Τα ψηλά βουνά/Για τον ήλιο που βασιλεύει

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τὰ ψηλὰ βουνὰ
α' έκδοση, 1918
Συγγραφέας: Ζαχαρίας Παπαντωνίου
Γιὰ τὸν ἥλιο ποὺ βασιλεύει


47. Γιὰ τὸν ἥλιο ποὺ βασιλεύει.

Ὁ Φάνης εἶχε σταθῆ λίγο παρακάτω ἀπὸ τὸν ἔλατο· ἤθελε νὰ κόψη μιὰ βέργα.

Ἀπὸ κεῖ ποὺ στάθηκε, κοίταξε μακριὰ ὅπως πάντα. Εἶδε τὶς κρεμαστὲς κατηφοριές, τὶς φυτεμένες ἀπὸ πεῦκα καὶ ἴσια ἔλατα, καὶ τότε τὸν ἔπιασε μιὰ ἐπιθυμία νὰ πάη κάπου ἀλλοῦ· νὰ δῆ νέους τόπους μακρινοὺς ἀπὸ ψηλά.

Μέρες τώρα συλλογίζεται ν’ ἀνεβῆ σ’ ἕνα πολὺ ψηλὸν τόπο καὶ ν’ ἀγναντέψη τὸν ἥλιο ποὺ θὰ βυθίζεται στὴ θάλασσα.

«Τί νὰ φαίνεται ἀπὸ κεῖνο τὸν ὄρθιο βράχο ἐκεῖ πέρα; Ἴσως κάποιο πέλαγος, λέει μὲ τὸ νοῦ του.... ἴσως πολιτεῖες, χωριὰ μὲ τὰ καμπαναριά τους.... Τί παράξενος βράχος! Πῶς στέκει! Ἀνέβηκε κανένας ἄλλος ἐκεῖ;»

Θ’ ἀνεβῆ ὁ Φάνης.


Τὴν ὥρα ποὺ τὸν ἐζητοῦσαν οἱ ἄλλοι, αὐτὸς ἦταν μακριά. Πήγαινε, ὅλο πήγαινε.

Ἄν τὸν ἔβλεπε κανένας, θὰ ρωτοῦσε: «Ποῦ πάει αὐτὸ τὸ παιδὶ μοναχό του;»

Ὁ Φάνης δὲν κοίταζε στὸ δρόμο τίποτα. Οὔτε τὰ δέντρα πρόσεχε, οὔτε τὶς γουστέρες ποὺ τρύπωναν στὰ χαμόκλαδα, πράσινες σὰ φρεσκοβαμμένες.

Ἕνας κότσυφας κατάμαυρος ἦρθε μὲ τὴν κίτρινη μύτη του καὶ στάθηκε μπρός του σ’ ἕνα κλαδί. Ἄλλη φορὰ τί χαρὲς θὰ ἔκανε γι’ αὐτὸν ὁ Φάνης! Πῶς θὰ ἤθελε νὰ τὸν εἶχε στὸ κλουβί! Τώρα μόλις τὸν κοίταζε.

«Θ’ ἀνεβῶ, συλλογιζόταν, στὴν κορφή. Θὰ δῶ τὸν ἥλιο ποὺ θὰ βασιλεύη. Θὰ εἶναι πολὺ μεγάλος.... Θάναι σύννεφα γύρω χρυσὰ καὶ κόκκινα. Θὰ φαίνωνται καὶ τὰ μακριὰ βουνά· θὰ φαίνεται καὶ ἡ θάλασσα... καὶ κανένα καράβι».


Ἐνῶ τὰ συλλογιζόταν αὐτά, ἔχασε τὸ δρόμο. Ἔπαθε ὅ τι καὶ τὴν ἄλλη φορά, ποὺ πήγαινε στοὺς βλάχους.

Τὸ μονοπάτι ποὺ πῆρε εἶχε σβήσει· δὲ φαινόταν πιά. Κοπάδι ἀπὸ γίδια θὰ τὸ εἶχε κάμει.

Δοκίμασε νὰ τὸ βρῆ δεξιὰ καὶ ἀριστερά, μὰ μονάχα τόπο ἔβλεπε, ὄχι δρόμο.

Νὰ πάη ἐμπρός; Θὰ παραστρατοῦσε περισσότερο. Κοίταξε μὲ προσοχὴ νὰ βρῆ δρόμο ἀπὸ κάπου ἀλλοῦ. Κι ἀφοῦ δὲν ἔβρισκε, τράβηξε μὲ ἀπόφαση κατὰ τὸν κατήφορο γιὰ νὰ φτάση ὅπου θὰ τελείωνε αὐτός.

«Ὁ κατήφορος, συλλογίστηκε, πάντα θὰ μὲ φέρη στὴ ρίζα τοῦ βράχου».

Ἀλήθεια, κατέβηκε σὲ μιὰ λαγκαδιά. Ἀπὸ κεῖ πιὰ βρέθηκε στὴν ἀπέναντι πλαγιά, ποὺ κρατοῦσε ἀπάνω της τὸν ὀρθὸ βράχο. «Τώρα, συλλογίστηκε, δὲν ἔχει ἄλλα ἐμπόδια· θ’ ἀνεβῶ ἀπὸ δῶ».

Ἀλλιῶς ὅμως τὰ λογάριαζε ἀπὸ μακριὰ κι ἀλλιῶς ἦταν.

Βρισκόταν βέβαια στὴ ρίζα τοῦ βράχου καὶ μποροῦσε ν’ ἀνεβῆ καὶ ὡς τὴ μέση. Μὰ ἀπὸ κεῖ κι ἀπάνω; Πέτρες μεγάλες, ὀρθές, σὰν ἕτοιμες νὰ πέσουν, ἔζωναν τὸ βράχο. Ἔπρεπε ὁ Φάνης ν’ ἀνεβῆ πολλές ἀπ’ αὐτές. Μὰ κι ἂν μποροῦσε νὰ σκαρφαλώση τέτοια θεόρατα κοτρόνια, πότε θὰ ἔφτανε ἐκεῖ ψηλά; Καὶ πότε θὰ κατέβαινε;

Πρώτη φορὰ ἄρχισε νὰ λογαριάζη πόσο μακριὰ ἦρθε καὶ πόση ὥρα πέρασε.


Ἀπάνω στὰ ἔλατα ἔπεφτε κόκκινο φῶς ἀπὸ τὸν ἥλιο, ἀπόδειξη πὼς ἦταν ἀργὰ καὶ πρέπει νὰ γυρίση πίσω. Νὰ πάη πάλι στὸν ἔλατο; Χρειάζεται νὰ ξαναπεράση ὅλο τὸ δρόμο ποὺ εἶχε κάμει· ν’ ἀνεβῆ ὅσον κατήφορο κατέβηκε, καὶ νὰ κατεβῆ ὅσον ἀνήφορο ἀνέβηκε.

Τὰ παιδιὰ ὅμως θὰ ἔχουν φύγει τώρα καὶ θὰ τὸν ζητοῦν παντοῦ. Μήπως ἔρχονται πρὸς τὰ ἐδῶ;

Ἔβγαλε μιὰ φωνὴ ὁ Φάνης.

Δὲν ἄκουσε τίποτα. «Θὰ γύρισαν, φαίνεται, στὸ μύλο» εἶπε μέσα του καὶ ξαναφώναξε:

«Κωστάκη, Μαθιέεεε..., παιδιάααα».

Ἔβαλε τὸ αὐτί του, καὶ ἀφουγκράστηκε σ’ ὅλη τὴν ἐρημιά.

Μέσα στὴ σιωπὴ ἄκουσε μιὰ βοὴ μακρινή, ἕνα φύσημα, σὰν ἀπὸ ἀέρα, σὰν ἀπὸ νερό. Αὐτὴ ἡ βοὴ ἐρχόταν ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τοῦ βράχου κι ἀπὸ χαμηλά.

Ὁ Φάνης πῆγε ἀπὸ κεῖ καὶ κοίταξε. Εἶδε ἀριστερά του μιὰ ἀπότομη καὶ βαθιὰ κλεισούρα. Καὶ κάτω στὸ βάθος εἶδε νὰ σχηματίζεται μιὰ ρεματιά.

Εἶδε ἀκόμη νὰ πετιέται ἀπὸ τὴ σκισμάδα ἑνὸς γκρεμοῦ καὶ νὰ χύνεται στὴ ρεματιὰ ἄφθονο νερό, χοντρὸ σὰν τὴ ρίζα ἑνὸς δέντρου. Ἔπεφτε ἀπὸ μιὰ ὀργιὰ ψηλὰ ὅλο μαζὶ μὲ ὁρμή, κι ἔκανε πολλὴ βοή.

Πράσινα δέντρα πολλὰ καὶ φουντωμένα ἔκρυβαν τὴ ρεματιά. Καὶ πίσω ἀπὸ τὰ δέντρα ξεχώρισε ὁ Φάνης ἄσπρα σπίτια.

Ἄ, τί χαρά! Νὰ λοιπόν, θὰ ἰδῆ ἀνθρώπους.


Ξεκινᾶ χωρὶς νὰ χάνει καιρό.

Πηγαίνει ἀπὸ μονοπάτια, τὰ χάνει, βρίσκει άλλα· κατεβαίνει μὲ πηδήματα, κινδυνεύει κάποτε νὰ γκρεμιστῆ, μὰ ἡ χαρὰ τὸν κάνει ν’ ἀλαφροπατᾶ σὰν τὸ κατσίκι.

Ἔφτασε στὰ πλατάνια καὶ στὸ νερό. Ἐρημιὰ ἦταν καὶ ἐδῶ!

Ἀπὸ τὴ λαχτάρα του νὰ δῆ ἀνθρώπους εἶχε πάρει γιὰ σπίτια τὶς ἄσπρες μεγάλες πέτρες, ποὺ ἔστεκαν στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς ρεματιᾶς.

Ὄχι, ἐδῶ δὲν ἦταν οὔτε ψυχή. Τί νὰ κάμουν ἄνθρωποι στὸ ἄγριο τοῦτο μέρος;

Πῶς ἀντιλαλεῖ τὸ νερὸ στὴν κλεισούρα!

Τώρα; Ἐδῶ θὰ περάση τὴ νύχτα; ἢ θὰ πάη νὰ ζητήση ἀνθρώπους; μὰ εἶναι πολὺ κουρασμένος. Στάθηκε γιὰ νὰ χαρῆ ἀκόμη τὸ λίγο φῶς τῆς ἡμέρας ποὺ ἔσβηνε. Σὲ λίγο θὰ εἶναι ὅλα σκοτεινά.