Τα ψηλά βουνά/Συγκοινωνία με κατοικημένους τόπους

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τὰ ψηλὰ βουνὰ
α' έκδοση, 1918
Συγγραφέας: Ζαχαρίας Παπαντωνίου
Συγκοινωνία μὲ κατοικημένους τόπους


18. Συγκοινωνία μὲ κατοικημένους τόπους.

Καὶ τώρα ἔπρεπε νὰ γίνουν οἱ συγκοινωνίες μὲ τοὺς κατοικημένους τόπους γύρω.

Καθὼς ἕνας ἄνθρωπος εἶναι ἀδύνατο νὰ ζήση μοναχός, ἔτσι κι ἡ κοινότητα δὲν μπορεῖ νὰ ζήση μόνη της. Χρειάζεται μιὰ ἄλλη, γιὰ νὰ πουλῆ σ’ αὐτὴν ἢ ν’ ἀγοράζη ἀπ’ αὐτή.

Νὰ πουλήση ἡ δική μας δὲν ἔχει, γιατὶ δὲ βγάζει τίποτα.

Πρέπει ὅμως ν’ ἀγοράζη, γιατὶ τῆς λείπουν τρόφιμα.


Σήμερα σηκώθηκαν δέκα παιδιὰ νὰ πᾶνε στὸ Μικρὸ χωριὸ ν’ ἀγοράσουν κότες, αὐγὰ καὶ κρεμμύδια. Ἀφοῦ ρώτησαν πρῶτα ποῦ πέφτει, μὴν τύχη καὶ πάρουν ἄλλο δρόμο, ξεκίνησαν.

Σὲ μισὴ ὥρα βρῆκαν μιὰ χωριάτισσα φορτωμένη ξύλα.

«Ποῦ πέφτει, κυρά, τὸ Μικρὸ χωριό;»

—«Ἀπὸ δῶ τραβᾶτε, ὅλο ἴσα».

—«Κι ὕστερα;»

—«Ὕστερα θὰ βγῆτε στὴν ξέρα, καὶ θὰ βρῆτε τὸ δρόμο ποὺ πάει τὸν κατήφορο· ἀπὸ κεῖ πάρα κάτω, ποὺ χωρίζει ὁ δρόμος, θὰ πᾶτε δεξιά».

Τοῦτος εἶναι ὁ πρῶτος μακρὺς δρόμος ποὺ θὰ κάμουν. Τ’ αὐτιά τους τὰ εἶχαν τέσσερα. Ἔτσι τοὺς εἶπε ὁ Ἀντρέας: «Ἕνας λόγος «ἴσια» ἢ «δεξιὰ» ἔχει μεγάλη σημασία γιὰ τὸν ὀδοιπόρο. Τὸ μάτι του πρέπει νὰ σημαδεύη καλὰ τοὺς τόπους ποὺ περνᾶ, γιὰ νὰ μὴ χαθῆ».


Τὰ δέκα παιδιὰ βρῆκαν ὅ τι τοὺς εἶπε ἡ χωριάτισσα.
Ἀκολούθησαν τὸν κατηφοριαστὸ δρόμο, βρῆκαν τὸ χώρισμα, πῆραν τὸ δεξὶ μέρος. Ὁ δρόμος ἦταν πολὺ ἀνάποδος.

Περπάτησαν μιὰ ὥρα, καὶ τέλος φάνηκε τὸ χωριό, ἐκεῖ ποὺ τελειώνουν οἱ δυὸ γκρεμοὶ καὶ σχηματίζεται κάποιο ρέμα. Ἦταν σπίτια μαζεμένα σὰν ἥσυχα πρόβατα κάτω απὸ φουντωτὰ πλατάνια καὶ καρυδιές.


Μισὴ ὥρα πρὶν φτάσουν ἄκουσαν φιλονικία. Εἶδαν ἕνα γέρο κι ἕναν ἄλλο χωριανὸ νὰ φιλονικοῦν γιὰ τὸ δρόμο ποὺ ἦταν χαλασμένος.

«Εἶναι ἢ δὲν εἶναι δρόμος τῆς κοινότητας;» ἔλεγε ὁ γέρος.

—«Εἶναι».

—«Ἀφοῦ τὸν ἔχω δρόμο κι ἐγὼ και σὺ, ἀφοῦ εἶναι καὶ γιὰ τὸ δικό σου καὶ γιὰ τὸ δικό μου ζῶο καὶ πάει στὰ χωράφια ὅλων μας, δὲν πρέπει λοιπὸν ἐμεῖς νὰ τὸν διορθώσωμε στὸ χαλασμένο μέρος;»

—«Νὰ τὸν φτιάσουν οἱ ἀπάνω χωριανοί. Τί μοῦ κάθονται;»

—«Ἐκεῖνοι δούλεψαν προχτὲς στὴ βρύση καὶ θὰ κάμουν ἄλλες κοινοτικὲς δουλειὲς μεθαύριο. Σήμερα ἐμεῖς, αὔριο κεῖνοι, γιατί νὰ μαλώνωμε;»

—«Ὄχι, θάρθουν αὐτοὶ νὰ δουλέψουν».

—«Εἶσαι ζαβός, Παναγή» φώναξε ὁ γέρος. «Νά, ἐσὺ δὲν ἀφήνεις τὸ χωριὸ σὲ ὁμόνοια».

Καὶ τράβηξε τὸν κατήφορο θυμωμένος.

Ὁ γέρος αὐτὸς θὰ ἦταν φαίνεται ὁ προεστὸς τοῦ χωριοῦ.