Το Θηρίο

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το Θηρίο
Συγγραφέας: Ανδρέας Καρκαβίτσας


Το χωριό μου είναι κτισμένο σε μια πλαγιά. Από κει περνά ο δημόσιος δρόμος, που πηγαίνει από την Άμφισα στη Γραβιά. Μια μέρα στο χωριουδάκι μου ακούστηκε μια μεγάλη είδηση, Στον κάμπο το μεγάλο, ήρθαν χιλιάδες εργάτες να κάνουν τη γραμμή για το σιδηρόδρομο. Θα προχωρήσει, έλεγαν στη Λάρισα κι από κει, αν δεχόταν η Τουρκία— η Μακεδονία ήταν ακόμα σκλάβα—θα ενωθεί με το σιδηρόδρομο της Ευρώπης.

— Και πως θα περάσει τις Καταβόθρες, για να κατεβεί στον κάμπο της Λαμίας; Ρώτησε κάποιος.

— Θα το τρυπήσουν το βουνό, εξήγησε άλλος κι ο σιδηρόδρομος θα περνάει από μέσα.

— Πάει χάλασε η πλάση, είπε ο νονός μου. Αν μπορούσα δεν θα τους άφηνα. Ποτέ δεν θα τους άφηνα.

— Γιατί, γεροπατέρα, τον ρώτησε ένα παλικάρι χαμογελώντας.

— Γιατί, λέει; Γιατί. . . Αυτά είναι του Σατανά δουλειές. Θα τρυπήσουν το βουνό, λέει. Αλίμονο. Ήρθαν οι άνθρωποι ν' αλλάξουν τον κόσμο. Μη χειρότερα. Ο μακαρίτης ο νονός μου, ο Νάσος Πουρνάρας, πίστευε όλα τα παράξενα. Πως το κοκαλάκι της νυχτερίδας του φέρνει καλή τύχη. Πως μπορεί να πετύχει με το σιδερόχορτο να ανοίξει σιδερόπορτες και να βρει κρυμμένους θησαυρούς. Πίστευε τις νεράιδες και το μάτιασμα. Μα τον τηλέγραφο και τον σιδηρόδρομο τα νόμιζε έργα του σατανά, που ήθελαν να χαλάσουν τον όμορφο κόσμο.

***

Σε λίγα χρόνια μάθαμε πως στρώθηκε ο σιδηρόδρομος τρυπήθηκε το βουνό και οι άνθρωποι ταξιδεύουν από την πρωτεύουσα στη Λάρισα. Ο νονός μου δεν ήθελε ούτε να βγει από τον κάμπο το μεγάλο. Κάθε χρόνο πήγαινε να εξομολογηθεί σ'ένα μοναστηράκι, που είναι στην πλάγια της Οίτης, αντίκρυ στον κάμπο της Λαμίας. Από τότε, που έμαθε πως ο σατανάς ετελείωσε το έργο του, άλλαξε δρόμο. Δεν ήθελε να δει το σιδηρόδρομο.

Μια χρονιά θέλησε να με πάρει και μένα στο μοναστήρι.

— Από κει που πους, του είπε ο πατέρας μου είναι πολύ μακριά. Να βγείτε στο σταθμό και να μπείτε στο σιδηρόδρομο . Βγαίνετε στο Λιανοκλάδι κι από κει είναι κοντά το μοναστήρι.

— Όλα κι όλα κουμπάρε, αυτό μόνο δεν γίνεται.

— Τότε, πηγαίνετε από το συντομότερο δρόμο. Αν τύχει να περνάει αμαξοστοιχία θα τη δείτε από ψηλά. Δεν πιστεύω να πας στην κόλαση που θα τη δεις!

— Ας είναι, παραδέχτηκε ο νονός. Ξέρω τι θα κάνω.

Έτσι ξεκινήσαμε. Πηγαίναμε πάντα στην πλάγια του βουνού κι ο νονός δεν ήθελε να κατεβούμε στον κάμπο, που όπως έλεγε ο κόσμος πηγαινοερχόταν ο σιδηρόδρομος. Άξαφνα βλέπουμε να προβάλει μέσ' απ' τη γη καπνός και σε λίγο ένα παράξενο πράμα να σέρνει κάτι κουτιά πίσω του. Φαινόταν σαν ένα μεγάλο φίδι και κατέβαινε με ορμή σαν κάμπο, να καταπιεί ότ,ι κι αν έβρισκε μπροστά του.

— Χριστός και Παναγιά, παιδί μου, φώναξε ο νονός μου. Να ο διάβολος! . . .

Τρέξε παιδί μου.

Κι όμως που να ανοιγοκλείσω τα μάτια μου βρέθηκε στην πίσω ράχη.

Εγώ κάθισα να δω τι θα γίνει. Σε λίγο άκουσα σρυριγματιές και είδα το παράξενο φίδι να σταματάει κοντά σ' ένα σπιτάκι.

Είδα να βγαίνουν άνθρωποι, να μπαίνουν άλλοι κι ύστερα, αφού έβγαλε κάμποσες τουλούπες καπνό και σφύριξε, πήρε πάλι τον κάμπο ως που χάθηκε. Ετρεξα για το νονό μου. Τον βρήκα να κάθεται κοντά σε μια βρυσούλα συλλογισμένος.

— Τι έγινες παιδί μου; Με ρώτησε.

Του είπα ο, τι είδα.

— Έμενα παιδί μου,, μου κόπηκαν τα πόδια, δεν μπορώ να προχωρήσω, είπε. Δεν είναι πράγματα αυτά. Πάει χάλασε ο κόσμος. Έλα να κατεβούμε στη Γραβιά. Θα μείνουμε σε κάποιον κουμπάρο μου. Αύριο βλέπουμε.

Το βράδυ, κάτι είπε μυστικά με τον κουμπάρο του.

— Λες, κουμπάρε, να αποφασιστώ; Το κρίμα στο λαιμό σου!

— Το παίρνω κουμπάρε, του είπε.

Ύστερα από το φαΐ μας έβαλε σε μια κάμαρα να κοιμηθούμε. Είχε περάσει πολλή ώρα κι ωστόσο δεν με έπαιρνε ο ύπνος, θέλεις από την ταραχή μου θέλεις που κοιμόμουν πρώτη φορά σε ξένο σπίτι.

Νόμιζα πως ο νονός μου κοιμόταν βαθιά. Άξαφνα άκουσα΄΄

— Κοιμήθηκες, παιδί μου;

— Όχι, νονέ, είπα; με περιέργεια.

— Εμένα δεν μ' αφήνει ήσυχο ο σατανάς.

— Τι έχεις νονέ;

—Δεν θα του περάσει. Όχι δεν θα του περάσει. Ξέρω εγώ τι θα κάνω.

— Σε πονεί τίποτε, νονέ;

—Σε καλό σου, με πονεί! . . Τι να με πονεί; Τι λες κι εσύ, δοκιμάζουμε τώρα που είμαστε κοντά;

Δεν κατάλαβα τι ήθελε να πει. Παραμιλά ο καημένος ο νονός μουσυλλογίστηκα.

— Και τι θα πάθουμε στο κάτω -κάτω της γραφής; εξακολούθησε. Αφού το κάνουν τόσοι άλλοι, γιατί όχι κι εμείς; Ε; και τι θα λένε στο χωριό μου άμα μάθουν πως ταξίδεψα με το σιδηρόδρομο;

Ξυπνήσαμε πρωί. Σε λίγο κινήσαμε.

— Συχώρα με, θεέ μου είπε ο νονός και βγήκαμε και πήραμε το δρόμο κατά το Μπράλο, που ήταν ο σταθμός. Όταν φτάσαμε, ο νονός έπιασε κουβέντα με το σταθμάρχη.

— Για να πάω στο μοναστήρι, που θα σταματήσουμε;

— Στο Λιανοκλάδι.

— Κοντά είναι, είπε ο νονός. Και δεν θα κοστίσει πολύ, ε; . . . Μια -δυο δεκάρες;

Ο σταθμάρχης γέλασε.

Βάλε ακόμα! είπε.

— 50 λεπτά;

— Ακόμα!

— Πάμε! . . . Πάμε! . . . μου λέει . Να πέσει κανένας σε αμαρτία και να πληρώσει πάνω από 50, είναι πολύ.

Σε λίγο πρόσθεσε΄΄

—Μη θα κουραστεί ο σιδηρόδρομος σας, που θα πάρει δυο ανθρώπους παραπάνω; Ίσα οι μεγάλοι, ίσα κι εμείς, φτωχοί άνθρωποι, να πληρώσουμε; Ωστόσο πλήρωσε και μας έδωσαν δυο χαρτάκια. Διάβασα΄΄Μπράλος-Λιανοκλάδιον

Άξαφνα ακούστηκε βουητό και σε λίγο, από τις δυο σιδερένιες σφαίρες που ήταν απάνω σ' ένα κοντάρι, σηκώθηκε η μια ψηλότερα από την άλλη σαν να τις σήκωνε κάποιο αόρατο χέρι. Σε λίγο ξεπρόβαλε και το τραίνο.

Πέταξε τον καπνό δυο-τρεις φορές η μηχανή και άρχισε να σφυρίζει δαιμονισμένα. Ο νονός έκανε να τρέξει, μα σταμάτησε σαστισμένος. Κι εγώ τι ίδιο. Η μηχανή βούιζε, κυλούσε στις ρόδες της, ξανασφύριξε και σταμάτησε, Εμείς τα είχαμε χάσει. Αν δεν μας έσπρωχνε ο υπάλληλος σ' ένα βαγόνι, ποιος ξέρει πόσον καιρό θα καθόμασταν έτσι. Δεν είχαμε ακόμα καταλάβει πως είμαστε μέσα στη κοιλιά του θηρίου, όταν άρχισε να κτυπά ένα μικρό καμπανάκι.

Καθησαμε στο βαγονι και καναμε να κοιταξουμε εξω. Παλι σφυριξε η μηχανη, ετριξε το βαγονι, χτυπησε αποτομα και. . ο καμπος αρχισε να κουνιεται ολογυρα και να φευγει προς τα πισω. . .

Δεν περασε ωρα και βρεθηκαμε στο σκοταδι. Μια λαμπιτσα αναψε ψηλα και φωτισε με θλιμμενο φως το βαγονι. Εξω ομως σκοταδι πυκνο.

— Νυχτωσε κιολας, ειπε ο νονος μου με καποιο φοβο. Τωρα δα ειχαμε μεσημερι.

Μπηκαμε στη σηραγγα του Μπραλου, ειπε καποιος απο τους επιβατες.

— Περνουμε μεσ'απ'το βουνο, την Καταβοθρα . ειπα εγω.

— Ωχ, ο μαυρος, αναστεναξε ο γερος. Στην κοιλια της Καταβοθρας βρεθηκα. Αμ,

δεν εμπαινα καλυτερα στην κολαση!

Σηκωθηκε και προβαλε στο παραθυρο, μα γυρισε πισω τρομαγμενος. Κοιταξε δωθε, κειθε σαν το αγριμι που το ζωνουν τα σκυλια και ζητα μερος να ξεφυγει. Η αμξοστοιχια ετρχε, λες και βιαζοταν να γλυτωσει κι εκεινη απο το φοβερο σκοταδι. Το βαγονι εγερνε ποτε δεξια ποτε αριστερα. Τα γυαλια ετριζαν. Τα σιδερα βροντουσαν κι οι επιβατες εγερναν ο ενας πανω στον αλλο με γελια. Μα ο νονος μου αξιολυπητος.

— Παναγια βοηθα! Παναγια βοηθα! ελεγε καθε τοσο κανοντας το σταυρο του.

Κι εκει, που προσπαθουσε να καλοκαθησει, επεφτε ποτε στον ενα ποτε στον αλλο επιβατη. Κι εκεινοι γελωντας τον επαιζαν σαν τοπι.

— Βουλιαζουμε, λεω! Φωναξε μια στιγμη, που η αμαξοστοιχια κατηφορηζε και το βαγονι φαινοταν πως γλιστρουσε κατω απο τα ποδια μας.

Θελησε να πιαστει απο πανω μου, μα σ'ενα τρανταγμα του βαγονιου κυλησαμε κι οι δυο κατω. Εβαλαν οι επιβατες τα γελια. Ο νονος ντραπηκε. Πιαστηκε απο το καθισμα σηκωθηκε οπως -οπως και μαζευτηκε σαν κουβαρι στη γωνια. Με το ενα χερι κρατηθηκε σφιχτα απο τα σανιδια και με το αλλο σκεπασε τα ματια του και δεν εβγαλε μιλια, οσο που βγηκαμε απο τη σηραγγα.

— Ξυπνα γερο! Ξυπνα και ξημερωσε! του φωναζαν οι επιβατες.

Καθως ενιωσε το φως, εβγαλε το χερι του δειλα πλησιασε στο παραθυρο και κοιταξε εξω. Περνουσαμε μια μεγαλη σιδερενια γεφυρα, που κρεμοταν στην αβυσσο. Η Οιτη κατεβαινε κοφτη στην κοιλαδα του Σπερχειου.

— Μυστηρια πραγματα! Τωρα γινηκαμε γερακια και πετουμε στον αερα!

Εγω δεν ηξερα τι να πρωτοκοιταξω. Τον καμπο με τα χωρια και την πρασιναδα του η το Σπερχειο που τον εσκιζε στη μεση σαν πλατυς ασημοστρωτος δρομος, ως τη θαλασσα!

Και ολα χορευαν γυρω μας΄΄δενδρα, τοιχοι, στυλοι του τηλεγραφου, βραχοι στριφογυριζαν κι εφευγαν πισω, σα να τρομαζαν κι εκεινα το θηριο που περνουσε αναμεσα τους.

Τελος η αμαξοστοιχια κατεληξε στον καμπο, περασε απανω απο μια πολυτοξη γεφυρα του ποταμου και σταματησε στο Λιανοκλαδι.

— Μπα! σε σαμαρωσαν και σενα οι φραγκοι! ακουσα το νονο μου να ψιθυριζει με θλιψη, κοιταζοντας τη γεφυρα του Σπερχειου.

Οταν φτασαμε στο Λιανοκλαδι, ο νονος δεν ηθελε να βγει.

— Τι πειραζει! μου ειπε. εμεις πληρωσαμε, που πληρωσαμε. Ας παμε λιγο παραπερα.

Ο υπαλληλος ομως μας κατεβασε.

—Ως εδω, ειπε ειναι τα εισιτηρια σας.

Ο νονος κατεβηκε δυσαρεστημενος.

—Καταντροπιστηκα σημερα μου ειπε. Κοιτα καλα μην πεις τιποτα στο χωριο και με γελασουν.

Αφου εφυγε το τραινο για τη Λαρισα, ετοιμαστηκε αλλο για τη Λαμια.

Ο νονος μου ειπε΄΄

—Εδωσα τοσα λεφτα. Ελα να μπουμε να παμε στη Λαμια.

Μπηκαμε. Οταν ηρθε ο υπαλληλος και μας ζητησε τα εισιτηρια, ο νονος ειπε πως τα πηρε ο αλλος. Ο υπαλληλος δεν μπορουσε να καταλαβει. Με ρωτησε που μπηκαμε. Εγω τα ειπα ολα.

—Εδω θα πληρωσετε αλλα εισιτηρια, ειπε ο υπαλληλος.

—Δεν εχω να πληρωσω! λεει ο νονος.

— Τωρα που φτασαμε θα δεις πως θα πληρωσεις.

Φτασαμε στη Λαμια και ο υπαλληλος μας οδηγησε στο σταθμαρχη. Ο νονος καθως ειδε τα χρυσα γαλονια του τρομαξε.

— Δεν εχω κυριε αξιωματικε, ειπε. Τι να σου κανω; Αφησε και σου τα στελνω.

— Για να δω, ειπε ο σταθμαρχης κι αρχισε να τον ψαχνει.

Στο σελαχι του δεν βρηκε αλλο απο το σουγια και ενα καθρεφτακι. Στα ταγαρια μας, το ψωμι μας και λιγες ελιες. Μας αφησε.

Οταν βγηκαμε εξω, ο νονος κοιταξε στο καθρεφτακι, εστριψε το μουστακι του και ειπε.

— Ξερετε κι εσεις, μα κι εγω δεν ξερω λιγοτερα! μου εδειξε το κομποδεμα, που ειχε κρυμενο κατω απο τη φουστανελα του. Για μια δρασκελια τοπο δεν σας πληρωσα και λιγα προσθεσε ικανοποιημενος.

— Δεν ηταν σωστο, ειπα ντροπιασμενος. Αυτο ειναι κλεψια, νονε.

Οταν γυρισαμε πεζοι, καθε αλλο παρα μια δρασκελια τοπος ηταν. Φτασαμε νυχτα, κατακουρασμενοι.

— Κι εγω τοσα χρονια ελεγα ανοησιες, ψιθυρισε. Στο πανηγυρι θα πουλησω τ'αρνια και θα εχω χρηματα. Σου το ταζω απο τωρα, βαφτιστικε. Με το σιδηροδρομο θα ερθουμε στο πανηγυρι και με το σιδηροδρομο θα φυγουμε. —