Σύνταγμα της Ανδόρρας

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σύνταγμα της Ανδόρρας (1993)
Λαός της Ανδόρρας
Υιοθετήθηκε στις 28 Απριλίου 1993


Πίνακας περιεχομένων 
Άρθρα:
Μέρος Ι - Κυριαρχία της Ανδόρρας
Μέρος ΙΙ - Δικαιώματα και ελευθερίες
Μέρος ΙΙΙ - Οι Συμπρίγκιπες
Μέρος IV: Το Γενικό Συμβούλιο
Μέρος V - Η Κυβέρνηση
Μέρος VI - Εδαφική δομή
Μέρος VII - Δικαιοσύνη
Μέρος VIII - Το Συνταγματικό Δικαστήριο
Μέρος IX - Συνταγματική αναθεώρηση

Προοίμιο[Επεξεργασία]

Ο Λαός της Ανδόρρας, με πλήρη ελευθερία και ανεξαρτησία, και κατά την άσκηση της κυριαρχίας του,

Έχοντας επίγνωση της ανάγκης προσαρμογής της θεσμικής δομής της Ανδόρρας στις νέες συνθήκες που προκαλούνται από την εξέλιξη του γεωγραφικού, ιστορικού και κοινωνικοπολιτιστικού περιβάλλοντος στο οποίο βρίσκεται, καθώς και από την ανάγκη ρύθμισης των σχέσεων των θεσμών που χρονολογούνται από την περίοδο των Pareatges[1], που πρέπει να υπάρχουν στο νέο αυτό νομικό πλαίσιο,

Έχοντας αποφασίσει ότι πρέπει να προικιστούν όλοι οι μηχανισμοί που οδηγούν στη νομική ασφάλεια κατά την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου, τα οποία, μολονότι είναι πάντα παρόντα και σεβαστά στη φύση της κοινωνίας της Ανδόρρας, δεν έχουν λάβει την προστασία οποιουδήποτε είδους γενικού νόμου,

Πρόθυμος να χρησιμοποιήσει κάθε προσπάθεια για την προώθηση αξιών όπως η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η δημοκρατία και η κοινωνική πρόοδος και να διατηρήσει και να ενισχύσει τις αρμονικές σχέσεις της Ανδόρρας με τον υπόλοιπο κόσμο και ιδίως με τις γειτονικές χώρες, με βάση τον αμοιβαίο σεβασμό, τη συνύπαρξη και την ειρήνη,

Θέλοντας να φέρει τη συνεργασία και την προσπάθειά του σε όλους τους κοινούς σκοπούς της ανθρωπότητας και ειδικά σε εκείνους της διατήρησης της ακεραιότητας της Γης και της εξασφάλισης ενός περιβάλλοντος κατάλληλου για ζωή για τις επόμενες γενιές,

Ευελπιστώντας πως, το σύνθημα "virtus, unita, fortior" (στην ενότητα η αρετή αποκτά μεγαλύτερη δύναμη), το οποίο ηγήθηκε του ειρηνικού ταξιδιού της Ανδόρρας για περισσότερα από τα 700 χρόνια ιστορίας της, μπορεί να εξακολουθήσει να είναι μια απολύτως έγκυρη αρχή και μπορεί πάντα να καθοδηγεί τη συμπεριφορά των κατοίκων της Ανδόρρας,

Εγκρίνει το παρόν Σύνταγμα, κατά την άσκηση της κυριαρχίας του.

Μέρος Ι - Κυριαρχία της Ανδόρρας[Επεξεργασία]

Άρθρο 1

  1. Η Ανδόρρα είναι ένα δημοκρατικό και κοινωνικά ανεξάρτητο κράτος που τηρεί το κράτος δικαίου. Το επίσημο όνομά του είναι Πριγκιπάτο της Ανδόρρας (Principat d'Andorra).
  2. Το Σύνταγμα διακηρύσσει ότι οι ενέργειες του κράτους της Ανδόρρας εμπνέονται από τις αρχές του σεβασμού και της προαγωγής της ελευθερίας, της ισότητας, της δικαιοσύνης, της ανεκτικότητας, της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας του ατόμου.
  3. Η κυριαρχία ανήκει στον λαό της Ανδόρρας, ο οποίος την ασκεί μέσω των διαφόρων μέσων συμμετοχής και των θεσμών που ορίζονται στο παρόν Σύνταγμα.
  4. Το πολιτικό σύστημα της Ανδόρρας είναι κοινοβουλευτικό Συμπριγκιπάτο (Coprincipat).
  5. Η Ανδόρα αποτελείται από τις Parròquies[2] των Κανίγιο, Ενκάμπ, Ορντίνο, Λα Μασάνα, Ανδόρρα λα Βέλια, Σαντ Ζουλιά ντε Λορία και Εσκάλντες-Ενγκορντάνι.

Άρθρο 2

  1. Τα καταλανικά είναι η επίσημη γλώσσα του κράτους.
  2. Ο εθνικός ύμνος, η σημαία του κράτους και το οικόσημο της Ανδόρρας είναι αυτά που ορίζει η παράδοση.
  3. Η Ανδόρα λα Βέλια είναι η πρωτεύουσα του κράτους.

Άρθρο 3

  1. Το παρόν Σύνταγμα, που είναι ο ανώτατος νόμος του νομικού συστήματος, δεσμεύει όλους τους δημόσιους θεσμούς καθώς και τα άτομα.
  2. Το Σύνταγμα αναγνωρίζει τις αρχές της ισότητας, της ιεραρχίας, της δημοσιότητας των δικαστικών αποφάσεων, της μη αναδρομικότητας των κανόνων που περιορίζουν τα ατομικά δικαιώματα ή εκείνων που είναι δυσμενή για την επιβολή ή την κύρωσή τους, τη νομική ασφάλεια, τη λογοδοσία των δημόσιων θεσμών και την απαγόρευση κάθε είδους αυθαιρεσίας.
  3. Οι γενικώς αναγνωρισμένες αρχές του διεθνούς δημοσίου δικαίου ενσωματώνονται στο νομικό σύστημα της Ανδόρρας.
  4. Οι συνθήκες και οι διεθνείς συμφωνίες ισχύουν στο νομικό σύστημα από τη στιγμή της δημοσίευσής τους στην Επίσημη Εφημερίδα του Πριγκιπάτου της Ανδόρρας (Butlereti Oficial del Principat d'Andorra) και δεν μπορούν να τροποποιηθούν ή να καταργηθούν από τον νόμο.

Μέρος ΙΙ - Δικαιώματα και ελευθερίες[Επεξεργασία]

Κεφάλαιο Ι: Γενικές αρχές[Επεξεργασία]

Άρθρο 4 Το Σύνταγμα αναγνωρίζει ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι απαράγραπτο δικαίωμα και ως εκ τούτου εγγυάται τα απαραβίαστα και απαράγραπτα ατομικά δικαιώματα, τα οποία αποτελούν το θεμέλιο της πολιτικής τάξης, της κοινωνικής ειρήνης και της δικαιοσύνης.

Άρθρο 5 Η Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι δεσμευτική στην Ανδόρρα.

Άρθρο 6

  1. Όλα τα άτομα είναι ίσα ενώπιον του νόμου. Κανείς δεν μπορεί να υφίσταται διακρίσεις λόγω γέννησης, φυλής, φύλου, καταγωγής, θρησκείας, απόψεων ή οποιασδήποτε άλλης προσωπικής ή κοινωνικής κατάστασης.
  2. Οι δημόσιες αρχές δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε η ισότητα και η ελευθερία των ατόμων να είναι πραγματικές και αποτελεσματικές.

Κεφάλαιο ΙΙ: Ανδορρανή ιθαγένεια[Επεξεργασία]

Άρθρο 7

  1. Το καθεστώς της Ανδορρανής ιθαγένειας, καθώς και οι νομικές της συνέπειες, αποκτώνται, διατηρούνται και αποβάλλονται σύμφωνα με μία Llei Qualificada[3].
  2. Η απόκτηση ή διατήρηση ιθαγένειας διαφορετικής από αυτής της Ανδόρρας συνεπάγεται την απώλεια της τελευταίας, υπό τους όρους και τις προθεσμίες που προβλέπει ο νόμος.

Κεφάλαιο ΙΙΙ: Θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα και των δημόσιες ελευθερίες[Επεξεργασία]

Άρθρο 8

  1. Το Σύνταγμα αναγνωρίζει το δικαίωμα στη ζωή και την προστατεύει πλήρως στις διάφορες φάσεις της.
  2. Όλα τα πρόσωπα έχουν δικαίωμα σε σωματική και ηθική ακεραιότητα. Κανείς δεν μπορεί να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.
  3. Η θανατική ποινή απαγορεύεται.

Άρθρο 9

  1. Όλα τα πρόσωπα έχουν δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια και τα στερούνται μόνο για τους λόγους αυτούς και σύμφωνα με τις διαδικασίες που καθορίζονται στο Σύνταγμα και τους νόμους.
  2. Η διοικητική κράτηση δεν υπερβαίνει το χρόνο που απαιτείται για την διεξαγωγή των ερευνών σε σχέση με τη διευκρίνιση της υπόθεσης και σε όλες τις περιπτώσεις οι κρατούμενοι θα βρεθούν ενώπιον του δικαστή εντός 48 ωρών.
  3. Ο νόμος θεσπίζει διαδικασία έτσι ώστε οι κρατούμενοι να μπορούν να ζητήσουν από το δικαστήριο να αποφασίσει σχετικά με τη νομιμότητα της κράτησης. Ομοίως, ο νόμος θεσπίζει τη διαδικασία για την αποκατάσταση των μειωμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων οποιουδήποτε ατόμου υπό κράτηση.
  4. Κανείς δεν μπορεί να υπέχει ποινική ή διοικητική ευθύνη λόγω πράξεων ή παραλείψεων που ήταν νόμιμες τη στιγμή που διεπράχθησαν.

Άρθρο 10

  1. Όλα τα πρόσωπα έχουν το δικαίωμα αρμοδιότητας και έχουν ετυμηγορία σύμφωνα με τον νόμο ενώπιον αμερόληπτου δικαστηρίου που θα έχει συσταθεί με νόμο.
  2. Όλα τα πρόσωπα έχουν το δικαίωμα να ζητούν συμβουλές και τεχνική βοήθεια από αρμόδιο δικηγόρο, σε δίκη εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, στο τεκμήριο αθωότητας, στην ενημέρωση για τις κατηγορίες εναντίον τους, στο να μην κηρύσσονται ένοχοι, στο να μην καταθέτουν εναντίον τους και να ασκούν έφεση σε ποινικές υποθέσεις.
  3. Προκειμένου να διασφαλιστεί η αρχή της ισότητας, ο νόμος ρυθμίζει τις περιπτώσεις όπου η δικαιοσύνη είναι δωρεάν.

Άρθρο 11

  1. Το Σύνταγμα εγγυάται την ελευθερία ιδεών, θρησκείας και λατρείας και κανείς δεν δεσμεύεται να δηλώνει ή να αποκαλύπτει την ιδεολογία, τη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις του.
  2. Η ελευθερία έκφρασης θρησκείας ή πεποιθήσεων υπόκειται μόνο σε περιορισμούς που προβλέπονται από τον νόμο και είναι απαραίτητοι για λόγους δημόσιας ασφάλειας, τάξης, υγείας ή ηθικής ή για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων.
  3. Το Σύνταγμα εγγυάται την ελεύθερη και δημόσια άσκηση της δραστηριότητας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και τη διατήρηση των σχέσεων ειδικής συνεργασίας με το κράτος σύμφωνα με την παράδοση της Ανδόρρας. Το Σύνταγμα αναγνωρίζει την πλήρη νομική ικανότητα των σωμάτων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας που έχουν νομικό καθεστώς σύμφωνα με τους δικούς τους κανόνες.

Άρθρο 12 Οι ελευθερίες έκφρασης, επικοινωνίας και ενημέρωσης είναι εγγυημένες. Ο νόμος ρυθμίζει το δικαίωμα απάντησης, το δικαίωμα διόρθωσης και το επαγγελματικό απόρρητο. Προκαταρκτική λογοκρισία ή οποιοδήποτε άλλο μέσο ιδεολογικού ελέγχου εκ μέρους των δημοσίων αρχών απαγορεύεται.

Άρθρο 13

  1. Η αστική κατάσταση των προσώπων και οι μορφές του γάμου διέπονται από τον νόμο. Οι αστικές συνέπειες του γάμου αναγνωρίζονται.
  2. Οι δημόσιες αρχές προωθούν πολιτική προστασίας της οικογένειας, η οποία είναι το βασικό θεμέλιο της κοινωνίας.
  3. Και οι δύο σύζυγοι έχουν τα ίδια δικαιώματα και τα ίδια καθήκοντα. Όλα τα παιδιά είναι ίσα ενώπιον του νόμου, ανεξαρτήτου καταγωγής.

Άρθρο 14 Το δικαίωμα στην προστασία της ιδιωτικής ζωής, της τιμής και της φήμης διασφαλίζεται. Όλοι προστατεύονται από τον νόμο από παράνομες παρεμβάσεις στην οικογενειακή και ιδιωτική ζωή τους.

Άρθρο 15 Το απαραβίαστο της κατοικίας είναι εγγυημένο. Κανείς δεν μπορεί να εισέλθει σε κατοικία ή σε οποιονδήποτε άλλο χώρο παρά τη βούληση του ιδιοκτήτη ή χωρίς ένταλμα, εκτός από την περίπτωση παραβιάσεων. Η ιδιωτικότητα της επικοινωνίας είναι επίσης εγγυημένη, εκτός από περίπτωση αιτιολογημένης δικαστικής απόφασης.

Άρθρο 16 Το δικαίωμα συνελεύσεων και συγκεντρώσεων για οποιονδήποτε νόμιμο σκοπό τηρείται. Η άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι προϋποθέτει ότι οι αρχές ενημερώνονται εκ των προτέρων και δεν εμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών και προσώπων.

Άρθρο 17 Το δικαίωμα διασύνδεσης για νόμιμο σκοπό αναγνωρίζεται. Ένας νόμος καταρτίζει το μητρώο των ενώσεων που μπορούν να συσταθούν.

Άρθρο 18 Αναγνωρίζεται το δικαίωμα σύστασης και διατήρησης διευθυντικών, επαγγελματικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων. Με την επιφύλαξη των δεσμών τους με τα διεθνή θεσμικά όργανα, οι οργανώσεις αυτές λειτουργούν εντός των ορίων της Ανδόρρας, έχουν τη δική τους αυτονομία χωρίς οργανική εξάρτηση από ξένα σώματα και λειτουργούν δημοκρατικά.

Άρθρο 19 Οι εργαζόμενοι και οι εργοδότες έχουν το δικαίωμα να υπερασπίζονται τα οικονομικά και κοινωνικά τους συμφέροντα. Νόμος ρυθμίζει τις προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος αυτού προκειμένου να διασφαλιστεί η λειτουργία των υπηρεσιών που είναι απαραίτητες για την κοινότητα.

Άρθρο 20

  1. Όλα τα άτομα έχουν δικαίωμα στην εκπαίδευση, η οποία προσανατολίζεται προς την αξιοπρέπεια και την πλήρη ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας, ενισχύοντας έτσι τον σεβασμό της ελευθερίας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
  2. Η ελευθερία διδασκαλίας και η ίδρυση διδακτικών κέντρων αναγνωρίζονται.
  3. Οι γονείς έχουν το δικαίωμα να αποφασίσουν για το είδος της εκπαίδευσης για τα παιδιά τους. Έχουν επίσης το δικαίωμα στην ηθική ή θρησκευτική διδασκαλία για τα παιδιά τους σύμφωνα με τις δικές τους πεποιθήσεις.

Άρθρο 21

  1. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να κυκλοφορεί ελεύθερα σε όλη την εθνική επικράτεια και να εισέρχεται και να εγκαταλείπει τη χώρα σύμφωνα με τους νόμους.
  2. Οι υπήκοοι της Ανδόρρας και οι αλλοδαποί νόμιμοι κάτοικοι έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν ελεύθερα την κατοικία τους στην Ανδόρρα.

Άρθρο 22 Η μη ανανέωση της άδειας διαμονής ή η απέλαση νόμιμου κατοίκου αποφασίζεται μόνο με βάση τις αιτίες και τους όρους που καθορίζονται από τον νόμο, μετά από απόφαση μη εφέσιμου δικαστηρίου, εάν ο ενδιαφερόμενος ασκεί το δικαίωμά του δικαιοδοσίας.

Άρθρο 23 Κάθε ενδιαφερόμενος που έχει άμεσο συμφέρον έχει το δικαίωμα να υποβάλει αναφορά στις δημόσιες αρχές με τη μορφή και με τις συνέπειες που προβλέπονται από τον νόμο.

Κεφάλαιο IV: Πολιτικά δικαιώματα των υπηκόων της Ανδόρρας[Επεξεργασία]

Άρθρο 24 Όλοι οι ενήλικες υπήκοοι της Ανδόρρας, χωρίς στέρηση των δικαιωμάτων τους, απολαμβάνουν του δικαιώματος ψήφου.

Άρθρο 25 Όλοι οι υπήκοοι της Ανδόρρας έχουν το δικαίωμα προσχώρησης σε δημόσιες υπηρεσίες και αξιώματα υπό τους ίδιους όρους και σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζει ο νόμος. Η άσκηση των θεσμικών θέσεων προορίζεται για τους υπηκόους της Ανδόρρας, με τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο παρόν Σύνταγμα ή στις διεθνείς συνθήκες.

Άρθρο 26 Οι υπήκοοι της Ανδόρρας έχουν το δικαίωμα να δημιουργούν ελεύθερα πολιτικά κόμματα. Η λειτουργία και η οργάνωσή τους πρέπει να είναι δημοκρατικές και οι δραστηριότητές τους να είναι νόμιμες. Η αναστολή των δραστηριοτήτων τους και η διάλυσή τους είναι αρμοδιότητα των δικαστικών οργάνων.

Κεφάλαιο V: Δικαιώματα και οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές αρχές[Επεξεργασία]

Άρθρο 27

  1. Η ιδιωτική περιουσία και τα δικαιώματα κληρονομίας αναγνωρίζονται χωρίς άλλα όρια από εκείνα που απορρέουν από την κοινωνική λειτουργία της περιουσίας.
  2. Κανείς δεν μπορεί να στερηθεί τα αγαθά ή τα δικαιώματά του, παρά μόνο αν δικαιολογημένα ληφθεί υπόψη το δημόσιο συμφέρον, με δίκαιη αποζημίωση από ή σύμφωνα με νόμο.

Άρθρο 28 Το δικαίωμα του επιχειρείν αναγνωρίζεται στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς και σύμφωνα με τη νομοθεσία.

Άρθρο 29 Όλα τα πρόσωπα έχουν το δικαίωμα να εργάζονται, να εξελίσσονται μέσω της εργασίας και να εισπράττουν δίκαια εισοδήματα που εγγυώνται για τους ίδιους και τις οικογένειές τους μια βιώσιμη ανθρώπινη αξιοπρέπεια καθώς και τον εύλογο περιορισμό των εργάσιμων ημερών, της εβδομαδιαίας ανάπαυσης και της αμειβόμενης άδειας.

Άρθρο 30 Το δικαίωμα στην προστασία της υγείας και να της παροχής υπηρεσιών για την εξυπηρέτηση προσωπικών αναγκών είναι σεβαστό. Με αυτή την πρόθεση το κράτος εγγυάται ένα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.

Άρθρο 31 Το κράτος έχει ως καθήκον να εξασφαλίζει την ορθολογική χρήση του εδάφους και όλων των φυσικών πόρων, ώστε να διασφαλίζεται η κατάλληλη ποιότητα ζωής για όλους και, για χάρη των επόμενων γενεών, να αποκαθιστά και να διατηρεί μια λογική οικολογική ισορροπία στην ατμόσφαιρα, στο νερό και στη γη, καθώς και να προστατεύει την αυτόχθονη χλωρίδα και πανίδα.

Άρθρο 32 Το κράτος μπορεί να παρέμβει στην οργάνωση του οικονομικού, εμπορικού, εργατικού και χρηματοπιστωτικού συστήματος ώστε να καταστήσει δυνατή, στο πλαίσιο συστήματος οικονομίας της αγοράς, την ισορροπημένη ανάπτυξη της κοινωνίας και τη γενική ευημερία.

Άρθρο 33 Οι δημόσιες αρχές προωθούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του δικαιώματος ώστε ο καθένας να απολαμβάνει αξιοπρεπούς στέγασης.

Άρθρο 34 Το κράτος εγγυάται τη διατήρηση, την προώθηση και τη διάδοση της ιστορικής, πολιτιστικής και καλλιτεχνικής κληρονομιάς της Ανδόρρας.

Άρθρο 35 Τα δικαιώματα των καταναλωτών και των χρηστών υπηρεσιών είναι εγγυημένα από τον νόμο και προστατεύονται από τις δημόσιες αρχές.

Άρθρο 36 Το κράτος μπορεί να δημιουργήσει μέσα κοινωνικής επικοινωνίας. Σύμφωνα με τις αρχές της συμμετοχής και του πλουραλισμού, νόμος θα ρυθμίζει την οργάνωση και τον έλεγχό τους από το Γενικό Συμβούλιο (Consell General)[4].

Κεφάλαιο VI: Καθήκοντα των υπηκόων της Ανδόρας και των αλλοδαπών[Επεξεργασία]

Άρθρο 37 Όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα συνεισφέρουν στον δημόσιο προϋπολογισμό ανάλογα με την οικονομική τους ικανότητα, μέσω ενός συστήματος δίκαιης φορολόγησης, σύμφωνα με τον νόμο και με βάση τις αρχές της γενικότητας και της δίκαιης κατανομής των φορολογικών επιβαρύνσεων.

Άρθρο 38 Το κράτος μπορεί να δημιουργήσει με νόμο τα είδη κοινωνικών υπηρεσιών για την άσκηση καθηκόντων γενικού συμφέροντος.

Κεφάλαιο VII: Εγγυήσεις δικαιωμάτων και ελευθεριών[Επεξεργασία]

Άρθρο 39

  1. Τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που αναγνωρίζονται στα κεφάλαια III και IV του παρόντος μέρους δεσμεύουν αμέσως όλες τις δημόσιες αρχές ως άμεσα εκτελέσιμοι νόμοι. Το περιεχόμενό τους δεν μπορεί να περιοριστεί από τον νόμο και προστατεύεται από τη Δικαιοσύνη.
  2. Οι αλλοδαποί που διαμένουν νόμιμα στην Ανδόρρα μπορούν ελεύθερα να ασκούν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του κεφαλαίου ΙΙ του παρόντος μέρους.
  3. Τα δικαιώματα του κεφαλαίου V αποτελούν τη βάση της νομοθεσίας και των πράξεων των δημόσιων αρχών, αλλά μπορούν να επικαλεσθούν μόνο υπό τους όρους που καθορίζονται από τους νόμους.

Άρθρο 40 Η άσκηση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στο παρόν μέρος μπορούν να ρυθμίζονται μόνο μέσω νόμου. Τα δικαιώματα των κεφαλαίων ΙΙΙ και IV ρυθμίζονται μέσω lleis qualificades[3].

Άρθρο 41

  1. Τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που αναγνωρίζονται στα κεφάλαια III και IV προστατεύονται από τα τακτικά δικαστήρια μέσω επειγόντων διαδικασιών που ρυθμίζονται από τον νόμο, οι οποίες οπωσδήποτε διεκπεραιώνονται σε δύο περιπτώσεις.
  2. Νόμος συστήνει την εξαιρετική διαδικασία προσφυγής ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου (Tribunal Constitucional) κατά των πράξεων των δημόσιων αρχών που μπορεί να παραβιάζουν το ουσιώδες περιεχόμενο των δικαιωμάτων που αναφέρονται στην ανωτέρω παράγραφο, με εξαίρεση την περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 2.

Άρθρο 42

  1. Ένας νόμος Llei Qualificada[3] ρυθμίζει τις καταστάσεις συναγερμού και έκτακτης ανάγκης. Ο πρώτος μπορεί να δηλωθεί από το κράτος σε περίπτωση φυσικών καταστροφών, για περίοδο δεκαπέντε ημερών, ειδοποιώντας το Γενικό Συμβούλιο[4]. Η δεύτερη περίπτωση δηλώνεται επίσης από το κράτος για τριάντα ημέρες σε περίπτωση διακοπής της ομαλής λειτουργίας του δημοκρατικού βίου και απαιτείται προηγούμενη άδεια του Γενικού Συμβουλίου . Κάθε επέκταση αυτών των καταστάσεων προϋποθέτει την απαραίτητη έγκριση του Γενικού Συμβουλίου.
  2. Σε κατάσταση συναγερμού, η άσκηση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στα άρθρα 21 και 27 μπορεί να είναι περιορισμένη. Στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης, τα δικαιώματα που καλύπτονται από τα άρθρα 9.2, 12, 15, 16, 19 και 21 μπορούν να ανασταλούν. Η εφαρμογή αυτής της αναστολής στα δικαιώματα που καλύπτονται από τα άρθρα 9.2 και 15 πρέπει να εφαρμόζεται υπό τον έλεγχο του δικαστικού σώματος, ανεξάρτητα από τη διαδικασία προστασίας που θεσπίζεται στο άρθρο 9.

Μέρος ΙΙΙ - Οι Συμπρίγκιπες[Επεξεργασία]

Άρθρο 43

  1. Σύμφωνα με τη θεσμική παράδοση της Ανδόρρας, οι Συμπρίγκιπες (Coprínceps) είναι, από κοινού και αδιαίρετα, Αρχηγοί του Κράτους (Cap de l'Estat) και αναλαμβάνουν την υψηλότερη εκπροσώπηση.
  2. Οι Συμπρίγκιπες, ένας θεσμός που χρονολογείται από τα Pareatges[1] και την ιστορική τους εξέλιξη, είναι σύμφωνα με το προσωπικό και αποκλειστικό τους δικαίωμα, ο επίσκοπος του Ουρζέλ και ο Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας. Οι εξουσίες τους είναι ίσες και απορρέουν από το παρόν Σύνταγμα. Κάθε ένας από αυτούς ορκίζεται ή δηλώνει ότι ασκεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με το παρόν Σύνταγμα.

Άρθρο 44 Οι Συμπρίγκιπες είναι το σύμβολο και η εγγύηση της μονιμότητας και της συνέχειας της Ανδόρρας καθώς και της ανεξαρτησίας της και της διατήρησης του πνεύματος ισότητας στην παραδοσιακή ισορροπημένη σχέση με τα γειτονικά κράτη. Διακηρύσσουν τη συγκατάθεση του κράτους της Ανδόρρας να τηρήσει τις διεθνείς υποχρεώσεις του σύμφωνα με το Σύνταγμα.

  1. Οι Συμπρίγκιπες ρυθμίζουν και τροποποιούν τη λειτουργία των δημόσιων αρχών και των θεσμικών οργάνων και ενημερώνονται τακτικά για τις υποθέσεις του κράτους με δική τους πρωτοβουλία ή του Προέδρου του Γενικού Συμβουλίου (Síndic General) ή του Αρχηγού της Κυβέρνησης (Cap de Govern).
  2. Εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο παρόν Σύνταγμα, οι Συμπρίγκιπες έχουν ασυλία. Οι πράξεις των Συμπριγκίπων υπάγονται στην ευθύνη εκείνων που τις συνυπογράφουν.

Άρθρο 45

  1. Οι Συμπρίγκιπες, σε αντίθεση με τον Αρχηγό της Κυβέρνησης ή, κατά περίπτωση, του Προέδρου του Κοινοβουλίου, έχουν την πολιτική ευθύνη των εξής:
    1. Προκήρυξη βουλευτικών εκλογών σύμφωνα με το Σύνταγμα.
    2. Προκήρυξη διεξαγωγής δημοψηφίσματος σύμφωνα με τα άρθρα 76 και 106 του Συντάγματος.
    3. Διορισμός του Αρχηγού της Κυβέρνησης σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο Σύνταγμα.
    4. Υπογραφή του διατάγματος διάλυσης του Γενικού Συμβουλίου σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 71 του Συντάγματος.
    5. Πιστοποίηση διπλωματικών εκπροσώπων της Ανδόρρας σε ξένα κράτη. Οι ξένοι απεσταλμένοι παρουσιάζουν διαπιστευτήρια σε καθέναν από τα δύο.
    6. Διορισμός κατόχων άλλων θεσμικών οργάνων του κράτους σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους.
    7. Κύρωση και θέσπιση των νόμων σύμφωνα με το άρθρο 63 του παρόντος Συντάγματος.
    8. Έκφραση της συναίνεσης του κράτους να τηρήσει τις διεθνείς συνθήκες του σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου ΙΙΙ του Μέρους IV του Συντάγματος.
    9. Εκτέλεση των λοιπών καθηκόντων που τους παρέχονται ειδικά από το Σύνταγμα.
  2. Οι διατάξεις που προβλέπονται στις περιπτώσεις 7 και 8 αυτού του άρθρου γνωστοποιούνται ταυτοχρόνως σε κάθε Συμπρίγκιπα, ο οποίος τις κυρώνει και τις εκδίδει ή εκφράζει τη συγκατάθεση του κράτους όπως αρμόζει στην περίσταση και οι Συμπρίγκιπες καθορίζουν τη δημοσίευσή τους εντός της περιόδου μεταξύ της όγδοης και της δέκατης πέμπτης ημέρας που ακολουθεί.
  3. Κατά την περίοδο αυτή, οι Συμπρίγκιπες, ατομικά ή από κοινού, μπορούν να στείλουν αιτιολογημένο μήνυμα στο Συνταγματικό Δικαστήριο (Tribunal Constitucional), ώστε το εν λόγω θεσμικό όργανο να αποφανθεί επί της συνταγματικότητας του. Εάν η απόφαση είναι θετική, ο μπορεί να κυρωθεί με την υπογραφή τουλάχιστον ενός από τους Συμπρίγκιπες.
  4. Όταν υπάρχουν περιστάσεις που εμποδίζουν έναν από τους Συμπρίγκιπες από την έγκριση των πράξεων που απαριθμούνται στο μέρος 1 του παρόντος άρθρου εντός της προβλεπόμενης διάρκειας, ο εκπρόσωπός του ενημερώνει το Γενικό Συμβούλιο ή, κατά περίπτωση, τον Αρχηγό της Κυβέρνησης. Στην περίπτωση αυτή, οι εν λόγω πράξεις, κανόνες ή αποφάσεις τίθενται σε ισχύ μετά την παρέλευση των προαναφερθεισών ημερών με την υπογραφή του άλλου Συμπρίγκιπα και την υπογραφή του Αρχηγού της Κυβέρνησης ή, ενδεχομένως, του Προέδρου του Κοινοβουλίου.

Άρθρο 46

  1. Οι Συμπρίγκιπες μπορούν να εκτελούν τα ακόλουθα καθήκοντα με ελεύθερη βούληση:
    1. Συνδυασμένη άσκηση του προνομίου της χάριτος.
    2. Δημιουργία και τη διάρθρωση των υπηρεσιών που κρίνονται αναγκαίες για την άσκηση των θεσμικών τους καθηκόντων, τον διορισμό των κατόχων αυτών των αξιωμάτων και τη διαπίστευση τους σε όλες τις περιπτώσεις.
    3. Διορισμός των μελών του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου (Consell Superior de la Justícia, σύμφωνα με το άρθρο 89.2 του Συντάγματος.
    4. Διορισμός των μελών του Συνταγματικού Δικαστηρίου (Tribunal Constitucional), σύμφωνα με το άρθρο 96 παράγραφος 1 του Συντάγματος.
    5. Απαίτηση της προκαταρκτικής απόφασης περί αντισυνταγματικότητας των νόμων.
    6. Απαίτηση της κρίσης σχετικά με την αντισυνταγματικότητα των διεθνών συνθηκών πριν από την επικύρωσή τους.
    7. Υποβολή διαφοράς ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου (Tribunal Constitucional) σε σχέση με τα συνταγματικά καθήκοντά τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 98 και 103 του Συντάγματος.
    8. Χορήγηση συμφωνίας για την έκδοση του κειμένου μιας διεθνούς συνθήκης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 66, πριν από την έγκριση του Κοινοβουλίου.
  2. Πράξεις που απορρέουν από τα άρθρα 45 και 46 ασκούνται από τον Συμπρίγκιπα προσωπικά, εκτός από αυτές που προβλέπονται στα στοιχεία 5), 6), 7) και 8) του παρόντος άρθρου, τα οποία μπορούν να εκτελούνται με ανάθεση.

Άρθρο 47 Ο Γενικός Προϋπολογισμός του Πριγκιπάτου αποδίδει ίσο ποσό σε κάθε Συμπρίγκιπα, για τη λειτουργία των υπηρεσιών του, ποσό που μπορεί να διατεθεί ελεύθερα.

Άρθρο 48 Κάθε Συμπρίγκιπας διορίζει έναν προσωπικό αντιπρόσωπο στην Ανδόρρα.

Άρθρο 49 Σε περίπτωση κενής θέσης ενός από τους Συμπρίγκιπες, το παρόν Σύνταγμα αναγνωρίζει την εγκυρότητα των μηχανισμών υποκατάστασης που προβλέπονται στα αντίστοιχα νομικά τους συστήματα, ώστε να μην διακόπτεται η κανονική λειτουργία των οργάνων της Ανδόρρας.

Μέρος IV: Το Γενικό Συμβούλιο[Επεξεργασία]

Άρθρο 50 Το Γενικό Συμβούλιο (Consell General), το οποίο εκφράζει τη μικτή και αναλογική εκπροσώπηση του εθνικού πληθυσμού και των επτά Parròquies[2], εκπροσωπεί τον λαό της Ανδόρρας, ασκεί νομοθετικές εξουσίες, εγκρίνει τον προϋπολογισμό του κράτους και προτρέπει και ελέγχει την πολιτική δράση της Κυβέρνησης.

Κεφάλαιο Ι - Οργάνωση του Γενικού Συμβουλίου[Επεξεργασία]

Άρθρο 51

  1. Τα μέλη του Συμβουλίου εκλέγονται με καθολική, ελεύθερη, ισότιμη και άμεση ψηφοφορία για τετραετή θητεία. Η θητεία τους παύει τέσσερα έτη μετά την εκλογή τους ή την ημέρα διάλυσης του Γενικού Συμβουλίου.
  2. Οι εκλογές διεξάγονται μεταξύ τριάντα και σαράντα ημερών μετά τη διάλυση του Γενικού Συμβουλίου.
  3. Όλοι οι υπήκοοι της Ανδόρρας που απολαμβάνουν πλήρως τα πολιτικά τους δικαιώματα έχουν δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι.
  4. Μία Llei Qualificada[3] ρυθμίζει το εκλογικό σύστημα και αναφέρει τις αιτίες της μη επιλεξιμότητας ή του ασυμβίβαστου των εκλεγομένων.

Άρθρο 52 Το Γενικό Συμβούλιο αποτελείται από τουλάχιστον είκοσι οκτώ και κατ' ανώτατο όριο σαράντα δύο Γενικούς Συμβούλους, εκ των οποίων οι μισοί εκλέγονται σε ίσο αριθμό από κάθε μία από τις επτά Parròquies και το υπόλοιπο μισό εκλέγεται μέσα από εθνική ενιαία εκλογική περιφέρεια.

Άρθρο 53

  1. Τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου έχουν την ίδια αντιπροσωπευτικότητα, είναι ίσα όσον αφορά δικαιώματα και υποχρεώσεις και δεν υπόκεινται σε καμία επιβεβλημένη εντολή. Η ψήφος τους είναι προσωπική και δεν μπορεί να εκχωρηθεί.
  2. Τα μέλη του Συμβουλίου δεν μπορούν να κληθούν να λογοδοτήσουν για την ψήφο τους ή για οποιεσδήποτε δηλώσεις που έγιναν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
  3. Καθ' όλη τη διάρκεια της θητείας τους, τα μέλη του Συμβουλίου δεν επιτρέπεται να συλληφθούν ή να κρατηθούν, εκτός από περιπτώσεις κατάφωρων πράξεων. Ωστόσο, για την περίπτωση αυτή, η κράτηση και η δίωξή τους αποφασίζονται από την ολομέλεια του Ποινικού Δικαστηρίου (Tribunal de Corts) και η δίκη διεξάγεται από τον ανώτερο δικαστή.

Άρθρο 54 Το Γενικό Συμβούλιο καταρτίζει και τροποποιεί τον εσωτερικό κανονισμό του, με την πλειοψηφία των μελών του Σώματος, καθορίζει τον προϋπολογισμό του και ρυθμίζει το καθεστώς του προσωπικού του.

Άρθρο 55

  1. Το Γραφείο του Προέδρου (Sindicatura) είναι το κυβερνών όργανο του Γενικού Συμβουλίου.
  2. Το Γενικό Συμβούλιο πραγματοποιεί την εναρκτήρια συνεδρίασή του δεκαπέντε ημέρες μετά την προκήρυξη των εκλογικών αποτελεσμάτων. Ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου, ο Αντιπρόεδρος και, υπό περιπτώσεις, τα υπόλοιπα μέλη που μπορούν να συμμετέχουν νόμιμα στο Γραφείο του Προέδρου, εκλέγονται κατά την ίδια σύνοδο.
  3. Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος δεν επιτρέπεται να ασκούν το αξίωμά τους για περισσότερο από δύο διαδοχικές πλήρεις θητείες.

Άρθρο 56

  1. Το Γενικό Συμβούλιο συνεδριάζει σε συνηθισμένες τακτικές και έκτακτες συνόδους, που συγκαλούνται όπως καθορίζεται στον Κανονισμό. Κατά τη διάρκεια του έτους, διεξάγονται δύο τακτικές σύνοδοι, όπως ορίζει ο Κανονισμός. Οι συνεδριάσεις του Γενικού Συμβουλίου είναι δημόσιες, εκτός αν αποφασιστεί διαφορετικά από την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του.
  2. Το Γενικό Συμβούλιο λειτουργεί ως ολομέλεια ή σε επιτροπές. Ο εσωτερικός κανονισμός προβλέπει τη σύσταση νομοθετικών επιτροπών που αντιπροσωπεύουν τη σύνθεση του σώματος.
  3. Το Γενικό Συμβούλιο ορίζει μία Μόνιμη Επιτροπή (Comissió Permanent) για τη διαφύλαξη των εξουσιών του σώματος όταν διαλύεται ή κατά την περίοδο διακοπών. Η Μόνιμη Επιτροπή, υπό την προεδρία του Προέδρου του Κοινοβουλίου, διαμορφώνεται κατά τρόπο ώστε ν αντιπροσωπεύει την αναλογική σύνθεση του Κοινοβουλίου.
  4. Τα μέλη του Συμβουλίου μπορούν να σχηματίσουν κοινοβουλευτικές (parlamentaris) ομάδες. Ο εσωτερικός κανονισμός προβλέπει τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των συμβούλων και των μελών των κοινοβουλευτικών ομάδων, καθώς και την κατάσταση εκείνων των εκπροσώπων που δεν είναι μέλη ομάδας.

Άρθρο 57

  1. Οι αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου ισχύουν μόνο όταν λαμβάνονται με την ελάχιστη συμμετοχή των μισών από τους Συμβούλους.
  2. Τα ψηφίσματα τίθενται σε ισχύ όταν εγκριθούν με απλή πλειοψηφία των παρόντων συμβούλων, εκτός από τις ειδικές πλειοψηφίες που ορίζει το Σύνταγμα.
  3. Η έγκριση των lleis qualificades[3] που ορίζει το Σύνταγμα απαιτεί την τελική έγκριση της απόλυτης πλειοψηφίας των μελών του Γενικού Συμβουλίου, εκτός από τις lleis qualificades που αφορούν εκλογές και δημοψηφίσματα, καθώς και για τα κοινοτικά ζητήματα και την μεταβίβαση το κοινοτήτων (Comuns), η έγκριση των οποίων απαιτεί την έγκριση της απόλυτης πλειοψηφίας των μελών του Συμβουλίου που εκλέγονται σε εκλογικές περιφέρειες και την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του Συμβουλίου που εκλέγονται στην εθνική εκλογική περιφέρεια.

Κεφάλαιο ΙΙ: Νομοθετική διαδικασία[Επεξεργασία]

Άρθρο 58

  1. Η νομοθετική πρωτοβουλία ανήκει στο Γενικό Συμβούλιο και στην Κυβέρνηση.
  2. Τρεις Κοινότητες ή το ένα δέκατο του εκλογικού καταλόγου δύνανται να υποβάλλουν νομοσχέδια προς το Γενικό Συμβούλιο.
  3. Τα Κυβερνητικά και Ιδιωτικά νομοσχέδια εξετάζονται από την Ολομέλεια του Σώματος και από τις επιτροπές με τον τρόπο που καθορίζει ο Κανονισμός.

Άρθρο 59 Το Γενικό Συμβούλιο μπορεί να αναθέσει την άσκηση της νομοθετικής εξουσίας στην Κυβέρνηση μέσω νόμου. Αυτή η εξουσία δεν μπορεί να παραχωρηθεί. Ο νόμος της εξουσιοδότησης καθορίζει την εκχωρηθείσα υπόθεση, τις αρχές και τις οδηγίες βάσει των οποίων εκδίδεται το αντίστοιχο νομοθετικό διάταγμα της κυβέρνησης, καθώς και τη διάρκεια της άσκησής της. Η εξουσιοδότηση προβλέπει τις κοινοβουλευτικές μορφές ελέγχου της εξουσιοδοτημένης νομοθεσίας.

Άρθρο 60

  1. Σε περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας ανάγκης, η Κυβέρνηση μπορεί να υποβάλει στο Γενικό Συμβούλιο, με την έγκριση του νόμου, ένα κείμενο με άρθρα, σε ψηφοφορία επί του συνόλου του κειμένου, μέσα σε σαράντα οκτώ ώρες.
  2. Τα ζητήματα που ρυθμίζονται μέσω μίας Llei Qualificada[3] δεν επιτρέπεται να υπόκεινται σε νομοθετική ανάθεση ή στη διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 61

  1. Η πρωτοβουλία του νομοσχεδίου του γενικού προϋπολογισμού ανήκει αποκλειστικά στην κυβέρνηση, η οποία πρέπει να το υποβάλει για κοινοβουλευτική έγκριση τουλάχιστον δύο μήνες πριν από τη λήξη του προηγούμενου προϋπολογισμού.
  2. Το νομοσχέδιο του γενικού προϋπολογισμού λαμβάνει προτεραιότητα σε σχέση με άλλα θέματα και θα συζητάται σύμφωνα με ειδική διαδικασία, όπως ορίζεται στον Κανονισμό.
  3. Εάν το νομοσχέδιο του γενικού προϋπολογισμού δεν έχει ακόμη εγκριθεί την πρώτη ημέρα της αντίστοιχης χρήσης, ο προϋπολογισμός του προηγούμενου έτους παρατείνεται αυτομάτως έως ότου εγκριθεί το νέο.
  4. Ο νόμος του γενικού προϋπολογισμού δεν μπορεί να επιβάλλει φόρους.
  5. Η Οικονομική Επιτροπή του Γενικού Συμβουλίου προβαίνει σε ετήσια αναθεώρηση της εκτέλεσης του Προϋπολογισμού.

Άρθρο 62

  1. Οι Σύμβουλοι και οι κοινοβουλευτικές ομάδες έχουν το δικαίωμα να τροποποιήσουν τους Κυβερνητικούς και Ιδωτικούς νόμους.
  2. Η Κυβέρνηση μπορεί να ζητήσει από το Γενικό Συμβούλιο να μην συζητήσει τις τροποποιήσεις που συνεπάγονται αύξηση των δαπανών ή μείωση των εσόδων σε σχέση με τα ποσά που προβλέπονται από το νόμο του γενικού προϋπολογισμού. Το Γενικό Συμβούλιο, με απόλυτη πλειοψηφία των μελών του σώματος, μπορεί να προσβάλει το αίτημα αυτό με αιτιολογημένη πρόταση.

Άρθρο 63 Αφού το νομοσχέδιο εγκριθεί από το Γενικό Συμβούλιο, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου το παρουσιάζει στους Συμπρίγκιπες, προκειμένου αυτοί να το κυρώσουν, να το εγκρίνουν και να διατάξουν τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα του Πριγκιπάτου της Ανδόρρας (Butlletí Oficial del Principat d'Andorra).

Κεφάλαιο ΙΙΙ: Διεθνείς συνθήκες[Επεξεργασία]

Άρθρο 64

  1. Οι διεθνείς συνθήκες εγκρίνονται από το Γενικό Συμβούλιο με απόλυτη πλειοψηφία του σώματος στις ακόλουθες περιπτώσεις:
    1. Συνθήκες που συνδέουν το κράτος με διεθνή οργανισμό.
    2. Συνθήκες που αφορούν την εσωτερική ασφάλεια και την άμυνα.
    3. Συνθήκες που σχετίζονται με την επικράτεια της Ανδόρρας.
    4. Συνθήκες που θίγουν τα θεμελιώδη δικαιώματα που ρυθμίζονται στο Μέρος ΙΙ.
    5. Συνθήκες που συνεπάγονται τη δημιουργία νέων επιβαρύνσεων για τα δημόσια οικονομικά.
    6. Συνθήκες που δημιουργούν ή τροποποιούν διατάξεις νομοθετικού χαρακτήρα ή απαιτούν νομοθετικά μέτρα για την εφαρμογή τους.
    7. Συνθήκες που αφορούν τη διπλωματική εκπροσώπηση ή τις προξενικές αρμοδιότητες, σχετικά με τη δικαστική συνεργασία ή τη συνεργασία των σωμάτων.
  2. Η Κυβέρνηση ενημερώνει το Γενικό Συμβούλιο και τους Συμπρίγκιπες για τη σύναψη άλλων διεθνών συμφωνιών.
  3. Η προηγούμενη συμφωνία της απόλυτης πλειοψηφίας του σώματος απαιτείται για την κατάργηση διεθνών συνθηκών που αφορούν τα θέματα που απαριθμούνται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 65 Προκειμένου να προωθηθούν τα συμφέροντα του λαού της Ανδόρρας, η διεθνής πρόοδος και η ειρήνη, οι νομοθετικές, δικαστικές και εκτελεστικές αρμοδιότητες μπορούν να παραχωρηθούν μόνο σε διεθνείς οργανισμούς και με συνθήκη η οποία ψηφίζεται με πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του Γενικού Συμβουλίου.

Άρθρο 66

  1. Οι Συμπρίγκιπες συμμετέχουν στη διαπραγμάτευση των συνθηκών που αφορούν τις σχέσεις με τα γειτονικά κράτη όταν σχετίζονται με θέματα που απαριθμούνται στις παραγράφους: 2, 3 και 7 του άρθρου 64.
  2. Η αντιπροσωπεία της Ανδόρρας που έχει ως καθήκον τη διαπραγμάτευση των συνθηκών που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, απαρτίζεται από μέλη που διορίζονται από την Κυβέρνηση και από ένα μέλος που διορίζεται από κάθε Συμπρίγκιπα.
  3. Η έγκριση του κειμένου των συνθηκών απαιτεί τη συμφωνία των μελών που διορίζονται από την Κυβέρνηση και των μελών που διορίζονται από τους Συμπρίγκιπες.

Άρθρο 67 Οι Συμπρίγκιπες ενημερώνονται για τα λοιπά σχέδια διεθνών συνθηκών και συμφωνιών και, κατόπιν αιτήματος της Κυβέρνησης, μπορούν να συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις πριν από την κοινοβουλευτική τους έγκριση, εφόσον το απαιτεί το εθνικό συμφέρον της Ανδόρρας.

Κεφάλαιο IV: Σχέσεις του Γενικού Συμβουλίου με την Κυβέρνηση[Επεξεργασία]

Άρθρο 68

  1. Μετά από κάθε ανανέωση του Γενικού Συμβουλίου, η πρώτη συνεδρίασή του, η οποία διεξάγεται τις επόμενες οκτώ ημέρες μετά την εναρκτήρια συνεδρίαση, ασχολείται με την εκλογή του Αρχηγού της Κυβέρνησης (Cap de Govern).
  2. Οι υποψήφιοι προτείνονται για διορισμό από το ένα πέμπτο των μελών του Γενικού Συμβουλίου. Κάθε εκπρόσωπος μπορεί να υποστηρίξει μόνο μία υποψηφιότητα.
  3. Οι υποψήφιοι παρουσιάζουν το πρόγραμμά τους και μετά από συζήτηση, το Γενικό Συμβούλιο εκλέγει εκείνον που θα λάβει την απόλυτη πλειοψηφία των ψήφων, στην πρώτη δημόσια ψηφοφορία μετά από τη συζήτηση.
  4. Σε περίπτωση που απαιτείται δεύτερη ψηφοφορία, μόνο οι δύο υποψήφιοι με τις περισσότερες ψήφους στην πρώτη ψηφοφορία μπορούν να κρατήσουν την υποψηφιότητά τους. Ο υποψήφιος με τις περισσότερες ψήφους θα ανακηρυχθεί Αρχηγός της Κυβέρνησης.
  5. Ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου παρουσιάζει το αποτέλεσμα στους Συμπρίγκιπες, ούτως ώστε ο εκλεγμένος υποψήφιος να μπορεί να διοριστεί ως Αρχηγός της Κυβέρνησης και ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου να προσυπογράψει τον διορισμό.
  6. Η ίδια διαδικασία ακολουθείται και στις άλλες περιπτώσεις κενής θέσης του αξιώματος του Αρχηγού της Κυβέρνησης.

Άρθρο 69

  1. Η Κυβέρνηση συνολικά είναι πολιτικά υπεύθυνη προς το Γενικό Συμβούλιο.
  2. Το ένα πέμπτο των μελών του σώματος μπορεί να υπογράψει γραπτώς αιτιολογημένη πρόταση μομφής κατά του Αρχηγού της Κυβέρνησης.
  3. Μετά τη συζήτηση που διεξάγεται εντός της τρίτης και πέμπτης ημέρας μετά την υποβολή της πρότασης, διεξάγεται δημόσια και προφορική ψηφοφορία σύμφωνα με τον Κανονισμό. Η πρόταση εγκρίνεται μόνο εάν λάβει τις ψήφους της απόλυτης πλειοψηφίας του Γενικού Συμβουλίου.
  4. Εάν εγκριθεί η πρόταση μομφής, ο Αρχηγός της Κυβέρνησης παύεται από τα καθήκοντά ττου. Αμέσως μετά, το Συμβούλιο ενεργεί όπως προβλέπεται στο ανωτέρω άρθρο.
  5. Δεν μπορεί να τίνει πρόταση μομφής μέσα σε έξι μήνες μετά την πλέον πρόσφατη εκλογή του Αρχηγού της Κυβέρνησης.
  6. Οι υπογράφοντες μιας πρότασης μομφής δεν μπορούν να προτείνουν άλλη μέχρι να παρέλθει ένα έτος.

Άρθρο 70

  1. Ο Αρχηγός της Κυβέρνησης μπορεί να ζητήσει πρόταση εμπιστοσύνης ενώπιον του Γενικού Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμά του, τη δήλωση γενικής πολιτικής ή την απόφαση ιδιαίτερης σημασίας.
  2. Η εμπιστοσύνη θεωρείται ότι έχει χορηγηθεί εάν λάβει την απλή πλειοψηφία των ψήφων σε δημόσια προφορική ψηφοφορία. Αν ο Αρχηγός της Κυβέρνησης δεν καταφέρει να επιτύχει αυτή την πλειοψηφία, υποβάλλεται σε παραίτηση.

Άρθρο 71

  1. Ο Αρχηγός της Κυβέρνησης, μετά από διαβούλευση με την Κυβέρνηση, και με δική του ευθύνη, μπορεί να ζητήσει από τους Συμπρίγκιπες να διαλύσει το Γενικό Συμβούλιο πρόωρα. Το διάταγμα περί διαλύσεως διοργανώνει νέες εκλογές σύμφωνα με το άρθρο 51 παράγραφος 2 του Συντάγματος.
  2. Καμία διάλυση δεν μπορεί να εγκριθεί μετά την υποβολή πρότασης μομφής ή κατά την κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
  3. Η διάλυση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί πριν παρέλθει ένα έτος μετά τις πιο πρόσφατες εκλογές.

Μέρος V - Η Κυβέρνηση[Επεξεργασία]

Άρθρο 72

  1. Η Κυβέρνηση αποτελείται από τον Αρχηγό της Κυβέρνησης και τους Υπουργούς. Ο αριθμός τους καθορίζεται από τον νόμο.
  2. Υπό την καθοδήγηση του Αρχηγού της, η Κυβέρνηση ασκεί την εθνική και διεθνή πολιτική της Ανδόρρας. Διευθύνει την κρατική διοίκηση και διαθέτει νομοθετικές εξουσίες.
  3. Η δημόσια διοίκηση εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον με αντικειμενικότητα και λειτουργεί σύμφωνα με τις αρχές της ιεραρχίας, της αποτελεσματικότητας, της διαφάνειας και της πλήρους υποβολής στο Σύνταγμα, τους νόμους και τις γενικές αρχές του νομικού συστήματος που ορίζονται στο Μέρος Ι. Όλοι οι νόμοι και οι διατάξεις της υπόκεινται σε δικαιοδοτικό έλεγχο.

Άρθρο 73 Ο Αρχηγός της Κυβέρνησης διορίζεται από τους Συμπρίγκιπες μετά την εκλογή του σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στο Σύνταγμα.

Άρθρο 74 Ο Αρχηγός της Κυβέρνησης και οι Υπουργοί υπόκεινται στο ίδιο δικαιοδοτικό καθεστώς δικαιοδοσίας με τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου.

Άρθρο 75 Ο Αρχηγός της Κυβέρνησης ή, ενδεχομένως, ο αρμόδιος υπουργός, επικυρώνει τις πράξεις των Συμπριγκίπων που προβλέπονται στο άρθρο 4.

Άρθρο 76 Ο Αρχηγός της Κυβέρνησης, με την έγκριση της πλειοψηφίας του Γενικού Συμβουλίου, μπορεί να ζητήσει από τους Συμπρίγκιπες τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για πολιτικά θέματα.

Άρθρο 77 Η Κυβέρνηση παύεται με τη διάλυση του κοινοβουλίου, με την παραίτηση, τον θάνατο ή τη μόνιμη αναπηρία του Αρχηγού της Κυβέρνησης, με την υπερψήφιση πρότασης μομφής ή με την καταψήφιση πρότασης εμπιστοσύνης. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η Κυβέρνηση θα συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντά της μέχρι τη συγκρότηση νέας Κυβέρνησης.

Άρθρο 78

  1. Ο Αρχηγός της Κυβέρνησης δεν μπορεί να ασκεί καθήκοντα για περισσότερες από δύο διαδοχικές πλήρεις θητείες.
  2. Η ιδιότητα του μέλους της κυβέρνησης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα μέλους του Γενικού Συμβουλίου ή με την άσκηση οποιουδήποτε δημοσίου αξιώματος που δεν προέρχεται από την εν λόγω ιδιότητα μέλους της Κυβέρνησης.

Μέρος VI - Εδαφική δομή[Επεξεργασία]

Άρθρο 79

  1. Οι Κοινότητες, ως όργανα εκπροσώπησης και διοίκησης των Parròquies[2], είναι δημόσια νομικά πρόσωπα με νομική υπόσταση και με τοπικές ρυθμιστικές εξουσίες που υπόκεινται στον νόμο μέσω ρυθμίσεων, κανονισμών και διαταγμάτων. Μέσα στον τομέα της δικαιοδοσίας τους που υπόκειται στο Σύνταγμα, τους νόμους και την παράδοση, η λειτουργία των Κοινοτήτων υπό την αρχή της αυτοδιοίκησης, αναγνωρίζεται και εγγυάται από το Σύνταγμα.
  2. Οι Κοινότητες εκπροσωπούν τα συμφέροντα των Parròquies, εγκρίνουν και εκτελούν τον κοινοτικό προϋπολογισμό, καθορίζουν και αναπτύσσουν τις δημόσιες πολιτικές τους εντός των ορίων της επικράτειάς τους και διαχειρίζονται και διευθύνουν όλες τις ενοριακές περιουσίες, είτε στον κοινόχρηστο, είτε στον δημόσιο είτε στον πατρογονικό τομέα ή στον τομέα.
  3. Τα όργανα διακυβέρνησής τους εκλέγονται δημοκρατικά.

Άρθρο 80

  1. Στο πλαίσιο της διοικητικής και οικονομικής αυτονομίας τους, οι κοινότητες έχουν τις αρμοδιότητές τους που ορίζονται από τη Llei Qualificada[3], τουλάχιστον στα ακόλουθα θέματα:
    1. Απογραφή πληθυσμού.
    2. Εκλογικοί κατάλογοι. Συμμετοχή στη διαχείριση της εκλογικής διαδικασίας και της διοίκησης υπό τους όρους που προβλέπει ο νόμος.
    3. Λαϊκές διαβουλεύσεις.
    4. Εμπόριο, βιομηχανία και επαγγελματικές δραστηριότητες.
    5. Οριοθέτηση του κοινοτικού εδάφους.
    6. Ιδιοκτησία της δικής τους, και της κοινόχρηστης δημόσιας περιουσίας.
    7. Φυσικοί πόροι.
    8. Κτηματολόγιο.
    9. Τοπική χωροταξία.
    10. Δημόσιες οδοί.
    11. Πολιτισμός, αθλητικές και κοινωνικές δραστηριότητες.
    12. Κοινοτικές δημόσιες υπηρεσίες.
  2. Στο πλαίσιο της εξουσίας του κράτους να επιβάλλει φόρους, η προαναφερθείσα Llei Qualificada καθορίζει τις οικονομικές και φορολογικές δυνατότητες των Κοινοτήτων που απαιτούνται για την άσκηση της δικαιοδοσίας τους. Οι δυνατότητες αυτές απασχολούνται τουλάχιστον με τη χρήση και την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, τους παραδοσιακούς φόρους και τους φόρους για τις κοινοτικές υπηρεσίες, τις διοικητικές άδειες, την εγκατάσταση εμπορικών, βιομηχανικών και επαγγελματικών δραστηριοτήτων και την ακίνητη περιουσία.
  3. Τα θέματα που υπάγονται στη δικαιοδοσία του κράτους μπορούν να μεταβιβαστούν στις Parròquies μέσω νόμου.

Άρθρο 81 Προκειμένου να εξασφαλιστεί η οικονομική δυνατότητα των Κοινοτήτων, μία Llei Qualificada[3] καθορίζει τη μεταφορά κεφαλαίων από τον γενικό προϋπολογισμό στις Κοινότητες και εγγυάται ότι ένα μέρος αυτών των κεφαλαίων θα κατανεμηθεί σε ίσες ποσότητες σε κάθε Parròquie[2] και το άλλο μέρος κατανέμεται αναλογικά με βάση τον πληθυσμό, την επέκταση της επικράτειάς τους και άλλους δείκτες.

Άρθρο 82

  1. Οι συγκρούσεις που προκύπτουν από την ερμηνεία ή την άσκηση δικαιοδοσίας μεταξύ των γενικών οργάνων του κράτους και των Κοινοτήτων, διευθετούνται από το Συνταγματικό Δικαστήριο (Tribunal Constitucional).
  2. Οι πράξεις των Κοινοτήτων πρέπει να εκτελούνται άμεσα με τα μέσα που ορίζει ο νόμος. Κατά των πράξεων αυτών μπορούν να ασκηθούν διοικητικές και δικαιοδοτικές προσφυγές με σκοπό τον έλεγχο της συμμόρφωσής τους με το νομικό σύστημα.

Άρθρο 83 Οι Κοινότητες έχουν νομοθετική πρωτοβουλία και έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν εφέσεις σχετικά με την αντισυνταγματικότητα υπό τους όρους που προβλέπονται στο Σύνταγμα.

Άρθρο 84 Οι νόμοι πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα έθιμα και τη χρήση για να προσδιοριστεί η δικαιοδοσία των Δικαστηρίων (Quarts) και των Veinats[5], καθώς και η σχέση τους με τις Κοινότητες.

Μέρος VII - Δικαιοσύνη[Επεξεργασία]

Άρθρο 85

  1. Στο όνομα του λαού της Ανδόρρας, η δικαιοσύνη διοικείται αποκλειστικά από ανεξάρτητους δικαστές, με διασφαλισμένη θητεία, και ενόσω εκτελούν τις δικαστικές τους λειτουργίες, δεσμευμένοι μόνο στο Σύνταγμα και τους νόμους.
  2. Ολόκληρη η δικαστική εξουσία έχει την ομοιόμορφη οργάνωση της Δικαιοσύνης. Η δομή, η λειτουργία και το νομικό καθεστώς των μελών του ρυθμίζονται από μία Llei Qualificada[3]. Δεν προβλέπεται ειδική δικαιοδοσία.

Άρθρο 86

  1. Οι κανόνες δικαιοδοσίας και διαδικασίας που ισχύουν για τη διοίκηση της δικαιοσύνης ορίζονται από νόμο.
  2. Σε όλες τις περιπτώσεις, οι αποφάσεις πρέπει να αιτιολογούνται, να βασίζονται στην έννομη τάξη και να ανακοινώνονται δημοσίως.
  3. Οι ποινικές δίκες είναι δημόσιες, παρά τους περιορισμούς που προβλέπει ο νόμος. Η διαδικασία τους είναι κατά προτίμηση προφορική. Η απόφαση που καταλήγει σε πρώτο βαθμό εκδίδεται από δικαστικό όργανο διαφορετικό από το αρμόδιο για τη διαδικασία και η απόφαση αυτή μπορεί πάντοτε να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής.
  4. Η δικαιοδοτική υπεράσπιση του γενικού συμφέροντος μπορεί να διεξάγεται μέσω λαϊκής ενέργειας στις περιπτώσεις που ρυθμίζονται από τους διαδικαστικούς νόμους.

Άρθρο 87 Η δικαστική εξουσία ασκείται από τους δικαστές (Batlles), το Tribunal de Batlles[6], το Ποινικό Δικαστήριο (Tribunal de Corts) και το Ανώτατο Δικαστήριο της Ανδόρρας (Superior Tribunal de la Justícia d'Andorra), καθώς και από τους αντίστοιχους προέδρους των δικαστηρίων αυτών, σύμφωνα με τους νόμους.

Άρθρο 88 Οι αποφάσεις, αφού τελεσιδικήσουν, έχουν την αξία του δεδικασμένου και δεν μπορούν να τροποποιηθούν ή να ακυρωθούν εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται από το νόμο ή όταν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το Συνταγματικό Δικαστήριο (Tribunal Constitucional), μετά τη σχετική διαδικασία συνταγματικής προσφυγής, αποφασίσει ότι έγιναν παραβιάσεις σε ορισμένα θεμελιώδη δικαιώματα.

Άρθρο 89

  1. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (Consell Superior de la Justícia), ως όργανο εκπροσώπησης, καθοδήγησης και διοίκησης της οργάνωσης της δικαιοσύνης, παρακολουθεί την ανεξαρτησία και την εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης. Όλα τα μέλη της είναι υπήκοοι της Ανδόρρας.
  2. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (Consell Superior de la Justícia) απαρτίζεται από πέντε μέλη υπηκόους της Ανδόρρας ηλικίας άνω των είκοσι πέντε ετών, που είναι εξοικειωμένοι με τη διοίκηση της δικαιοσύνης. Ένα μέλος διορίζεται από κάθε Συμπρίγκιπα, ένα από τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου, και ένα από τον Αρχηγό της Κυβέρνησης και ένα από τους Δικαστές. Έχουν θητεία για περίοδο έξι ετών και δεν μπορούν να εκλεγούν δύο φορές διαδοχικά. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο προεδρεύεται από το μέλος που ορίζει ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου.
  3. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο διορίζει τους Δικαστές, ασκεί πειθαρχική εξουσία πάνω τους και προωθεί τους όρους για τη διοίκηση της δικαιοσύνης να εκτελεί τα καθήκοντά της με τα διαθέσιμα μέσα. Προκειμένου να εκπληρώσει αυτόν τον στόχο, μπορεί να διατυπώσει τη γνώμη του σχετικά με τη σύνταξη των νομοσχεδίων που αφορούν το δικαστικό σώμα ή να αναφέρει την κατάσταση των δικαστικών αρχών.
  4. Μια Llei Qualificada[3] σχετικά με το δικαστικό σώμα ρυθμίζει τα καθήκοντα και τη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Συμβουλίου.

Άρθρο 90

  1. Όλοι οι δικαστές, ανεξάρτητα από τον βαθμό τους, επιλέγονται για ανανεώσιμη εξαετή θητεία, από νομικούς με ακαδημαϊκά προσόντα και με τεχνική ικανότητα για την άσκηση του δικαστικού αξιώματος.
  2. Οι πρόεδροι των Ειρηνοδικείων (Tribunal de Batlles), του Ποινικού Δικαστηρίου (Tribunal de Corts) και του Ανώτατου Δικαστηρίου (Superior Tribunal de la Justícia) διορίζονται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (Consell Superior de la Justícia). Η διάρκεια της θητείας τους και οι όροι για την επιλεξιμότητά τους καθορίζονται από τη Llei Qualificada[3] που αναφέρεται στο άρθρο 89 παράγραφος 4 του Συντάγματος.

Άρθρο 91

  1. Το αξίωμα του δικαστή δεν είναι συμβατό με καμία άλλη δημόσια θέση ή με την άσκηση εμπορικών, βιομηχανικών ή επαγγελματικών δραστηριοτήτων. Η αμοιβή των δικαστών είναι αποκλειστική ευθύνη του κρατικού προϋπολογισμού.
  2. Ενώ οι δικαστές εκτελούν τα καθήκοντά τους, δεν επιτρέπεται να εκδιωχθούν, να εκτοπιστούν, να παυθούν ή να απομακρυνθούν από τη θέση τους, εκτός αν επιβάλλονται κυρώσεις για πειθαρχική ή ποινική ευθύνη, με διαδικασία που ρυθμίζεται από Llei Qualificada[3] και με δικαίωμα ακρόασης και υπεράσπιση που είναι πλήρως εγγυημένη. Ο ίδιος νόμος ρυθμίζει επίσης τις περιπτώσεις αστικής ευθύνης των δικαστών.

Άρθρο 92 Το Δημόσιο, σύμφωνα με τους νόμους και ανεξάρτητα από την προσωπική ευθύνη αυτών που τις προκάλεσαν, καλύπτει τις φθορές των προβλημάτων που προκαλούνται από δικαστική πλάνη ή την ανώμαλη λειτουργία της Υπηρεσίας Δικαιοσύνης.

Άρθρο 93

  1. Η εισαγγελία έχει καθήκον να παρακολουθεί την υπεράσπιση και την επιβολή του νομικού συστήματος και την ανεξαρτησία των δικαστηρίων, καθώς και το καθήκον προώθησης της εφαρμογής του νόμου, προκειμένου να προστατεύονται τα δικαιώματα των πολιτών και να προστατεύεται το γενικό συμφέρον.
  2. Η εισαγγελία απαρτίζεται από μέλη που ορίζονται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (Consell Superior de la Justícia), κατόπιν συμβουλής της κυβέρνησης, για ανανεώσιμη θητεία έξι χρόνων, από πρόσωπα που μπορούν να διοριστούν ως δικαστές. Το νομικό τους καθεστώς ρυθμίζεται από τον νόμο.
  3. Η εισαγγελία, υπό την προεδρία του Φορολογικού Γενικού Γραμματέα, λειτουργεί σύμφωνα με τις αρχές της νομιμότητας, της ενότητας και της εσωτερικής ιεραρχίας.

Άρθρο 94 Οι δικαστές και η εισαγγελία ασκούν τις αστυνομικές δραστηριότητες που σχετίζονται με δικαστικά θέματα όπως προβλέπεται από τον νόμο.

Μέρος VIII - Το Συνταγματικό Δικαστήριο[Επεξεργασία]

Άρθρο 95

  1. Το Συνταγματικό Δικαστήριο (Tribunal Constitucional) είναι ο ανώτατος διερμηνέας του Συντάγματος, λειτουργεί δικαιοδοτικά και οι αποφάσεις του δεσμεύουν τόσο τις δημόσιες αρχές όσο και τα άτομα.
  2. Το Συνταγματικό Δικαστήριο αποφασίζει για τους δικούς του εσωτερικούς κανονισμούς και ασκεί τα καθήκοντά του μόνο σύμφωνα με το Σύνταγμα και την αντίστοιχη Llei Qualificada[3] που το ρυθμίζει.

Άρθρο 96

  1. Το Συνταγματικό Δικαστήριο (Tribunal Constitucional) απαρτίζεται από τέσσερις συνταγματικούς δικαστές που επιλέγονται μεταξύ προσώπων με γνωστή νομική ή θεσμική πείρα. Ο ένας επιλέγεται από κάθε Συμπρίγκιπα και δύο από τον Ανώτατο Συμβούλιο. Δεν μπορούν να κατέχουν το αξίωμα για περισσότερο από δύο διαδοχικές οκταετείς θητείες. Η ανανέωση του Συνταγματικού Δικαστηρίου είναι μερική. Οι όροι περί ασυμβατότητας ρυθμίζεται από τη Llei Qualificada που αναφέρεται στο προηγούμενο άρθρο.
  2. Το Συνταγματικό Δικαστήριο προεδρεύεται από τον δικαστή στον οποίο αντιστοιχεί η θέση, με βάση σύστημα διάρκειας δύο ετών.

Άρθρο 97

  1. Το Συνταγματικό Δικαστήριο (Tribunal Constitucional) λαμβάνει τις αποφάσεις του με πλειοψηφία. Οι ψηφοφορίες του και οι συζητήσεις του είναι μυστικές. Ο πρόεδρος, που επιλέγεται πάντα με κλήρωση, έχει την αποφασιστική ψήφο σε περίπτωση ισοψηφίας.
  2. Οι αποφάσεις που υποστηρίζουν εν μέρει ή πλήρως την προσφυγή πρέπει να καθορίζουν το εύρος και την επέκταση των συνεπειών της.

Άρθρο 98 Το Συνταγματικό Δικαστήριο (Tribunal Constitucional) εκδικάζει:

  1. Προσφυγές αντισυνταγματικότητας κατά νόμων, εκτελεστικών κανονισμών και του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Συμβουλίου.
  2. Αιτήματα προκαταρκτικής γνωμοδότησης αντισυνταγματικότητας σχετικά με τους διεθνείς νόμους και συνθήκες.
  3. Διαδικασίες συνταγματικής προσφυγής.
  4. Σύγκρουση δικαιοδοσίας μεταξύ συνταγματικών οργάνων. Για το σκοπό αυτό θεωρούνται ως συνταγματικά όργανα οι Συμπρίγκιπες, το Γενικό Συμβούλιο, η Κυβέρνηση, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο και οι Κοινότητες.

Άρθρο 99

  1. Οι προσφυγές αντισυνταγματικότητας κατά νομοθετικών ή κανονιστικών ρυθμίσεων μπορούν να υποβληθούν από το ένα πέμπτο του Γενικού Συμβουλίου, τον Αρχηγό της Κυβέρνησης και τρεις Κοινότητες. Το ένα πέμπτο του Γενικού Συμβουλίου μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά του Κανονισμού Διαδικασίας του Κοινοβουλίου. Η προσφυγή ασκείται εντός τριάντα ημερών από τη δημοσίευση του κανονισμού.
  2. Η άσκηση της προσφυγής δεν αναστέλλει την εφαρμογή του κανονισμού που αποτελεί αντικείμενο της προσφυγής. Το Δικαστήριο εκδίδει απόφαση εντός μέγιστης προθεσμίας δύο μηνών.

Άρθρο 100

  1. Εάν, κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας, ένα δικαστήριο αιτιολογήσει και θέσει αμφιβολίες σχετικά με τη συνταγματικότητα ενός νόμου ή ενός νομοθετικού διατάγματος, η εφαρμογή του οποίου σχετίζεται με την απόφασή του, ζητεί γραπτώς την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου (Tribunal Constitucional) σχετικά με την ισχύ του επηρεαζόμενου κανονισμού.
  2. Το Συνταγματικό Δικαστήριο μπορεί να μη δεχθεί τη διεκπεραίωση της αίτησης χωρίς περαιτέρω προσφυγή. Εάν γίνει δεκτή η αίτηση, η απόφαση εκδίδεται εντός μέγιστης προθεσμίας δύο μηνών.

Άρθρο 101

  1. Οι Συμπρίγκιπες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 παράγραφος 1 στοιχείο 6, ο Αρχηγός της Κυβέρνησης ή το ένα πέμπτο του Γενικού Συμβουλίου μπορεί να ζητήσει γνωμοδότηση σχετικά με τη συνταγματικότητα των διεθνών συνθηκών πριν από την επικύρωσή τους. Η διαδικασία αυτή έχει προτεραιότητα.
  2. Η απόφαση αποδοχής του αντισυνταγματικού χαρακτήρα της Συνθήκης εμποδίζει την επικύρωσή της. Σε όλες τις περιπτώσεις, η σύναψη διεθνούς συνθήκης, συμπεριλαμβανομένων διατάξεων αντίθετων προς το Σύνταγμα, απαιτεί προηγούμενη αναθεώρηση του τελευταίου.

Άρθρο 102 Μια προσφυγή συνταγματικότητας κατά των πράξεων των δημοσίων αρχών που θίγουν τα θεμελιώδη δικαιώματα μπορεί να ασκηθεί από:

  1. Αυτούς που αποτελούσαν μέρος της προηγούμενης δικαστικής διαδικασίας που αναφέρεται στο άρθρο 41 παράγραφος 2 του παρόντος Συντάγματος.
  2. Όσοι έχουν έννομο συμφέρον που σχετίζεται με μη εκτελεστές διατάξεις ή πράξεις του Γενικού Συμβουλίου.
  3. Η εισαγγελία σε περίπτωση παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος δικαιοδοσίας.

Άρθρο 103

  1. Οι συγκρούσεις μεταξύ των συνταγματικών οργάνων προκύπτουν όταν κάποιος από αυτούς ισχυρίζεται ότι κάποιος άλλος παρανόμως εκτελεί τα καθήκοντα που είναι συνταγματικά κατοχυρωμένα υπό τη δικαιοδοσία του πρώτου.
  2. Το Συνταγματικό Δικαστήριο (Tribunal Constitucional) μπορεί να αναστείλει προσωρινά την εκτέλεση των κανονισμών ή των πράξεων που αποτελούν αντικείμενο προσφυγής και, κατά περίπτωση, να διατάξει τη διακοπή των πράξεων που προκάλεσαν τη σύγκρουση.
  3. Η απόφαση καθορίζει και απονέμει δικαιοδοσία σε ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη.
  4. Η κατάθεση δικαιοδοσίας αποτρέπει το θέμα να προσέλθει ενώπιον της Διοίκησης της Δικαιοσύνης.
  5. Ο νόμος ρυθμίζει τις περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να προκύψει σύγκρουση δικαιοδοσίας λόγω μη άσκησης από τα συνταγματικά όργανα της δικαιοδοσίας στην οποία έχουν δικαίωμα.

Άρθρο 104 Μία Llei Qualificada[3] ρυθμίζει το νομικό καθεστώς των μελών του Συνταγματικού Δικαστηρίου (Tribunal Constitucional), τις συνταγματικές διαδικασίες και τη λειτουργία του οργάνου.

Μέρος IX - Συνταγματική αναθεώρηση[Επεξεργασία]

Άρθρο 105 Το δικαίωμα κίνησης της αναθεώρησης του Συντάγματος ανήκει στους Συμπρίγκιπες από κοινού ή στο ένα τρίτο των μελών του Γενικού Συμβουλίου.

Άρθρο 106 Η αναθεώρηση του Συντάγματος απαιτεί την έγκριση του Γενικού Συμβουλίου με πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του Σώματος. Αμέσως μετά την έγκρισή του, η πρόταση υποβάλλεται σε κύρωση μέσω δημοψηφίσματος.

Άρθρο 107 Μόλις πραγματοποιηθεί η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 106, οι Συμπρίγκιπες κυρώνουν το νέο συνταγματικό κείμενο προς έκδοση της και αυτό τίθεται σε ισχύ.

Πρώτη πρόσθετη διάταξη[Επεξεργασία]

Το Γενικό Συμβούλιο και η Κυβέρνηση έχουν την εντολή του Συντάγματος, ώστε, από κοινού με τους Συμπρίγκιπες, να μπορέσουν να αρχίσουν διαπραγματεύσεις με τις κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Ισπανίας με σκοπό την υπογραφή μιας τριμερούς διεθνούς συνθήκης που θα δημιουργήσει το πλαίσιο σχέσεων με τα γειτονικά κράτη, βάσει του σεβασμού της κυριαρχίας, της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Ανδόρρας.

Δεύτερη πρόσθετη διάταξη[Επεξεργασία]

Η θέση της διπλωματικής αντιπροσωπείας ενός κράτους στην Ανδόρρα δεν είναι συμβατή με την κατοχή οποιουδήποτε άλλου δημοσίου αξιώματος.

Πρώτη μεταβατική διάταξη[Επεξεργασία]

  1. Το ίδιο το Γενικό Συμβούλιο, το οποίο ενέκρινε το παρόν Σύνταγμα, συγκαλεί έκτακτη σύνοδο συνεδριάσεων για να εγκρίνει τουλάχιστον τον Κανονισμό του Γενικού Συμβουλίου και τις lleis qualificades[3] του εκλογικού συστήματος, του συστήματος δικαιοδοσίας και χρηματοδότησης των Κοινοτήτων, και του Συνταγματικού Δικαστηρίου (Tribunal Constitucional). Αυτή η σύνοδος συνεδριάσεων λήγει στις τριάντα πρώτες ημέρες του Δεκεμβρίου του 1993.
  2. Κατά την περίοδο αυτή, αρχής γενομένης την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη δημοσίευση του Συντάγματος, το Γενικό Συμβούλιο δεν μπορεί να διαλυθεί και πρέπει να εκτελέσει όλες τις αρμοδιότητες που του αναθέτει το Σύνταγμα.
  3. Την όγδοη Σεπτεμβρίου 1993, ημέρα γιορτής της Παναγίας του Meritxell, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου θα πραγματοποιήσει γενικές εκλογές, οι οποίες θα διεξαχθούν το πρώτο δεκαπενθήμερο του Δεκεμβρίου αυτού του έτους.
  4. Το τέλος αυτής της συνόδου συνεδριάσεων συνεπάγεται τη διάλυση του Γενικού Συμβουλίου και την παύση της Κυβέρνησης, η οποία θα λειτουργήσει προσωρινά μέχρι τη σύσταση της νέας, σύμφωνα με το Σύνταγμα.

Δεύτερη μεταβατική διάταξη[Επεξεργασία]

  1. Η Llei Qualificada[3] σχετικά με το δικαστικό σώμα προβλέπει, σε ισορροπημένη βάση, τον διορισμό δικαστών και εισαγγελέων από τα γειτονικά κράτη, αν δεν είναι δυνατό να γίνει διαφορετικά. Αυτός ο νόμος, καθώς και ο νόμος σχετικά με το Συνταγματικό Δικαστήριο (Tribunal Constitucional), ρυθμίζουν το καθεστώς ιθαγένειας δικαστών και δικαστών που δεν είναι υπήκοοι Ανδόρρας.
  2. Η Llei Qualificada σχετικά με το δικαστικό σώμα θεσπίζει το μεταβατικό σύστημα για τη συνέχιση της θητείας των δικαστών εκείνων οι οποίοι, κατά τη στιγμή της έκδοσής της, δεν είναι κάτοχοι των ακαδημαϊκών τίτλων που προβλέπονται στο Σύνταγμα.
  3. Η προαναφερθείσα απόφαση Llei Qualificada σχετικά με το δικαστικό σύστημα προβλέπει τα συστήματα συμμόρφωσης των εκκρεμών διαδικασιών και αιτιών στο δικαστικό και διαδικαστικό σύστημα που προβλέπει το παρόν Σύνταγμα, έτσι ώστε να διασφαλίζεται το δικαίωμα διεθνούς δικαιοδοσίας.
  4. Οι νόμοι και οι κανόνες που ισχύουν τη στιγμή που συστήνεται το Συνταγματικό Δικαστήριο, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο άμεσης συνταγματικής προσφυγής εντός περιόδου τριών μηνών, μετά την ανάληψη των καθηκόντων των συνταγματικών δικαστών. Τα όργανα που δικαιούνται να ασκήσουν τέτοια προσφυγή είναι εκείνα που προβλέπονται στο άρθρο 99 του Συντάγματος.
  5. Κατά την περίοδο της πρώτης θητείας μετά την έναρξη ισχύος του Συντάγματος, οι εκπρόσωποι των Συμπριγκίπων στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο δεν είναι απαραίτητο να είναι υπήκοοι Ανδόρρας.

Τρίτη μεταβατική διάταξη[Επεξεργασία]

  1. Οι θεσμικές υπηρεσίες των Συμπριγκίπων, των οποίων οι λειτουργίες και αρμοδιότητες έχουν παραχωρηθεί από το παρόν Σύνταγμα σε άλλα κρατικά όργανα, μεταφέρονται στα προαναφερθέντα όργανα. Για τον σκοπό αυτό, συγκροτείται τεχνική επιτροπή. Αποτελείται από έναν αντιπρόσωπο κάθε Συμπρίγκιπα, δύο από το Γενικό Συμβούλιο και δύο από την Κυβέρνηση και προετοιμάζει και απευθύνει έκθεση προς το Γενικό Συμβούλιο για να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να καταστήσει αποτελεσματικές τις μεταφορές εντός της περιόδου του χρόνου που αναφέρεται στην πρώτη μεταβατική διάταξη.
  2. Η ίδια επιτροπή προβαίνει τις αναγκαίες ρυθμίσεις για την υπαγωγή των αστυνομικών υπηρεσιών υπό τον αποκλειστικό έλεγχο της Κυβέρνησης εντός δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του Συντάγματος.

Καταργητική διάταξη[Επεξεργασία]

Με την έναρξη ισχύος του παρόντος Συντάγματος ακυρώνονται όλες οι προηγούμενες ρυθμίσεις που αντιτίθενται σε αυτό.

Τελική διάταξη[Επεξεργασία]

Το Σύνταγμα θα τεθεί σε ισχύ αμέσως μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της Ανδόρρας.

Και εμείς οι Συμπρίγκιπες, μετά την έγκριση του Συντάγματος από το Συμβούλιο σε επίσημη σύνοδο τη δεύτερη ημέρα του Φεβρουαρίου του 1993 και μετά την έγκρισή του από τον λαό της Ανδόρρας στο δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε στις 14 Μαρτίου του 1993, το κάνουμε δικό μας, το επικυρώνουμε, το κυρώνουμε και το εφαρμόζουμε και, για γενική επίγνωση, διατάζουμε τη δημοσίευσή του.

Κάζα ντε λα Βαλ, την εικοστή όγδοη Απριλίου 1993

Φρανσουά Μιτεράν, Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας, Συμπρίγκιπας της Ανδόρρας

Ζόρντι Φαρά Φορνέ, Πρόεδρος του Κοινοβουλίου

Ο Επίσκοπος του Ουρζέλ Ζοάν Μαρτί Αλάν, Συμπρίγκιπας της Ανδόρρας

Σημειώσεις[Επεξεργασία]

  1. 1,0 1,1 Δύο αποφάσεις του 13ου αιώνα, οι οποίες ρυθμίζουν διάφορα σημεία διαφωνίας μεταξύ του Κόμη του Φουά και του επισκόπου του Ουρζέλ, σχετικά με την άσκηση των φεουδαρχικών τους εξουσιών στις κοιλάδες της Ανδόρρας.
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 Παραδοσιακή διαίρεση της επικράτειας της Ανδόρρας
  3. 3,00 3,01 3,02 3,03 3,04 3,05 3,06 3,07 3,08 3,09 3,10 3,11 3,12 3,13 3,14 3,15 Νόμος, ο οποίος για να εγκριθεί, απαιτεί ευρύτατη πλειοψηφία.
  4. 4,0 4,1 Μονοθάλαμο κοινοβούλιο, εκλεγμένο με καθολική ψηφοφορία και σύστημα πλειοψηφίας σε δύο γύρους εκλογών στις αντίστοιχες κοινοβουλευτικές parròquies
  5. Οικιστικές περιφέρειες και γειτονιές.
  6. Αρμόδιο όργανο συλλογικής φύσης που αποτελεί τη βάση της δικαιοδοτικής οργάνωσης στην Ανδόρρα.