζαν στὸ σύσκοτο ἐκεῖνο χάος. Ν’ ἀνησυχῶ ἄρχισα. Δὲν ἦταν θάλασσα ἐκείνη· ἦταν θυμὸς καὶ σεῖσμο, κατάρα καὶ χολή, φαρμάκι τῆς ἄβυσσος.

Ὅμως τίποτα. Τὸ γιούσουρι σφιχτοδεμένο ἀκολουθοῦσε τ’ ἀπονέρια, ποῦ ἔστρωνε ἡ πρύμη τῆς σκάφης μας. Τὸ ἄκουα νὰ δέρνεται κάποτε καὶ νὰ ρουχνίζῃ, σὰν ζωντανὸ ποῦ παίρνει ἀνήφορο. Ντροπὴ τὸ εἶχε πῶς νικήθη καὶ πάσχιζε μὲ κάθε τρόπο ν’ ἀπαλλαγῇ. Μὰ ποῖος τὸ ἄφινε; Μέσα στὸ ἄγριο πέλαγο μιὰ ξεχώριζα ταρναριστὴ φωνή, τὴ φωνὴ τοῦ διαλαλητή· ἕνα γνώριζα αἴσθημα, τὸ θάμασμα τῶν γερόντων μας. Ἕναν πόθο, τὴν εὐχὴ τῶν κοριτσῶν:

— Νά λεβεντονιὸς γιὰ νὰ γίνῃ ἄντρας μας!

Μὲ τὸ χάραμα εἶδα κατάπλωρα συγνεφοσκεσπασμένο τὸ νησί μας. Τρία μίλια θέλαμε ἀκόμη. Μὰ τρία γερά. Τὰ μπράτσα λύθηκαν ὅλη νύχτα ἐπάνω στὸ κουπί. Τὰ πρόσωπα σούρωσαν· τὰ μάτια θόλωσαν. Ζάρες ἔκαμε τὸ μέτωπο· ἄσπρισαν τὰ κατάμαυρα μαλλιά, σὰν νὰ κύλισαν στογὸς τὰ χρόνια ἐπάνω μας. Ὁ καπετάνιος ξαπλωμένος τ’ ἀνάσκελα στὸν πάγκο ἔμοιαζε πτῶμα. Οἱ λαμνοκῶποι ἀμίλητοι κινοῦσαν ράθυμα τὰ κουπιά, σὰν μηχανὲς ποῦ κάνουν ἀναίσθητα τὸ ἔργο τους. Μόνος ἐγὼ ἐξακολουθοῦσα νὰ λάμνω σωστά. Ἦρθε μάλιστα πολλὲς φορὲς ποῦ τοὺς πῆρα. Μὰ τί νὰ κάμω καὶ γώ; Περισσότερος ἦταν ὁ πόθος παρὰ ἡ δύναμή μου. Τὸ κῦμα ἐπίμενε νὰ ψηλώνῃ ἀκόμα, νὰ λιχνίζῃ καὶ νὰ μᾶς βρέχῃ καὶ νὰ μᾶς κλυδωνίζῃ φοβερά.

Τέλος ρόδισε ἡ ἀνατολή, φάνηκε ὁ ἥλιος. Φάνηκαν βουρκωμένες οἱ στεριές, θολὸ τὸ πέλαγο, φιλόξενο τὸ νησί μας ἀντίκρυ.

— Ἄλα, παιδιά, καὶ φτάσαμε! φώναξα.

Καὶ πηδῶ στὴν πλώρη ν’ ἀγναντέψω καλὰ τὸ λιμάνι, νὰ ἰδῶ τὴν ἀμμουδιὰ ποῦ θά τὸ ρίξω θρασίμι. Τὸ καΐκι πέταξε μέσα, δυὸ χάλαρα πήδησε, ἄρραξε ἀπάνω στὸν ἄμμο. Τρέχω στὴν πρύμη καὶ ἀδράζω τὴ γούμενα. Ὠϊμέ! Σχοινὶ κομματιασμένο κρατῶ μόνον στὰ χέρια μου!

Τί ἔγινε τὸ ἄκαρπο δεντρί; Κάτω βρίσκεται στὸν κόρφο τοῦ Βόλου, ἀπάνω στὸ θεόχτιστο πάγκο του, μὲ τὶς λεπιδωτὲς ρίζες, ἀρκουδοντυμένο τὸν κορμό, κλαδιὰ καὶ παρακλάδια του περαδῶθε, λὲς καὶ πάσχει νὰ κλείσῃ ὅλα στὸ δίχτυ του. Ἀκόμη τὸ παραδίνουν γενιὰ σὲ γενιὰ οἱ ναῦτες καὶ πάει ἀπὸ πατέρα σὲ παιδί, ἀπὸ παιδὶ σ’ ἀγκόνι πάντα μεγάλο, θαμαστὸ πάντα, σκληρὸ σὰν σίδερο, δυνατὸ σὰν λέοντας, ψυχωμένο καὶ ἀθάνατο σὰν στοιχειό.

Καὶ γὼ Γιάννος ὁ Γκάμαρος, νέος Ἅη Γιώργης τοῦ νησιοῦ, ἑβδομηντάρης κι’ ἑτοιμόρροπος τόρα, δὲ θαλασσοδέρνομαι παρὰ γιὰ τὸ καρβέλι!