Το Νεραϊδόπαιδο

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το Νεραϊδόπαιδο
Συγγραφέας: Κώστας Κρυστάλλης
Αγροτικά


Ψηλά 'ς το Νεραϊδόρρεμμα, που από το βράχο απάνου
Πέφτει αφρισμένο το νερό και σκούζει και βογγάει
Και φκιάνει λίμνη και γιαλό, και θεριωμένο εκείθε
Πηδάει ταις πέτραις σαν στοιχειό και χάνεται 'ςτά πεύκα,
Εκεί ο Γιαννούλας φύλαγε μια νύχτα με φεγγάρι,
Να 'ρθούν τα 'λάφια 'ς το νερό να λαφοκυνηγήση.

'Σ τον ουρανό μεσάνυχτα δείχνει ο Σταυρός κ' η Πούλια.

Φυλάει αυτός ακοίμητος.

Πότε γλυκοκυττάζει
Ψηλά τ' αστέρια τ' ουρανού, πότε κατά το ρέμμα,
Που μέσ' 'ς το φως του φεγγαριού σαν νάν' ασήμι αστράφτει,
Κ' εις κάθε φύλλο από δεντρί και χόρτο που κουνιέται
Γυρίζει το τουφέκι του, στηλώνη τη ματιά του .....
Κι' ουδ' ένα 'λάφι εφάνηκε, ουδέ κάν' άλλο αγρίμι,
Απ' τη σπηληά π' ανοίγεται παρέκει από το ρέμμα,
Ξανθαίς Νεράιδες και Ξωθιαίς αυτήν την ώρα βγαίνουν.
Λούζουνε τ' άσπρα τους κορμιά στο ρέμμα το καθάριο,
Κι' απ' την πολλή την ωμορφιά κι' απ' τη μοσχοβολιά τους
Μοσχοβολάει το νερό και λάμπει ο τόπος γύρα.
Απλώνουν τα μαντήλια τους σταις πέτραις να στεγνώσουν,
Και 'ς το σιαδάκι σταίνουνε χορό και τραγουδάνε.

Η Κάλλω σέρνει το χορό, η πρώτη των Νεράιδων,
Και τραγουδάει η δεύτερη κι' ακολουθάν η άλλαις.
Πάει ο χορός στρωτός-στρωτός και το τραγούδι αγάλια:
— Όλαις η κόραις τον γιαλού, η ώμορφαις Νεράιδες,
Όλαις μαραίνουν λεβεντιαίς, μαραίνουν παλληκάρια,
Και δεν φοβούνται γηρατειά και δεν φοβούνται χάρο.

Κ' εμένα μ' εβαλάντωσε, με μάραν' η αγάπη,
Μ' εμάραν' ένας κυνηγός κ' ένας καλός λεβέντης,
Με το γραμμένο του κορμί με τη γλυκειά φωνή του.

Σαν βγαίνει τ' άστρο της βραδειάς, παίρνει της ράχαις δίπλα
Και σταίνει βίγλαις 'ς τα βουνά και κυνηγάει αγρίμια.
Έστησ' εμένα ξώβεργες τα νειάτα τ' ανθηρά του.

Πέφτουν 'ς ταις βίγλαις του τυφλά του κυνηγιού τ' αγρίμια,
Έπεσε και 'ς τα βρόχια του ανύποπτ' η καρδιά μου.
Αχ! νάταν τρόπος να τον 'βρώ καμμιά βραδειά 'ς τα πλάια,
Και να μπορούσα η δύστυχη να τον 'μιλήσω ολίγο! . . . .

Κρυμμένος 'ς τα χαμόκλαδα 'κουρμένεται ο Γιαννούλας
Με την καρδιά του ανήσυχη, όμως βουβός 'σάν πέτρα.
Ακούει τα 'παινέματα, τα λόγια της Νεράιδας,
Ακούει την αγάπη της και το παράπονό της,
Και μίαν απόκρυφη χαρά 'ς τα σωθικά του νοιώθει.
Ήξερε αυτός από μικρός ότι όποιο παλληκάρι
Αρπάξη τ' ολομέταξο μαντήλι της Νεράιδας,
Εκείνη αφίνει τα νερά, τον παίρνει από κατόπι,
Και γίνεται γυναίκα του και γίνεται 'δική του.

Βάνει ο Γιαννούλας φυλαχτό μπαρούτι και λιβάνι
Και πάει 'ς της πέτραις της οχθιάς κι αρπάζει το μαντήλι
Και ροβολά 'ς τη λαγκαδιά και χάνεται 'ς τα πεύκα.
Νοιόθει η Νεράιδα την κλεψιά και 'ς το χορό που σειέται
Κοντοκρατάει το χορό και κόβει το τραγούδι.

— Μ' εκλέψανε!

λαχταριστά και ξαφνικά φωνάζει
Και παίρνει τον κατήφορο 'ς του κυνηγού τα πόδια.
Σαν ωργισμένος άνεμος, σαν σίφουνας, σαν μπόρα
Κ' η άλλαις την ακολουθάν και φτάνουν τον Γιαννούλα,
Μ' αυτός βαστάει το φυλαχτό, μπαρούτι και λιβάνι,
Και να τον πιάσουν δεν μπορούν, ούτε να παν σιμά του.
Φωνάζουν, σκούζουν ξέμακρα, το φυλαχτό να ρίξη,
Κάποτε με γλυκόλογα, κάποτε με φοβέραις.
Φωνάζει η Κάλλω, η ώμορφη, φωνάζει κ' η κλεμμένη,
Φωνάζει με παράπονο, με κλάμμα και με αγάπη.
Του κάκου· εκείνος τώξερε, τώμαθε από γρηούλαις.
Που αν έπεφτε 'ς τα χέρια τους θάχανε τη ζωή του,
Κι' ούτε γυρίζει να ταις 'δή, ούτε και κοντοστέκει,
Μόν' ροβολάει μονανεπνιάς και χάνεται στα πεύκα.

Πέρασε η νύχτα. Της αυγής η ουράνια η δροσούλα
Ραίνει τους βράχους, τα κλαριά, τα χόρτα, τα λουλούδια.
Ξανθό το γλυκοχάραγμα προβάλλει απ' ταις κορφούλαις,
Κι' ανάρηα-ανάρηα αρχίζουνε τ' αστέρια, το φεγγάρι

Ο κυνηγός που ροβολά με ταις Νεράιδες πίσω
Φτάνουν ως το χωριό σιμά.

Προβαίνει η χαραυγούλα,
Κ' ήρθεν η ώρα που ξυπνούν και του χωριού τα ορνίθια
Και φεύγουν η Καλόγνωμαις. Το γνοιάστηκαν η άλλαις,
Και γίνοντ' άφανταις με μιας και μένει η ερωτεμμένη.

Χρυσώνεται η ανατολή . . . . να και λαλεί τ' ορνίθι ....
Στέκει ο Γιαννούλας . . . αγκαλιά και τη Νεράιδ' αρπάζει
Και τήνε φέρει 'ς το χωριό.......................

Τέσσαρα χρόνια πέρασαν χαριτωμένο ταίρι.
Κι' εβλάστησε απ' το γάμο τους πεντάμορφο αγγελούδι . . . .

Μ' άλλαξε κι' όλας ο καιρός. Ήρθαν και μαύρα χρόνια·
Κ' έπρεπε τώρα ο κυνηγός 'ς τα ξένα να γυρέψη
Ψωμί για τη γυναίκα του, ψωμί για το παιδί του.
Κρεμάει στον τοίχο τ' άρματα και φεύγει, πάει 'ς τα ξένα.

Μια Κυριακή και μια γιορτή στολίζετ' η Νεράιδα
Να πάη κι' αυτή 'ς την εκκλησιά, να βγη και 'ς το σεργιάνι
Κ' εκεί που βγάζει τα χρυσά 'πώνα σεντούκι απ' άλλο
Ξανοίγει το μαντήλι της και κάμει πώς το δένει.
Αλησμονεί τον άντρα της με μιας και το παιδί της
Και παίρνει δίπλα τα βουνά, ταις λαγκαδιαίς, τα πλάγια.
Πάλι Νεράιδα γίνεται, πάλι τη νηότη παίρνει
Και με ταις άλλαις σμίγεται 'ς ταις τρίσβαθαις σπηλιαίς τους.

Ο λόγος βγαίνει 'ς το χωριό κι' απλώνεται 'ς τον κόσμο.

Τάκουσε μέσ' 'ς την ξενητειά ο δόλιος ο Γιαννούλας
Κι' από την πολλή τη πίκρα του πέθανε εκεί, 'ς τα ξένα!

Ο γυιός του τώρ' ανδρειεύθηκε, και περπατάει τη νύχτα
Με του Γιαννούλα τ' άρματα αλαφοκυνηγώντας
Κι' ούτε Νεράιδες σκιάζεται ούτε Ξωθιαίς φοβάται,
Γιατ' είνε Νεραϊδόπαιδο κ' έχει Νεράιδας αίμα.

Χωρίς ν' αρπάξη απ' τα μαλλιά δεν άφηκε Νεράιδα,
Χίλιαις ως τώρα φίλησε κι' αγκάλιασε άλλαις τόσαις.

Χαρά 'ς τον όπου 'ς αγκαλιαίς δροσολογιέται τέτοιαις,
Χαρά 'ς τον που μ' αθάνατα τέτοια φιλιά κοιμάται!...