Τα ψηλά βουνά/Το λουτρό

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τὰ ψηλὰ βουνὰ
α' έκδοση, 1918
Συγγραφέας: Ζαχαρίας Παπαντωνίου
Τὸ λουτρὸ


44. Τὸ λουτρό.

Ἀπ’ ὅλα τὰ παιδιὰ ὁ Πάνος χαίρεται περισσότερο τὸ νερό. Αὐτὸς κάθεται στὴ βρύση ἀπὸ κάτω μὲ τὸ κορμὶ γδυτὸ καὶ λούζεται. Ἂν βρῆ καμιὰ στέρνα στὸ δρόμο, μπορεῖ νὰ γδυθῆ καὶ νὰ βουτήξη.

Ὁ κὺρ Στέφανος τὸν ἔβγαλε Κοτσυφοπάνο.

Ὁ κότσυφας δὲν εἶναι τὸ πουλὶ ποὺ τρελαίνεται γιὰ τὸ νερό; Ὅταν ἀκούση νερὸ νὰ τρέχη, κελαηδεῖ μέσα στὸ κλουβί. Κι ὁ Πάνος ἂν ἀκούση νερό, πηδᾶ καὶ χαίρεται.

Μόλις ἄκουσε πὼς θὰ πᾶνε στὸ μύλο ν’ ἀλέσουν, τί χαρὲς ἔκαμε!

«Ἐγώ, εἶπε, δηλώνω γιὰ μυλωνάςˑ ἐγώ!»

Συλλογίζεται ἀπὸ τώρα νὰ καθίση γδυτὸς στὴ βροχὴ τοῦ μύλου, ἐκεῖ ποὺ τινάζονται οἱ στάλες. Ἄλλη μιὰ φορὰ τὸ ἔχει κάμει, καὶ δὲ λησμονεῖ αὐτὴ τὴ δροσιά.


Τὸ ψωμὶ τῶν παιδιῶν τὸ ἑτοίμαζαν μὲ πληρωμὴ οἱ γυναῖκες τῶν λοτόμων. Τὸ σιτάρι ὅμως τὸ πήγαιναν μόνα τους γιὰ νὰ τὸ ἀλέσουν στὸ μύλο.

Ἔστειλαν καὶ πῆραν ἀπὸ τοὺς λοτόμους τὸ μουλάρι. Τὸ πρωὶ ξεκίνησε ὁ Πάνος, ὁ Καλογιάννης, ὁ Μαθιός, ὁ Κωστάκης κι ὁ Φάνης. Πέντε μυλωνάδες.

Ὅσο γιὰ τὸ δρόμο εἶχαν ρωτήσει ἀπὸ χτὲς καὶ ξέρουν ποῦ εἶναι· πῆραν τὰ σημάδια καλά. Ἔπειτα δὲν μπορεῖ νὰ γελαστοῦν, ἀφοῦ ἔχουν μαζί τους ἕνα πολύτιμο ὁδηγό, τὸ μουλάρι.

Αὐτὸ πηγαίνει μόνο του στὸ μύλο. Καταλαβαίνει σὰν ἄνθρωπος. Ξέρει τώρα γιὰ ποῦ κίνησαν τὰ παιδιά. Εἶναι τὸ ζῶο ποὺ πατᾶ στερεὰ στοὺς γκρεμούς. Βλέπει τὴ νύχτα, καὶ θυμᾶται ὅλους τοὺς δρόμους ποὺ πέρασε στὸ σκοτάδι.

Τί ὡραῖα ποὺ ἀντιλαλεῖ τὸ κυπρί του στὰ φαράγγια!


Εἶχαν ταξιδέψει κάπου μιὰ ὥρα.

«Ἀκοῦτε, παιδιά;» εἶπε ὁ Κωστάκης καὶ στάθηκε. Στάθηκαν κι οἱ ἄλλοι καὶ ἄκουαν. Ἐρχόταν μιὰ βοή.

«Νερό!» εἶπαν τὰ παιδιά.

Ὁ Κωστάκης στάθηκε πάλι, ἔβαλε τὸ αὐτί του, καὶ καθὼς ἄκουσε πολὺ νερὸ φώναξε χαρούμενος:

«Ἡ Ρούμελη!»

Σὰ ν’ ἀκούστηκε τ’ ὄνομα καλοῦ φίλου ποὺ ἔρχεται, ἔτρεχαν τὸν κατήφορο γιὰ νὰ τὴ δοῦν μιὰ ὥρα πρωτύτερα.

Ἦταν ἡ Ρούμελη. Περήφανη κατέβαινε καὶ βροντοῦσε τὰ νερά της.
Τὰ πλατάνια στὴ μιά της καὶ στὴν ἄλλη ὄχθη χαίρονταν τὸ νερό. Ἄλλα δέντρα ἔσκυβαν ἀπὸ τὶς πλαγιὲς νὰ πιοῦν.

Τὸ ρέμα ἐκεῖ κοντὰ πλάταινε καὶ σχημάτιζε μιὰ δεξαμενή, ποὺ ἔβλεπες καὶ τὸ τελευταῖο λιθαράκι μέσα.

Ἀλλοῦ εἶχε σκαλοπάτια ἀπὸ γυαλιστερὰ λιθάρια. Τὸ νερὸ κατέβαινε τὰ σκαλοπάτια καὶ σχημάτιζε ἄσπρους καταρράχτες.


Ὥσπου νὰ καλοκοιτάξουν τὰ παιδιά, εἶδαν τὸν Πάνο γδυτὸ νὰ μπαίνη στὸ νερό.

«Μή, μή!» τοῦ φώναξανˑ «θὰ κρυώσης. Ἔβγα ἔξω!».

Ὁ Πάνος ἔμπαινε πάρα μέσα. Χτυποῦσε τὰ χέρια του στὸ νερό, ἔλουζε τὸ κορμί του, βουτοῦσε καὶ τὸ πρόσωπό του. Γελοῦσε καὶ τίναζε στάλες στὸν ἀέρα.

«Φοβάστε! Οὔ, φοβάστε!» φώναζε, καὶ τοὺς πετοῦσε νερό.


Ὁ Κωστάκης ἄρχισε νὰ βγάζη τὰ ροῦχα του. Στάθηκε γυμνὸς στὴν ὄχθη.

«Θὰ πέσης, Κωστάκη; Πέσε! Ἐμπρός, θάρρος! Ἂμ δὲ θὰ πέσης!» τοῦ φώναξαν.

Ὁ Κωστάκης ἔβαλε τὸ πόδι του στὸ νερό, μὰ σταμάτησε φοβισμένος· τὸ βρῆκε κρύο. Θέλησε νὰ φύγη, μὰ ὁ Πάνος ἁρπάζοντάς τον ἀπὸ τὸ χέρι τὸν τράβηξε μέσα καὶ τὸν ἐβούτηξε ὅλον.

Ὁ Κωστάκης μὲ τὴν πρώτη βουτιὰ ξαφνίστηκε. Τοῦ φάνηκε πὼς πούντιασε καὶ χάθηκε! Ἀμέσως ὅμως κατάλαβε πὼς τὸν κρύωνε ὁ φόβος του, ὄχι τὸ νερό. Στὴν ἀρχὴ ἔνιωσε ψύχρα, τώρα αἰσθάνεται δροσιὰ καὶ εὐτυχία. Πετοῦσε νερὸ στοὺς ἄλλους.


«Ὁρίστε, τώρα μᾶς πετᾶ νερὸ κι ὁ Κωστάκης!» συλλογίστηκαν οἱ ἄλλοι τρεῖς.

Γδύθηκαν κι αὐτοὶ κι έπεσαν μέσα.

Τὸ φαράγγι ἀντιλαλοῦσε τὰ γέλια τους καὶ τὶς φωνές. Δυὸ κοτσύφια ποὺ εἶχαν τρομάξει στὴν ἀρχή, ξαναῆρθαν ἐκεῖ κοντὰ καὶ βρέχονταν. Τὰ πλατάνια ἔπλεκαν τοὺς κλώνους των ἀπὸ πάνω κι ἔκαναν πράσινα τόξα. Τὸ νερὸ ἦταν καθαρὸ σὰ διαμάντι· ἔβγαινε ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ βουνοῦ.

Ρούμελη, κρύα Ρούμελη!


«Καὶ τώρα πῶς θὰ στεγνώσωμε;» ρωτᾶ ὁ Κωστάκης, ἅμα βγῆκαν ἀπὸ τὸ νερό.

Σεντόνι βέβαια δὲν εἶχαν μαζί τους. Πῆγαν λοιπὸν σὲ κεῖνον ποὺ στεγνώνει καὶ ζεσταίνει τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς γυμνούς, στὸν ἥλιο.

Μὰ ἐνῶ ἔμεναν στὸν ἥλιο, σφούγγιζαν τὸ δέρμα τους δυνατὰ μὲ φύλλα ἀπὸ πλατάνι, ἀπὸ βαλανιδιὰ κι ἀπὸ σκῖνο. Ἔτσι στέγνωσαν καὶ ντύθηκαν.

Ὁ νοῦς τους δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὸ λουτρό· δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ ξεχάσουν. Ἀλάφρωσανˑ τοὺς φαινόταν σὰ νὰ ἔγιναν κι αὐτὰ φύλλο, νερό, ἀέρας.

Τί καλὰ ἔκαμαν νὰ τολμήσουν! Μὰ σὲ ποιὸν τὸ χρωστοῦν; Στὸν Κοτσυφοπάνο.

«Ἐλᾶτε» εἶπαν, «ἐλᾶτε νὰ τὸν σηκώσωμε».

Τὸν ἐσήκωσαν ψηλὰ καὶ τοῦ φώναξαν: «ζήτω!»

Τὸ κυπρὶ τοῦ μουλαριοῦ ποὺ ἀκούστηκε πάρα πέρα, τοὺς θύμισε πὼς εἶναι ὥρα γιὰ τὸ μύλο.