Στο Χριστό στο Κάστρο

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Στό Χριστό, στό Κάστρο
Συγγραφέας: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Τό Γιάννη τό Νυφιώτη καί τόν Ἀργύρη τῆς Μυλωνοῦς, τούς ἔκλεισε τό χιόνι ἀπάν' στό Κάστρο, τ'μ πέρα πάντα, στό Στοιβωτό τόν ἀνήφορο· τ' ἀκούσατε;

Οὕτως ὡμίλησεν παπα-Φραγκούλης Σακελλάριος, ἀφοῦ ἔκαμε τήν εὐχαριστίαν τοῦ ἐξ ὀσπρίων κ' ἐλαιῶν οἰκογενειακοῦ δείπνου, τήν ἑσπέραν τῆς 23 Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 186… Παρόντες ἦσαν, πλήν τῆς παπαδιᾶς, τῶν δύο ἀγάμων θυγατέρων καί τοῦ δωδεκαετοῦς υἱοῦ, γείτονας Πανάγος μαραγκός, πεντηκοντούτης, οἰκογενειάρχης, ἀναβάς διά νά εἴπῃ μίαν καλησπέραν καί νά πίῃ μίαν ρακιά, κατά τό σύνηθες, εἰς τό παπαδόσπιτο· κ' θειά τό Μαλαμώ Καναλάκαινα, μεμακρυσμένη συγγενής, ἐλθοῦσα διά νά φέρῃ τήν προσφοράν της, χήρα ἑξηκοντοῦτις, εὐλαβής, πρόθυμος νά τρέχῃ εἰς ὅλας τάς λειτουργίας καί νά ὑπηρετῇ δωρεάν εἰς τούς ναούς καί τά ἐξωκκλήσια.

―Τ’ ἀκούσαμε κ’ ἡμεῖς, παπά, ἀπήντησεν ὁ γείτονας ὁ Πανάγος· ἔτσ’ εἴπανε.

―Τί, εἴπανε; Εἶναι σίγουρο, σᾶς λέω, ἐπανέλαβεν ὁ παπα-Φραγκούλης. Οἱ βλοημένοι, δέ θά βάλουν ποτέ γνώση. Ἐπῆγαν μέ τέτοιον καιρό νά κατεβάσουν ξύλα, ἀπάν’ ἀπ’ τοῦ Κουρούπη τά κατσάβραχα, στό Στοιβωτό, ἐκεῖ πού δέν μπορεῖ γίδι νά πατήσῃ. Καλά νά τά παθαίνουν!

―Μυαλό δέν ἔχουν, αὐτός οὑ κόσμους, θά πῶ, εἶπεν ἡ θειά τό Μαλαμώ. Τώρα οἱ ἀθρῶποι γινῆκαν ἀπόκοτοι.

―Νά εἴχανε τάχα τίποτα κ’μπάνια μαζί τς; εἶπεν ἡ παπαδιά.

―Ποιός τού ξέρ’; εἶπεν ἡ θειά τό Μαλαμώ.

―Θά εἴχανε, θά εἴχανε κουμπάνια, ὑπέλαβεν ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός. Ἀλλιῶς δέ γένεται. Πήγανε μέ τά ζεμπίλια τους γεμᾶτα. Καί τουφέκι θά εἶχαν, καί θηλειές σταίνουν γιά τά κοτσύφια. Εἶχαν πάρει κι ἁλάτι μπόλικο μαζί τους, γιά νά τ’ ἁλατίσουν γιά τά Χριστούγεννα.

―Τώρα Χριστούγεννα θά κάμουν ἀπάν’ στό Στοιβωτό τάχα; εἶπε μετ’ οἴκτου ἡ παπαδιά.

―Νά μποροῦσε κανείς νά τούς ἔφερνε βοήθεια; ἐψιθύρισεν ὁ ἱερεύς, ὅστις ἐφαίνετο κάτι μελετῶν μέσα του.

Ἦτον ἕως πενηνταπέντε ἐτῶν ὁ ἱερεύς, μεσαιπόλιος, ὑψηλός, ἀκμαῖος καί μέ ἀγαθωτάτην φυσιογνωμίαν. Εἰς τήν νεότητά του ὑπῆρξε ναυτικός, κ’ ἐφαίνετο διατηρῶν ἀκόμη λανθανούσας δυνάμεις, ἦτο δέ τολμηρός καί ἀκάματος.

―Τί βοήθεια νά τούς κάμουνε; εἶπεν ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός. Ἀπ’ τή στεριά ὁ τόπος δέν πατιέται. Ἔρριξε, ἔρριξε χιόνι κι ἀκόμα ρίχνει. Χρόνια εἶχε νά κάμῃ τέτοια βαρυχειμωνιά. Ὁ Ἅις Θανάσης ἔγιν’ ἕνα μέ τά Καμπιά. Ἡ Μυγδαλιά δέν ξεχωρίζει ἀπ’ τοῦ Κουρούπη.

Ὁ Πανάγος ὠνόμαζε τέσσαρας ἀπεχούσας ἀλλήλων κορυφάς τῆς νήσου. Ὁ παπα-Φραγκούλης ἐπανέλαβεν ἐρωτηματικῶς:

―Κι ἀπ’ τή θάλασσα, μαστρο-Πανάγο;

―Ἀπ’ τή θάλασσα, παπά, τά ἴδια καί χειρότερα. Γραιολεβάντες δυνατός, φουρτούνα, κιαμέτ. Ὅλο καί φρεσκάρει. Ξίδι μοναχό. Ποῦ μπορεῖς νά ξεμυτίσῃς ὄξ’ ἀπ’ τό λιμάνι, κατά τ’ Ἀσπρόνησο!

―Ἀπό Σοφράν τό ξέρω, Πανάγο, μά ἀπό Σταβέτ;

Ὁ ἱερεύς ἐπρόφερεν οὕτω τούς ὅρους Sopra vento καί Sotto vento, ἤτοι τό ὑπερήνεμον καί ὑπήνεμον, ἐννοῶν εἰδικώτερον τό βορειανατολικόν καί τό μεσημβρινοδυτικόν.

―Ἀπό Σταβέτ, παπά… μά εἶναι φόβος μήν τονε γυρίσῃ στό μαΐστρο.

―Μά… τότε πρέπει νά πέσουμε νά πεθάνουμε, εἶπεν ὡς ἐν συμπεράσματι ὁ ἱερεύς. Δέν εἶναι λόγια αὐτά, Πανάγο.

―Ἔ! παπά μ’, ὁ καθένας τώρα ἔχει τό λογαριασμό τ’. Δέν πάει ἄλλος νά βάλῃ τό κεφάλι του στόν τρουβά, κατάλαβες, γιά νά γλυτώσ’ ἐσένα.

Ὁ παπα-Φραγκούλης ἐστέναξεν, ὡς νά ᾤκτειρε τήν ἰδιοτέλειαν καί μικροψυχίαν, ἧς ζῶσα ἠχώ ἐγίνετο ὁ Πανάγος.

―Καί τί θά πάθουνε, τό κάτω κάτω; ἐπανέλαβεν, ὡς διά ν’ ἀναπαύσῃ τήν συνείδησίν του ὁ μαραγκός. Νά, θά εἶναι χωμένοι σέ καμμιά σπηλιά, τσακμάκι θά ‘χουν μαζί τους, ξύλα μπόλικα. Μακάρι νά μοῦ ‘χε κ’ ἐμέ ἡ Πανάγαινα ἀπόψε στήν παραστιά μου τή φωτιά πού θέν’ ἔχουν αὐτοί. Γιά μιά βδομάδα, πάντα θά εἴχανε κουμπάνια, καί δέν εἶναι παραπάν’ ἀπό πέντε μέρες πού ἀγρίεψε ὁ χειμώνας.

―Νά πήγαινε τώρα κανένας νά λειτουργήσῃ τό Χριστό, στό Κάστρο, ἐπανέλαβεν ὁ ἱερεύς, θά εἶχε διπλό μισθό, πού θά τούς ἔφερνε κι αὐτούς βοήθεια. Πέρσι πού ἦταν ἐλαφρότερος ὁ χειμώνας, δέν πήγαμε… Φέτος πού εἶναι βαρύς…

Καί διεκόπη, ὡς νά εἶπε πολλά. Ὁ ἀγαθός ἱερεύς εἶχεν ἦθος ἀνθρώπου λέγοντος οἱονεί κατά δόσεις ὅ,τι εἶχε νά εἴπῃ. Ἐκ τῶν ὑστέρων θά φανῇ ὅτι εἶχε τήν ἀπόφασίν του καί ὅτι ὅλα τά προοίμια ταῦτα ἦσαν μεμελετημένα.

―Καί γιατί δέν κάνει καλόν καιρό ὁ Χριστός, παπά, ἂν θέλῃ νά πᾶνε νά τόν λειτουργήσουνε στήν ἑορτή του; εἶπεν αὐθαδῶς ὁ μαστρο-Πανάγος.

Ὁ ἱερεύς τόν ἐκοίταξε μέ λοξόν βλέμμα, καί εἶτα ἠπίως τοῦ εἶπε:

―Ἔ! Πανάγο, γείτονα, δέν ξέρουμε, βλέπω, τί λέμε… Ποῦ εἴμαστε ἡμεῖς ἱκανοί νά τά καταλάβουμε αὐτά!… Ἄλλο τό γενικό καί ἄλλο τό μερικό καί τό τοπικό, Πανάγο… Ἡ βαρυχειμωνιά γίνεται γιά καλό, καί γιά τήν εὐφορίαν τῆς γῆς καί γιά τήν ὑγείαν ἀκόμα. Ἀνάγκη ὁ Χριστός δέν ἔχει νά πᾶνε νά τόν λειτουργήσουνε… Μά ὅπου εἶναι μία μερική προαίρεσις καλή, κ’ ἔχει κανείς καί χρέος νά πληρώσῃ, ἂς εἶναι καί τόλμη ἀκόμα, καί ὅπου πρόκειται νά βοηθήσῃ κανείς ἀνθρώπους, καθώς ἐδῶ, ἐκεῖ ὁ Θεός ἔρχεται βοηθός, καί ἐναντίον τοῦ καιροῦ, καί μέ χίλια ἐμπόδια… Ἐκεῖ ὁ Θεός συντρέχει καί μέ εὐκολίας πολλάς καί μέ θαῦμα ἀκόμα, τί νομίζεις, Πανάγο;… Ἔπειτα, πῶς θέλεις νά κάμῃ ὁ Χριστός καλόν καιρό, ἀφοῦ ἄλλες χρονιές ἔκαμε κ’ ἡμεῖς ἀπό ἀμέλεια δέν πήγαμε νά τόν λειτουργήσουμε;

Ὅλοι οἱ παρόντες ἠκροάσθησαν ἐν σιωπῇ τήν σύντομον καί αὐτοσχέδιον ταύτην διδαχήν τοῦ παπᾶ. Ἡ θειά τό Μαλαμώ ἔσπευσε νά εἴπῃ:

―Ἀλήθεια, παπά μ’, δέν εἶναι καλό πρᾶμα αὐτοδά, θά πῶ, ν’ ἀφήνουν τόσα χρόνια τώρα τό Χριστό ἀλειτούργητο, τήν ἡμέρα τῆς Γέννας του… Γιά ταῦτο θά μᾶς χαλάσ’ κι οὑ Θεός!

―Κ’ εἴχαμε κάμει κ’ ἕνα τάξιμο πέρυσι τό Δωδεκάμερο, ἀλήθεια, παπαδιά; εἶπεν αἴφνης στραφείς πρός τήν συμβίαν του ὁ ἱερεύς.

Ἡ παπαδιά τόν ἐκοίταξεν ὡς νά μήν ἐνόει.

―Ὁπού ἦταν ἄρρωστος αὐτός ὁ Λαμπράκης, ἐπανέλαβεν ὁ ἱερεύς δεικνύων τόν δωδεκαετῆ υἱόν του. Θυμᾶσαι τό τάμα πού κάμαμε;

Ἡ παπαδιά ἐσιώπα.

―Ἔταξες, ἂν γλυτώσῃ, νά πᾶμε, σά-μπροστά, νά λειτουργήσουμε τό Χριστό, τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς του.

―Τό θυμοῦμαι, εἶπε σείουσα τήν κεφαλήν ἡ παπαδιά.

Τῷ ὄντι, ὁ μόνος υἱός τοῦ παπᾶ, ὁ δωδεκαετής Σπύρος, ὃν αὐτός ἀπεκάλει εἰρωνικῶς καί θωπευτικῶς Λαμπράκην, ἕνεκα τῆς ἄκρας ἰσχνότητος καί ἀδυναμίας, ἐξ ἧς ἔφεγγεν οἱονεί τό προσωπάκι του, εἶχε κινδυνεύσει ν’ ἀποθάνῃ πέρυσι τάς ἡμέρας τῶν Χριστουγέννων. Ἡ παπαδιά, ἥτις ἤγγιζεν ἤδη τό πεντηκοστόν, καί τόν εἶχε μόνον καί ὑστερόγονον, κατόπιν τεσσάρων ἐπιζώντων κορασίων, ὧν αἱ δύο πρῶται ἦσαν ὑπανδρευμέναι ἤδη, καί μετά ὀκτώ γέννας, ὧν αἱ δύο διδύμων, καί πέντε θανάτους, ἡ παπαδιά εἶχε τάξει, ἂν ἐγλύτωνε τό ἀγόρι της, νά ὑπάγῃ τοῦ χρόνου νά λειτουργήσῃ τόν Χριστόν.

Τό ἐνθυμεῖτο καί τό ἐσυλλογίζετο πρό ἡμερῶν, καί ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ὁμιλίας τοῦ παπᾶ αὐτό μόνον ἐσκέπτετο. Ἀλλ’ ἔβλεπεν ὅτι ἐφέτος θά ἦτο δυσκολώτατον, φοβερόν, ἀνήκουστον τόλμημα, ἕνεκα τοῦ βαρέος χειμῶνος, καί ἐφρόνει ὅτι ὁ Χριστός θά ἦτο συγγνώμων καί θά παρεχώρει νέαν προθεσμίαν.

Ἐν τούτοις, γνωρίζουσα τήν συνήθη τακτικήν τοῦ παπᾶ, ὡς καί τήν ἰσχυρογνωμοσύνην του, ἀπεφάσισεν ἐνδομύχως νά μή ἀντιλέξῃ. Καί οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλά καί ἄλλο τι ἡρωικώτερον καί εἰς πολλούς ἀπίστευτον· ὅπου ἀποφασίσῃ νά ὑπάγῃ ὁ παπάς, νά ὑπάγῃ κι αὐτή μαζί του.

Ἦτο γυνή δειλοτάτη, ἀλλά μόνον ἐνόσῳ εὑρίσκετο μακράν τοῦ παπᾶ. Ὅταν ἦτο πλησίον τοῦ παπᾶ της, ἐλάμβανε θάρρος, ἡ καρδία της ἐζεσταίνετο, καί δέν ἐφοβεῖτο τούς κινδύνους. Ἐάν τυχόν ἀνεχώρει ὁ παπάς, χωρίς αὐτῆς, νά ὑπάγῃ εἰς τό Κάστρον, ἡ καρδούλα της θά ἔτρεμεν ὡς τό πουλάκι τό κυνηγημένον. Ἀλλ’ ἐάν τήν ἔπαιρνε μαζί του, θά ἦτο ἡσυχωτάτη.

Ἡ μεγάλη κόρη, ἡ εἰκοσαέτις τό Μυγδαλιώ, ἐνόησεν ἀμέσως τά τρέχοντα, καί ἤρχισε, παρά τό πλευρόν τῆς μητρός της καθημένη, πλησίον τῆς ἑστίας, νά ὀλολύζῃ ταπεινῇ τῇ φωνῆ εἰς τό οὖς τῆς μητρός της.

―Ποῦ θά πᾶτε, θά πῶ; Παλαβώσατε, θά πῶ;… Μέ τέτοιον καιρό!… Νά πᾶτε στό Κάστρο! Ὤχ! καημένη… Τί νά γίνω;

Ἡ νεωτέρα κόρη, ἡ δεκαεξαέτις τό Βασώ, ἀρχίσασα καί αὐτή νά ἐννοῇ ὑπεψιθύρισε:

―Τί λέει;… Θά πᾶνε στό Κάστρο;… Κι ἄρχισες τά κλάματα! Μουρλάθηκες! Σιώπα, θά μέ πάρουν κ’ ἐμέ μαζί… Θά μέ πάρετε, μᾶ;

―Σούτ! Λ’φάξτε! εἶπεν αὐστηρῶς ἡ παπαδιά.

―Τί τρέχει; εἶπεν ἡ θειά τό Μαλαμώ, ἀκούσασα τούς ψιθυρισμούς ἐκεῖθεν τῆς ἑστίας.

―Τίποτε, Μαλαμώ, εἶπε μέ αὐστηρόν βλέμμα ὁ παπάς· ἡσύχασε. Πανάγο, εἶπε στραφείς πρός τόν γείτονα τόν μαραγκόν, εὑρών [[|εὔσχημον τρόπον νά τόν ἀποπέμψῃ, δέν πᾷς, νά ‘χῃς τήν εὐχή, νά πῇς τοῦ μπαρμπα-Στεφανῆ τοῦ Μπέρκα νά ‘ρθῇ ἀπό δῶ, τόνε θέλω νά τ’ πῶ;…

Ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός ἠγέρθη ὑψηλός, μεγαλόσωμος, ὀλίγον κυρτός, τινάξας τά σκέλη του.

―Πηγαίνω, παπά, εἶπε. Θέλω κ’ ἐγώ νά πάω νά ἰδῶ μή μὄχῃ τίποτα ἡ Πανάγαινα γιά νά φᾶμ’ ἀπόψε.

―Πήγαινε νά τοῦ πῇς πρῶτα κ’ ὕστερα γυρίζεις καί τρῶτε.

―Ἡ εὐχή σας. Καληνύχτα, παπαδιά.

Κ’ ἐξῆλθε.

―Τί λέει, θά πῶ, εἶπεν ἡ θειά τό Μαλαμώ, μετά τήν ἀναχώρησιν τοῦ Πανάγου, θά πᾷς στό Κάστρο, παπά;

―Νά ἰδοῦμε τί θά μᾶς πῇ κι ὁ μπαρμπα-Στεφανής ὁ Μπέρκας.

―Ἰγώ, ἕνας-ιμ, εἶπεν ἡ θειά τό Μαλαμώ, ἂ θέ πᾷς, ἔρχουμι.

―Κ’ ἰγώ, εἶπεν ἡ παπαδιά.

―Δέν εἶναι γιά νά ‘ρθῇς ἐσύ, παπαδιά, εἶπεν ὁ ἱερεύς. Φτάνει πού θά κακοπαθήσω ἐγώ… Δέν πρέπει νά λείψουμε κ’ οἱ δύο ἀπ’ τό σπίτι.

―Ἰγώ τό ‘καμα τού τάμα, εἶπεν ἡ παπαδιά.

―Μά ἂν πάω ἐγώ τό ἴδιο εἶναι.

―Δέν εἶμαι ἥσυχη, ἂν δέν εἶμαι κουντά σου, παπά μ’, εἶπεν ἡ παπαδιά.

―Κ’ ἡμᾶς ποῦ θά μᾶς ἀφήσετε! ἔκραξε μέ δάκρυα εἰς τούς ὀφθαλμούς τό Μυγδαλιώ.

―Σιώπα, καημένη, εἶπε τό Βασώ. Θά μέ πάρ’νε κ’ ἐμένα μαζί, σιώπα!

―Ναί, ἐσένα σ’ φαίνεται πώς εἶσ’ ἀκόμα μικρή, χαδούλα μ’! Γιατί ἔτσ’ σ’ ἐμάθανε. Δέν φταῖς ἐσύ! εἶπε τό Μυγδαλιώ, ἐκχύνουσα τήν ἐνδόμυχον ζήλειαν της ἐπί τῇ τύχῃ τῆς ἀδελφῆς της, ἥτις, ὡς μικροτέρα, δέν εἶχε κρυφθῆ ἀκόμη, ἤτοι δέν ἀπείργετο τῆς κοινωνίας ὡς αἱ πρός γάμον ὥριμοι, καί ἀπέλαυε σχετικῆς τινος ἐλευθερίας.

Ὁ μικρός Λαμπράκης εἶχε πέσει ἐπί τόν τράχηλον τῆς μητρός του.

―Θά μέ πάρετε κ’ ἐμένα μαζί, μάνα; ἐψιθύρισε περιπτυσσόμενος τόν λαιμόν της.

―Τί λές, χαδούλη μ’! τί λές, πιδί μ’; ἀπήντησε φιλοῦσα αὐτόν ἡ παπαδιά. Ἐγώ, ἂν πάω, γιά σένα θά πάω, γιέ μ’· κι ἂν ἀπομείνω, γιά σένα θ’ ἀπομείνω, γιόκα μ’, γιά νά μήν κρυώσῃς. Ὅπως ἀποφασίσῃ ὁ παπάς σ’, μικρό μ’. Τώρα σύρ’ νά πῇς τήν προσευχή σ’ καί νά κάμῃς μετάνοια τ’ παπᾶ σ’, νά πλαγιάσῃς, γιά νά μή μαργώνῃς, κανάρι μ’!

―Ναί, θά πᾷς· ἂμ δέ θά πᾷς! ἔκραξε τό Μυγδαλιώ, ἀπαντῶσα, εἰς ἓν ρῆμα τῆς μητρός της.

―Σιωπᾶτε! ἀκόμα δέν ἀποφασίσαμε τίποτε, κ’ ἐσηκώσατ’ ἐπανάσταση, εἶπεν ὁ παπάς. Νά ἰδοῦμε τί θά μᾶς πῇ κι ὁ μπαρμπα-Στεφανής.

Εἶτα στραφείς πρός τήν παπαδιά:

―Μᾶς φέρανε τίποτε λειτουργιές, μπάριμ;

Ἡ παπαδιά ἔδειξε διά τοῦ βλέμματος, σκεπασμένας μέ ραβδωτήν δίχρουν σινδόνα, τάς ὀλίγας προσφοράς, ὅσας εἶχαν φέρει εἰς τήν οἰκίαν τοῦ ἱερέως τινές τῶν ἐνοριτισσῶν, μέλλουσαι νά μεταλάβωσι τῇ ἐπαύριον, παραμονῇ τῶν Χριστουγέννων. Ἡ θειά τό Μαλαμώ τάς εἶχεν ἰδεῖ πρό πολλοῦ, καί προσεπάθει νά τάς ξεσκεπάσῃ οἱονεί μέ τάς ἀκτῖνας τοῦ βλέμματος, νά μαντεύσῃ ὣς πόσαι νά ἦσαν.

―Μᾶς βρίσκεται καί τίποτε παξιμάδι; ἠρώτησε πάλιν ὁ ἱερεύς.

―Θά ἔμεινε κάτι ὀλίγο ἀπ’ τῆς Παναγιᾶς. Ὅλο τό Σαραντάημερο ζυμώνομε κί τρῶμε ἀπ’ τά βλογούδια, εἶπεν ἡ πρεσβυτέρα.

Βλογούδια ἦσαν οἱ μικροί σταυροσφράγιστοι ἀρτίσκοι, οἱ προσφερόμενοι ὑπό τῶν ἐνοριτῶν εἰς τούς οἴκους τῶν ἱερέων κατά τό Σαρανταήμερον. Ἀντί ὅμως ἀρτίσκων, αἱ περισσότεραι ἐνορίτισσαι κατά τούς τελευταίους χρόνους ἐπροτίμων νά προσφέρωσιν ἁπλοῦν ἄλευρον, καί διά τοῦτο ἡ παπαδιά εἶπεν ὅτι «ἐζύμωναν ἀπ’ τά βλογούδια».

Βῆμα ἠκούσθη εἰς τόν πρόδομον. Ἠνοίχθη ἡ θύρα καί εἰσῆλθεν ὁ μπαρμπα-Στεφανής ὁ Μπέρκας, ὑψηλός, στιβαρός, σχεδόν ἑξηκοντούτης, μέ παχύν φαιόν μύστακα, μέ σκληρόν καί ἡλιοκαές δέρμα, φορῶν πλατύν κοῦκον καί καμιζόλαν μαλλίνην βαθυκύανον, μέ τό ζωνάρι κόκκινον δύο πιθαμές πλατύ. Κατόπιν τούτου ἐφάνη καί ἄλλη μορφή, ὀρθή ἱσταμένη παρά τήν θύραν. Ἦτο ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός, ὅστις, ἂν καί εἶχεν ἀφήσει τήν καλήν νύκτα, εἰπών ὅτι θά μετέβαινεν οἴκαδε νά δειπνήσῃ, οὐχ ἦττον, κεντηθείσης, φαίνεται, τῆς περιεργείας του νά μάθῃ τί τόν ἤθελαν τόν μπαρμπα-Στεφανή τόν Μπέρκαν, ἀνέβη καί πάλιν εἰς τήν οἰκίαν τοῦ παπᾶ.

―Καπετάν Στεφανή, εἶπεν ὁ ἱερεύς, τί λές, μ’ αὐτόν τόν καιρό, μπορεῖ κανείς νά πάῃ στό Κάστρο, μέ τ’ βάρκα, ἀπό Σταβέτ;

―Ἀπό Σταβέτ;… μέ τ’ βάρκα;… στό Κάστρο;… ἠκούσθη ἀπό τῆς θύρας ὡς καινή τις πρωθύστερος καί ἀνάστροφος ἐρωτηματική ἠχώ.

Ἦτο ὁ μαστρο-Πανάγος ὁ μαραγκός, μέ τήν κεφαλήν προέχουσαν ὣς τό ἀνώφλιον, μέ τήν μίαν πλευράν οἱονεί κολλημένην ἐπί τοῦ παραστάτου.

Ἀλλ’ ὁ μπαρμπα-Στεφανής, μόλις ἤκουσε τήν ἐρώτησιν τοῦ ἱερέως, καί χωρίς νά σκεφθῇ πλέον τοῦ δευτερολέπτου, μέ τήν χονδρήν, ταχεῖαν κ᾿ ἐμπερδεμένην προφοράν του ἀνέκραξε:

―Μπράβο! μπράβο! ἀκοῦς! ἀκοῦς! Στό Κάστρο; μετά χαρᾶς! ὄρεξη νά ‘χῃς, ὄρεξη νά ‘χῃς, παπά!

―Νά ἄνθρωπος! εἶπεν ὁ παπάς. Ἔτσι σέ θέλω, Στεφανή! Τί λές, εἶναι κίνδυνος;

―Κίντυνος, λέει; Ντίπ, καταντίπ, καθόλ’! Ἐγώ σᾶς παίρνω ἀπάνου μ’, παπά. Μονάχα πώς μπορεῖ νά κρυώσετε, τίποτε ἄλλο. Θά ‘ρθῇ, θά ‘ρθῇ κ’ ἡ παπαδιά, θά ‘ρθῇ κι ἄλλος κόσμος, πολύς κόσμος; Ἡ βάρκα εἶναι μεγάλη, κατάλαβες, παίρνει κί τριάντα νομάτοι, κί σαράντα νομάτοι, κί μ’ οὗλες τίς κουμπάνιες σας, μέ τά σέγια σας, μέ τά πράματά σας. Κ’ ἡ φουρτούνα τώρα, κατάλαβες, ὅσον πάει κί πέφτ’. Ταχιά θά ‘χουμε καλωσύνη, μπονάτσα, κάλμα. Ὅλο κί καλωσ’νεύει, νά, τώρα καλωσύνεψε!

Ὡς διά νά ψεύσῃ τήν διαβεβαίωσιν τοῦ γέροντος πορθμέως, ὀξύς συριγμός παγεροῦ βορρᾶ ἠκούσθη σείων τά δένδρα τοῦ κήπου καί τούς ξυλοτοίχους τοῦ μαγειρείου ἐπί τοῦ σκεπαστοῦ ἐξώστου τῆς οἰκίας, αἱ ὕελοι δέ καί τά παράθυρα ἀπήντησαν διά γοεροῦ στεναγμοῦ.

―Νά! ἀκοῦς; καλωσύνεψε! εἶπε καγχάζων θριαμβευτικῶς ὁ μαστρο-Πανάγος.

―Σιώπα ἐσύ, δέν ξέρ’ς ἐσύ, ἀνέκραξεν ὁ Στεφανής. Ἐσύ ξέρ’ς νά πελεκᾷς στραβόξυλα καί νά καρφώνῃς μαδέρια. Αὐτή εἶναι ἡ στερνή δύναμη τῆς φουρτούνας, εἶναι ἀέρας πού ψυχομαχάει. Αὔριο θά μαλακώσ’ ὁ καιρός, σᾶς λέω ἐγώ. Μπορεῖ νά ‘χουμε ἀκόμα καί καμμιά μικρή χιονιά, δέ σᾶς λέω, μά ἡμεῖς, ἀπό Σταβέτ, ἀνάγκη δέν ἔχουμε.

―Καί σάν τόνε γυρίσῃ στό μαΐστρο; ἐπέμεινεν ὁ μαραγκός.

―Κί χωρίς νά τόνε γυρίσῃ στό μαΐστρο, ἐγώ σ’ λέω πώς ἀπ’ τήν Κεχριά κ’ ἐκεῖ θέν’ ἔχουμε θαλασσίτσα, εἶπε τρίβων τάς χεῖρας ὁ Στεφανής. Αὐτά εἶναι ἀποθαλασσιές καί δέ λείπουν, κατάλαβες, κι ὁ κόρφος μπουκάρει ὁλοένα, κι οὗλο στρίβει. Μά δέ μᾶς πειράζ’ ἡμᾶς αὐτό. Ἐγώ σᾶς παίρνω ἀπάνου μ’, ὁ Στεφανής σᾶς παίρνει ἀπάν’ τ’!

―Μπράβο, Στεφανή, τώρα μ’ ἔκαμες ν’ ἀποφασίσω. Ἤπιες ρακί; Τράβα κι ἄλλο ἕνα, εἶπεν ὁ παπάς.

―Ἔχω πιεῖ πέντ’ ἓξ ὣς τώρα, ἔτσι νά ‘χω τήν εὐχή σ’, παπά.

―Πιέ κι ἄλλο ἕνα νά γίνουν ἑφτά.

Ὁ μπαρμπα-Στεφανής ἐρρόφησε γενναίαν δόσιν ἐκ τῆς μικρᾶς φιάλης, τῆς πάντοτε κενουμένης καί οὐδέποτε στειρευούσης, τοῦ ἱερατικοῦ μελάθρου.

―Εἴσαστ’ ἕτοιμοι, εἴσαστ’ ἕτοιμοι; εἶπεν ἀκολούθως. Πῆρες τά ἱερά σ’, παπά, τά χαρτιά σ’ οὗλα, τά ‘χεις ἕτοιμα; Ἔχετε τίποτε πράματα νά σᾶς κουβαλήσω, γιά νά ‘μαστ’ ἀ-σένιο;

―Ἀπό τώρα; εἶπεν ὁ παπα-Φραγκούλης.

―Ἀπό τώρα! Τί λές; Νά εἴμαστ’ ἀ-πρόντο, παπά. Ἐγώ στές δυό θά ‘ρθῶ νά σᾶς φωνάξω, κ’ ἐσεῖς νά εἴσαστ’ ἀ-λέστα. Διάβασε τί θά διαβάσῃς, παπά, κί στές τρεῖς νά μπαρκάρουμε.

―Ἐγώ θά εἶμαι ξυπνητός ἀπ’ τή μιά, εἶπεν ὁ ἱερεύς, γιατί ἔχω τό ξυπνητήρι μου… κ’ ἔπειτα εἶμαι καί μοναχός μου ξυπνητήρι. Μά στές τρεῖς εἶναι πολύ νωρίς. Νά χαράξῃ, Στεφανή, καί νά μπαρκάρουμε.

―Στές τρεῖς, στές τέσσερες, παπά, γιά νά μήν πέσῃ ὁ ἀέρας, νά τόν ἔχουμε πρύμα ὣς τές Κουκ’ναριές, νά ‘χουμε μέρα μπροστά μας. Ἀπό κεῖ ὣς τό Μανδράκι κι ὣς τόν Ἀσέληνο, τραβοῦμε σιγά-σιγά μέ τό κουπί. Ἀπό κεῖ ὣς τίς Κεχρεές κι ὣς τήν Ἁγία Ἑλένη, θά μᾶς παίρνῃ ἀγάλι-ἀγάλια μέ τό πανάκι. Κι ἀπ’ τήν Ἁγία Ἑλένη κ’ ἐκεῖ, ἂν δέν μπορέσουμε νά μ’ντάρουμε…

―Ἔ, ὕστερα;

―Ἐγώ θαλασσώνω καί βγαίνω στή στεριά, καί σᾶς τραβῶ μέ τήν μπαρούμα ὣς τόν Ἁι-Σώστη.

Ἐκάγχασαν ὅλοι πρός τόν ἀστεϊσμόν τοῦ ἁπλοϊκοῦ ναύτου, ὁ δέ παπάς, ὅστις ἐφοβεῖτο καί αὐτός τήν τροπήν τοῦ ἀνέμου εἰς τό μέρος περί οὗ ὁ λόγος, παρετήρησε πρός παραμυθίαν τῶν ἀκροατῶν:

―Μά ἐγώ λέω ὅτι θά μπορέσουμε στεριά νά τραβήξουμε στήν ἀκρογιαλιά, τόν κρεμνό τόν ἀνήφορο. Ὅσο ψηλά κι ἂν τό στοίβαξε τό χιόνι στά βουνά, στές ἀκρογιαλιές ὁ τόπος πατιέται.

Ἔμειναν σύμφωνοι νά ἔλθῃ ὁ λεμβοῦχος νά τούς δώσῃ εἴδησιν εἰς τάς τρεῖς, διά νά ἑτοιμασθοῦν, καί εἰς τάς τέσσαρας νά ἐκκινήσωσιν. Ὁ παπα-Φραγκούλης διέταξε νά τεθῶσιν εἰς σάκκους αἱ προσφοραί ὅσας εἶχε, καί τινα δίπυρα, καί εἰς δύο μεγάλα κλειδοπινάκια ἔθεσεν ἐλαίας καί χαβιάρι. Ἐγέμισε δύο ἑπταοκάδους φλάσκας μέ οἶνον ἀπό τήν ἐσοδείαν του. Ἐτύλιξεν εἰς χαρτία δύο ἢ τρία ξηροχτάποδα, καί μικρόν κυτίον τό ἐγέμισεν ἰσχάδας καί μεγαλόρραγας σταφίδας. Τά δύο παπαδοκόριτσα, μέ τά παράπονα καί τούς γογγυσμούς της ἡ μία, μέ τούς κρυφίους γέλωτας καί τήν ἐλπίδα τῆς συμμετοχῆς τοῦ ταξιδίου ἡ ἄλλη, ἔβρασαν ὅσα αὐγά εἶχαν, ἕως τέσσαρας δωδεκάδας, καί τά ἔθεσαν εἰς τόν πάτον ἑνός καλαθίου, τό ὁποῖον ἀπεγέμισαν εἶτα μέ δύο πρόσφορα τυλιγμένα εἰς ὀθόνας, μέ κηρία καί μέ λίβανον. Προσέτι ὁ παπα-Φραγκούλης εἶχε παρακαλέσει τόν μπαρμπα-Στεφανήν νά περάσῃ ἀπό τά σπίτια δύο ἐμποροπλοιάρχων φίλων του, ἐκ τῶν παραχειμαζόντων μέ τά πλοῖά των εἰς τόν λιμένα, νά τούς παρακαλέσῃ ἐκ μέρους του νά τοῦ στείλουν, ἂν τούς εὑρίσκετο, ὀλίγον κρέας σαλάδο, ἐξ ἐκείνου τό ὁποῖον μαγειρεύουν εἰς τά πλοῖα τά ἐκτελοῦντα μακρούς πλοῦς. Ἐκεῖνοι φιλοτιμηθέντες ἔστειλαν δύο μεγάλα τεμάχια, ἕως πέντε ὀκάδας τά δύο.

Ὅλας ταύτας τάς προμηθείας ἔκαμνεν ὁ παπάς προβλεπτικῶς διά τούς ἀποκλεισθέντας εἰς τό βουνόν ἀπό τήν χιόνα, περί ὧν ἔγινε λόγος ἐν ἀρχῇ, καθώς καί δι’ ἑαυτόν καί τούς μεθ’ ἑαυτοῦ συνεκδημήσοντας προσκυνητάς, καθόσον ἐνδεχόμενον ἦτο νά θυμώσῃ καί πάλιν ὁ καιρός καί νά τούς κλείσῃ ὁ χειμών εἰς τό Κάστρον, ἂν ἐν τοσούτῳ ἔμελλον νά φθάσωσιν εἰς τό Κάστρον σῶοι καί ὑγιεῖς. Πρίν κατακλιθῇ, ὁ παπα-Φραγκούλης ἔστειλε μήνυμα εἰς τόν συνεφημέριόν του τόν παπ’ Ἀλέξην, ὅστις ἄλλως ἦτο καί ὁ ἐφημέριος τῆς ἑβδομάδος, ὅτι δέν θά ἦτο συλλειτουργός τήν ἐπιοῦσαν, παραμονήν τῶν Χριστουγέννων, ἐν τῷ ἐνοριακῷ ναῷ, καθόσον ἀπεφάσισε, σύν Θεῷ βοηθῷ, νά ὑπάγῃ νά λειτουργήσῃ τόν ναόν τοῦ Χριστοῦ, εἰς τό Κάστρον.

Εἶχαν πάρει εἴδησιν ἀφ’ ἑσπέρας δύο-τρεῖς ἐνορίτισσαι, γειτόνισσαι τοῦ παπᾶ, διότι ὁ Πανάγος ἐξελθών ἀνεκοίνωσε τό πρᾶγμα εἰς τήν γυναῖκά του, καί αὕτη τό διηγήθη εἰς τάς γειτονίσσας. Ἐπίσης καί ἡ θειά τό Μαλαμώ ἐστάλη νά φέρῃ εἴδησιν εἰς τόν κύρ Ἀλεξανδρήν τόν ψάλτην, μεθ’ ὃ ἐξελθοῦσα ἔσπευσε νά προσηλυτίσῃ δύο ἢ τρεῖς πανηγυριστάς καί ἄλλας τόσας προσκυνητρίας.

Ὅταν ἔμελλον νά ἐπιβιβασθῶσιν, εὑρέθησαν δεκαπέντε ἄτομα. Ἡ ἀπόφασις τοῦ παπᾶ καί ἡ γενναιότης τοῦ μπαρμπα-Στεφανῆ, μετά τήν πρώτην ἔκπληξιν, ἐνέβαλε θάρρος εἰς ἄνδρας καί γυναῖκας. Ἦσαν δέ ὅλοι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες συχνά τρέχουσιν, ἄρρητον εὑρίσκοντες ἡδονήν, εἰς πανηγύρια καί εἰς ἐξωκκλήσια. Ἦσαν ὁ παπα-Φραγκούλης μετά τῆς παπαδιᾶς, τῆς Βασῶς καί τοῦ Σπύρου, ὁ μπαρμπα-Στεφανής μετά τοῦ δεκαεπταετοῦς υἱοῦ, ὅστις ἦτο καί ὁ ναύτης του, ἡ θειά τό Μαλαμώ, ὁ κύρ Ἀλεξανδρής ὁ ψάλτης, τρεῖς ἄλλοι πανηγυρισταί καί τέσσαρες προσκυνήτριαι. Τήν τελευταίαν στιγμήν προσετέθη καί δέκατος ἕκτος.

Οὗτος ἦτο ὁ Βασίλης τῆς Μυλωνοῦς, ὁ ἀδελφός τοῦ Ἀργύρη, τοῦ ἀποκλεισμένου ἀπό τάς χιόνας. Ἦλθεν εἰς τήν ἀποβάθραν μέ σάκκον πλήρη τροφίμων καί μέ ἄλλα τινά ἐφόδια διά τήν ἐκδρομήν. Ἰδών αὐτόν ὁ ἱερεύς·

―Πῶς τό ἔμαθες, Βασίλη; τοῦ λέγει.

―Τό ἔμαθα παπά, ἀπ’ τό μαστρο-Πανάγο τό μαραγκό.

―Τί ὥρα καί ποῦ τόν εἶδες;

―Κατά τάς δέκα τόν ηὗρα εἰς τό καπηλειό τοῦ Γιάννη τοῦ Μπούμπουνα. Εἶχε φάει ψωμί κ’ ἐβγῆκε νά πιῇ δυό τρία κρασιά μέ τό ἰσνάφι. Ἔλεγε πώς ἀποφασίσατε νά πᾶτε στό Κάστρο, καί σᾶς ἐκατάκρινε γιά τήν τόλμη. Μά ἐγώ τό χάρηκα, γιατί ἀνησυχῶ γιά κεῖνον τόν ἀδερφό μου, καί θέλω νά ‘ρθῶ μαζί σας ἂν μέ παίρνετε.

―Ἂς εἶναι, καλῶς νά ‘ρθῇς, εἶπεν ὁ ἱερεύς.

Ἐξέπλευσαν. Ἐστράφησαν πρός τό μεσημβρινοδυτικόν τοῦ λιμένος, ἔβαλαν πλώρη τό ἀκρωτήριον Καλαμάκι. Ὁ ἄνεμος ἦτο βοηθητικός, καί ὁ πλοῦς εὐοίωνος ἤρχιζε. Ναί μέν, ἐκρύωναν πολύ, ἀλλ’ ἦσαν ὅλοι βαρέως ἐνδεδυμένοι. Ὁ παπάς ἐκάθισεν εἰς τό πηδάλιον φορῶν τήν γούναν του. Ἡ πρεσβυτέρα εἶχε τό σάλι της τό διπλό, ἡ θειά τό Μαλαμώ εἶχε τό βαρύ γουνάκι καί τήν κουζούκα της. Ὁ μπαρμπα-Στεφανής ἦτο μέ τήν νιτσεράδα του, μέ τόν κηρωτόν πῖλόν του μέ τόν ἱμάντα δεδεμένον ὑπό τόν πώγωνα, μέ τά μακρά πτερύγια σκεπάζοντα τά ὦτα, καί ὁ υἱός του Σπύρος, ὁ καλούμενος κοινῶς τό Μπερκάκι, μέ τάς πρεκνάδας καί μέ τάς βούλας εἰς τό πρόσωπον, ἦτο μέ τά μανίκια τῆς μαλλίνης καμιζόλας του ἀνασφουγγωμένος ὣς τούς ἀγκῶνας.

Εὐτυχῶς δέν ἐχιόνιζεν, ἀλλ’ ὁ ἄνεμος ἦτο παγερός. Αἴθριος ὁ οὐρανός, σαρωμένος ἀπό τόν βορρᾶν. Ἡ σελήνη ἦτο εἰς τό πρῶτον τέταρτον, καί εἶχε δύσει πρό πολλοῦ. Τά ἄστρα ἔτρεμαν εἰς τό στερέωμα, ἡ πούλια ἐμεσουράνει, ὁ γαλαξίας ἔζωνε τόν οὐρανόν. Ὁ πῆχυς καί ἡ ἄρκτος καί ὁ ἀστήρ τοῦ πόλου ἔλαμπαν μέ βαθεῖαν λάμψιν ἐκεῖ ἐπάνω. Ἡ θάλασσα ἔφρισσεν ὑπό τήν πνοήν τοῦ βορρᾶ, καί ἠκούοντο τά κύματα πλήττοντα μετά ρόχθου τήν ἀκτήν, εἰς ἣν μελαγχολικῶς ἀπήντα ὁ φλοῖσβος τοῦ ὕδατος περί τήν πρῷραν τῆς μεγάλης καί δυνατῆς βάρκας.

Ἔκαμψαν τό Καλαμάκι, καί ἀκόμη δέν εἶχε χαράξει. Ἤρχισε μόλις νά γλυκοχαράζῃ πέραν τῆς ἀγκάλης τοῦ Πλατανιᾶ. Ἔφεξαν εἰς τόν Στρουφλιά, ἀντικρύ τοῦ τερπνοῦ καί συνηρεφοῦς δάσους τῶν πιτύων, ἐξ οὗ ἡ θέσις ὀνομάζεται Κουκ’ναριές. Τότε οἱ ἐπιβάται εἶδον ἀλλήλους ὑπό τό πρῶτον λυκόφως τῆς ἡμέρας, ὡς νά ἔβλεπαν ἀλλήλους πρώτην φοράν. Πρόσωπα ὠχρά καί χείλη μελανά, ρῖνες ἐρυθραί καί χεῖρες κοκκαλιασμέναι. Ἡ θειά τό Μαλαμώ εἶχεν ἀποκοιμηθῆ δίς ἤδη ὑπό τήν πρύμνην, ὅπου ἔσκεπε τό πρόσωπόν της μέ τήν μαύρην μανδήλαν ὣς τήν ρῖνα, μέ τήν ρῖνα σχεδόν ὣς τά γόνατα. Ὁ κύρ Ἀλεξανδρής εἶχε πάρει δύο τροπάρια παραπλεύρως αὐτῆς, ὀνειρευόμενος ὅτι ἦτο ἀκόμη εἰς τήν κλίνην του, καί ἀπορῶν πῶς αὕτη ἐκινεῖτο εὐρύθμως ὡς βρεφικόν λίκνον. Ὁ υἱός τοῦ παπᾶ, ὁ Σπύρος, ἔκαμε συχνές μετάνοιες, καί ὅσον αἷμα εἶχεν, εἶχε συρρεύσει ὅλον εἰς τήν ρῖνά του, ἥτις ἦτο καί τό μόνον ὁρατόν μέλος τοῦ σώματός του. Ἡ παπαδιά ἐν τῇ εὐσεβεῖ φιλοστοργίᾳ της εἶχε κρίνει ὅτι ὤφειλε νά τόν πάρῃ μαζί, ἀφοῦ δι’ αὐτόν ἦτο τό τάξιμον. Τόν ἀπέσπασεν ἀποτόμως τῆς κλίνης, τόν ἔνιψε καί τόν ἐνέδυσε μέ διπλᾶ ὑποκάμισα, δύο φανέλας, χονδρόν μάλλινον γελέκιον, διπλοῦν σακκάκι κ’ ἐπανωφόρι, καί περιετύλιξε τόν λαιμόν του μέ χνοῶδες ὁλομάλλινον μανδήλιον, ποικιλόχρουν καί ραβδωτόν, μακρόν καταπῖπτον ἐπί τό στέρνον καί τά νῶτα. Τώρα παρά τήν πρύμνην ἀριστερόθεν τοῦ παπᾶ καθημένη, ἀριστερά της εἶχε τόν Σπύρον, καί ζητοῦσα αὐτομάτως νά ψηλαφήσῃ τούς βραχίονας καί τό στῆθός του, δέν εὕρισκε σχεδόν σάρκα ὑπό τήν βαρεῖαν σκευήν, δι’ ἧς εἶχε περιχαρακώσει τόν υἱόν της.

Ὁ παπάς, ὅστις δέν εἶχεν ἀποβάλει τήν φαιδρότητά του, οὐδ’ ἔπαυε ν’ ἀνταλλάσσῃ ἀστεϊσμούς καί σκώμματα μέ τόν μπαρμπα-Στεφανήν, στρεφόμενος πρός αὐτήν ἐνίοτε τῆς ἔλεγε:

―Νά, γι’ αὐτόνε τό Λαμπράκη, τό γιό σου, τά παθαίνουμε αὐτά, παπαδιά.

―Κί τί πάθαμε μέ τ’ δύναμ’ τ’ Θεοῦ; ἀπήντα ἡ παπαδιά, ἥτις, κατά βάθος, πολύ ἀνησύχει μέ αὐτό τό παράτολμον ταξίδιον. Εὐτυχῶς, ἡ παρουσία τοῦ παπᾶ τῆς ἔδιδε θάρρος.

―Δέ μ’ λές, παπαδιά, εἶπε μέ τήν τραχεῖαν φωνήν του ὁ μπαρμπα-Στεφανής, θελήσας ν’ ἀστεϊσθῇ καί μέ τήν πρεσβυτέραν, δέ μ’ λές, γιατί λένε: «Κύρι’ ἐλέησον! παπαδιά· πέντε μῆνες δυό παιδιά!»

―Γιατί, μαθές, τό λένε; ἀπήντησε χωρίς νά πειραχθῇ ἡ πρεσβυτέρα. Πάρε παράδειγμα ἀπό μένα. Ὀχτώ γέννες, δέκα παιδιά.

―Θά πῇ, τό λοιπόν, πώς οἱ παπαδιές εἶναι πολύ καρπερές. Μά γιατί;

―Γιατί οἱ παπάδες δέ λείπουν χρόνο-χρονικῆς ἀπό κοντά τους, εἶπεν ἡ θειά τό Μαλαμώ.

―Νά, τό Μαλαμώ πάλι τό κατάλαβε, εἶπεν ὁ παπάς, δέν σᾶς τό ‘λεγα ἐγώ; Ἐσύ κι ὁ ἐξάδερφός σου ὁ Ἀλεξανδρής (ἐννοῶν τόν ψάλτην) ἔχετε μεγάλον νοῦ.

Ὁ παπάς δέν ἔπαυε ν’ ἀστεΐζεται μέ ὅλας τάς ἐν τῷ πλοιαρίῳ ἐνοριτίσσας του. Εἰς τήν μίαν ἔλεγε: «Μά κεῖνος ὁ Θοδωρής (ἐννοῶν τόν ἄνδρα της) κοιμᾶται ὅταν τά φτιάνῃ αὐτά τά παιδιά;» Εἰς τήν ἄλλην: «Μά δέν εἶναι καμμιά πού νά μή θέλῃ παντρειά! Ἐγώ ἔχω στεφανωμένα, τριάντα χρόνια τώρα, παραπάν’ ἀπό διακόσια ἀνδρόγυνα, καί καμμιά δέν εὑρέθη νά πῇ πώς δέν θέλει!»

Ἀλλά τό κυριώτερον θῦμα τοῦ παπα-Φραγκούλη ἦτον ὁ Ἀλεξανδρής ὁ ψάλτης. Ἔξαφνα τόν ἠρώτα:

―Δέ μοῦ λές, Ἀλεξανδρή, τί θά πῇ, τώρα, στήν καταβασία τῶν Χριστουγέννων, «ὁ ἀνυψώσας τό κέρας ἡμῶν»; Ποιός εἶν’ αὐτός, ὁ ἀνυψώσας;

―Νά, ὁ ἀνιψιός σας, ἀπήντα ὁ κύρ Ἀλεξανδρής μή ἐννοῶν ἄλλως τήν λέξιν.

―Καί τί θά πῇ «Σκῦλα Βαβυλών τῆς βασιλίδος Σιών»; ἠρώτα πάλιν ὁ παπάς.

―Νά, σκύλα Βαβυλών, ἀπήντα ὁ ψάλτης, νομίζων ὅτι περί σκύλας πράγματι ἐπρόκειτο.

Ταῦτα ἐλέγοντο ἐνόσῳ ἦτο ὑπήνεμος ἡ βάρκα, μέ τάς κώπας βραδυποροῦσα, δεξιόθεν παραπλέουσα τόν Ἀνάγυρον καί τόν Ἀσέληνον, ἀριστερόθεν πελαγωμένη ἀντικρύ τῶν Τρικέρων καί τοῦ Ἀρτεμισίου. Ὁ παπα-Φραγκούλης ἐκάθητο κυβερνῶν εἰς τό πηδάλιον, οἱ ἄλλοι ἐβοήθουν εἰς τήν κωπηλασίαν. Καί αὐτός ὁ κύρ Ἀλεξανδρής, ἂν καί ἀτζαμής περί τά ναυτικά πράγματα, ᾐσθάνθη τήν ἀνάγκην νά κωπηλατήσῃ διά νά ζεσταθῇ. Κ’ ἡ θειά τό Μαλαμώ ἐκωπηλάτησε σχεδόν ἐπί ἡμίσειαν ὥραν. Εὐτυχῶς, ἂν κ’ ἐκρύωναν ὅλοι, καί αἱ ψυχραί ριπαί αἱ κατερχόμεναι ἀπό τῶν χιονοφόρτων ὀρέων ἐξύριζον τά ὦτα καί τούς λαιμούς των, εἶχον ὅμως τούς πόδας θερμούς, τό εὐεργετικόν τοῦτο ἀποτέλεσμα τῆς γειτνιάσεως τοῦ πόντου. Ὁ ἥλιος εἶχε προβάλει ἀπό τά σύννεφα ἐπ’ ὀλίγας στιγμάς (ἥλιος μέ τά δόντια, ― γριά μέ τά χταπόδια! ἀνέκραξεν ὁ Λαμπράκης) διότι, ἐνῷ τήν νύκτα ᾐθρίαζε κ’ ἐγίνετο «ὁ οὐρανός καντήλι», τήν ἡμέραν συνήγοντο πάλιν τά νέφη, καί ὁ βορρᾶς ἐφαίνετο ὑποχωρῶν εἰς τόν ἀπηλιώτην, ὡς νά ἠπειλεῖτο βροχή· ἀλλά μόλις ἐπρόβαλε, κ’ ἐφάνη ὡς νά ἔβλεπε ποία ἦτο ἡ ὑψηλοτέρα καί ἐγγυτέρα κορυφή ἐκ τῶν καταλεύκων ὀρέων ὁλόγυρα, ἡ τοῦ Πηλίου ἢ ἡ τοῦ Ὄθρυος, διά νά σπεύσῃ τό ταχύτερον νά κρυφθῇ. Ἀλλά τά νέφη σωρευθέντα πάλιν τόν ἀπήλλαξαν τοῦ κόπου τούτου.

Ἡ ἀκριβής ἀπόστασις ἀπό τοῦ μεσημβρινοῦ λιμένος ἕως τό βορεινότερον ἄκρον τῆς νήσου, ὅπου ἔπλεον, θά ἦτο ὣς δέκα ναυτικῶν μιλίων. Ὁ παπάς ἔβλεπεν ὅτι ἤθελον νυκτώσει, πρίν φθάσωσιν εἰς τό Κάστρον. Ἦτο μεσημβρία ἤδη, καί δέν ἔφθασαν ἀκόμη εἰς τήν Κεχρεάν, τήν ὡραίαν μελαγχολικήν κοιλάδα, μέ τάς ἐλαιοφύτους κλιτῦς, μέ τόν Ἀραδιᾶν, τόν πυκνόν δρυμῶνά της, μέ τό ρεῦμα καί τάς πλατάνους καί τούς νερομύλους της. Ὅταν ἔφθασαν εἰς τήν Κεχρεάν, συνέβη ἐκεῖνο τό ὁποῖον ὁ μέν κακόμαντις Πανάγος προέλεγεν, ὁ δέ Στεφανής δέν ἠγνόει καί ὁ παπα-Φραγκούλης προέβλεπεν. Εἴτε τροπή εἰς τόν μαΐστρον ἦτο, εἴτε ἀποθαλασσιά καί [[«μπουκάρισμα τοῦ κόρφου», τά κύματα ἤρχισαν νά ὀγκοῦνται κατάπρῳρα τοῦ μικροῦ σκάφους, καί ἡ βάρκα μέ τό λευκόν πανίον της, καί μέ τόν φλόκον καί τήν ἀντένα της, ἤρχισε νά σκιρτᾷ ἐπί τῶν κυμάτων, ὁμοία μέ Ἑλληναλβανόν χορεύοντα ἡρωικούς χορούς μέ τόν λευκόν χιτῶνα ἀνεμίζοντα, μέ τόν ἕνα βραχίονα τριγωνοειδῆ εἰς τήν μέσην, μέ τόν ἄλλον ὑψιτενῆ καί παίζοντα τά δάκτυλα. Αἱ γυναῖκες ἤρχισαν νά δειλιῶσιν. Ἡ θειά τό Μαλαμώ ἠρώτα τόν παπά ἂν δέν ἦτο καλόν ν’ ἀποβιβασθῶσι καί ἀνέλθωσιν εἰς τήν Παναγίαν τήν Κεχρεάν νά λειτουργήσωσιν, ὅπως ἑορτάσωσιν ἐκεῖ τά Χριστούγεννα. Ὁ κύρ Ἀλεξανδρής ζαλισθείς ἐζάρωσεν εἰς μίαν γωνίαν, καί οἱ ἄλλοι ἐπιβάται μεγάλως ἀνησύχουν. Μόνον δύο ἄνδρες δέν ἐδειλίασαν, ὁ μπαρμπα-Στεφανής καί ὁ παπα-Φραγκούλης.

Εἷς τῶν ἐπιβατῶν ἐπρότεινε ν’ ἀράξωσι προσωρινῶς εἰς τήν Κεχρεάν, ἑωσότου κοπάσῃ ὁ ἄνεμος. Ὁ Στεφανής καί ὁ ἱερεύς συνεννοοῦντο διά νευμάτων. Ἀπεῖχον ἀκόμη ἀπό τό Κάστρον ὑπέρ τά τρία μίλια. Δύο μέσα ἠδύναντο νά δοκιμάσωσιν, ἂν τά εὕρισκον τελεσφόρα· ἢ νά συστείλωσι τά ἱστία καί νά προχωρήσωσι μέ τάς κώπας, καταφρονοῦντες τόν ἀφόρητον διά τάς γυναῖκας μάλιστα σάλον, περιβρεχόμενοι ἀπό τά θραυόμενα καί εἰσπηδῶντα εἰς τό σκάφος κύματα, ριγοῦντες καί δεινῶς πάσχοντες, ἢ ν’ ἀποβιβασθῶσιν εἰς τήν ξηράν καί νά δοκιμάσωσιν ἂν θά εὕρισκον δρομίσκον τινά, ὄχι πολύ πλακωμένον ἀπό τήν χιόνα, ὥστε νά εἶναι βατός εἰς ἀνθρώπους. Πτυάρια καί ἀξίνας δύο-τρεῖς εἶχε πάρει μαζί του ὁ Βασίλης τῆς Μυλωνοῦς, προβλέπων ὅτι ἴσως θά ἐχρησίμευον διά ν’ ἀνοίξῃ δρόμον πρός ἀνεύρεσιν τοῦ ἀποκλεισμένου ἀδελφοῦ του. Ὁ παπα-Φραγκούλης ἀπεφάνθη ὅτι, ἀφοῦ ἐξ ἅπαντος θά ἐνύχτωναν, κάλλιον θά ἦτο νά δοκιμάσωσι τό πρῶτον, διότι κέρδος θά ἦτο, εἶπεν, ὅσον ὀλίγον καί ἂν ἠδύναντο νά προχωρήσωσι διά θαλάσσης, καί ὕστερον θά εἶχον καιρόν νά καταφύγωσι καί εἰς τήν δευτέραν μέθοδον.

Ἤδη ὁ ἥλιος ἐπιφανείς ἀκόμη μίαν φοράν, ἔκλινε πρός τήν δύσιν. Ἦτο τρίτη καί ἡμίσεια ὥρα. Καί ὁ ἥλιος ἐχαμήλωνεν, ἐχαμήλωνε. Καί ἡ βαρκούλα τοῦ μπαρμπα-Στεφανῆ μέ τό ἀνθρώπινον φορτίον της, ἐχόρευεν, ἐχόρευεν ἐπάνω εἰς τό κῦμα, πότε ἀνερχομένη εἰς ὑγρά ὄρη, πότε κατερχομένη εἰς ρευστάς κοιλάδας, νῦν μέν εἰς τήν ἀκμήν νά καταποντισθῇ εἰς τήν ἄβυσσον, νῦν δέ ἑτοίμη νά κατασυντριβῇ κατά τῆς κρημνώδους ἀκτῆς. Καί ὁ ἱερεύς ἔλεγε μέσα του τήν Παράκλησιν ὅλην ἀπό τό «Πολλοῖς συνεχόμενος» ἕως τό «Πάντων προστατεύεις». Κι ὁ μπαρμπα-Στεφανής ἐστενοχωρεῖτο μή δυνάμενος ἐπί παρουσίᾳ τοῦ παπᾶ νά ἐκχύσῃ ἐλευθέρως τάς ἀφελεῖς βλασφημίας του, τάς ὁποίας ἐμάσα κ’ ἔπνιγε μέσα του, ὑποτονθορύζων: «Σκύλιασε, ὁ διαολόκαιρος, λύσσαξε! Θά σκάσῃς, ἀντίχριστε, Τοῦρκο! τό Μουχαμέτη σου, μέσα!» Κ’ ἡ θειά τό Μαλαμώ ποιοῦσα τό σημεῖον τοῦ Σταυροῦ ἔλεγε τό «Θεοτόκε Παρθένε», κ’ ἐπανελάμβανεν, «Ἔλα Κ’στέ μ’! βόηθα, Παναϊά μ’!» Καί τά κύματα ἔπληττον τήν πρῷραν, ἔπληττον τά πλευρά τοῦ σκάφους, καί εἰσορμῶντα εἰς τό κύτος ἐκτύπων τά νῶτα, ἐκτύπων τούς βραχίονας τῶν ἐπιβατῶν. Καί ὁ ἥλιος ἐχαμήλωνεν, ἐχαμήλωνε. Καί ἡ βαρκούλα ἐκινδύνευε ν᾿ ἀφανισθῇ. Καί ἡ ἀπορρώξ βραχώδης ἀκτή ἐφαίνετο διαφιλονικοῦσα τήν λείαν πρός τόν βυθόν τῆς θαλάσσης.

Τέλος ἤρχισε νά σκοτεινιάζῃ. Ἐνύκτωσεν ἀκριβῶς τήν στιγμήν καθ’ ἣν θά ἔβλεπον ἀντικρύ τό Κάστρον, οὗ ἀπεῖχον τώρα δύο ἀκόμη μίλια. Νέφη συσσωρευμένα πρός ἀνατολάς ἠμπόδιζον νά φανῇ τό παρήγορον φέγγος τῆς σελήνης. Ἀλλ’ ὁ ἄνεμος, ἀντί νά πέσῃ, ἐδυνάμωνε, καί ἀγρίευε καί ἐθέριευε, καί ὁ πλοῦς κατέστη ἀδύνατος τοῦ λοιποῦ. Δέν ἔβλεπον πλέον οὔτε ἐμπρός οὔτε δεξιά τίποτε, εἰμή δύο ὄγκους φαιούς, ἀμαυρούς. Εὐτυχῶς ὁ μπαρμπα-Στεφανής ἐγνώριζε καλά τό μέρος.

―Ἐδῶ, ἐδῶ, εἶν’ ἕνα λιμανάκι, παπά, κάτ’ ἀπ’ τό Πρυΐ, ἀποκάτ’ ἀπ’ τήν Ἁγία Ἀναστασιά, στά Μποστάνια.

―Θυμᾶσαι καλά, Στεφανή;

―Ὅπως ξέρ’ς ἡ ἁγιωσύνη σ’ τά γράμματα τς ἐκκλησιᾶς ἀπ’ ὄξου, παπά, ἔτσι κ’ ἐγώ τά ξέρω ἀπ’ ὄξου, ὅλα τά λιμανάκια, τούς κάβους, κί τς ἀμμουδιές, ὅλες τίς ξέρες κί τά γκρίφια κί τά θαλάμια.

Καί προσήγγισαν μέ πολύν κόπον καί ἀγῶνα καί βάσανον, βρεγμένοι, θαλασσοπνιγμένοι, μισοπαγωμένοι.

―Ἐκεῖ, ἐκεῖ διαναστάει.

Ὑπῆρχεν ἓν θαλάσσιον μάρμαρον, ὡς φυσική ἀποβάθρα, πότε καλυπτόμενον ἀπό τό κῦμα, πότε ἀνέχον ὑπεράνω τῆς θαλάσσης. Τήν φοράν ταύτην τό ἐκάλυπτε καί δέν τό ἐκάλυπτε τό κῦμα. Ἐπλησίασαν καί ᾐσθάνθησαν πάραυτα τό εὐάρεστον αἴσθημα τῆς παύσεως τοῦ σάλου καί τῆς προσεγγίσεως εἰς σκεπαστόν κ’ εὐλίμενον μέρος.

―Πάντα κατευόδιο! εἶπε ποιῶν τό σημεῖον τοῦ Σταυροῦ ὁ κύρ Ἀλεξανδρής, ὅστις τότε ἐξεζαλίσθη κ’ ἐστάθη εἰς τούς πόδας του. Ἐπήδησαν εἷς εἷς ἔξω· ἐξεφόρτωσαν τάς ἀποσκευάς καί ἠλάφρυναν τήν βάρκαν. Ἀνάμεσα εἰς τό μάρμαρον καί εἰς τήν κρημνώδη ἀκτήν ἐσχηματίζετο μικρά ἀμμουδιά, ὅση θά ἤρκει διά νά σύρῃ ἁλιεύς τήν ψαροπούλαν του, γυρμένην ἀπό τήν μίαν πλευράν ἐπί τῆς ἄμμου, καί νά ἐξαπλωθῇ καί αὐτός ὑπό τήν ἄλλην πλευράν νά κοιμηθῇ θεωρῶν τούς ἀστέρας.

―Τώρα νά σύρουμε τή βάρκα, παπά, εἶπεν ὁ μπαρμπα-Στεφανής, κ’ ὕστερα οἱ ἄνδρες νά φορτωθοῦμε ὅλα τά πράγματα καί ν’ ἀρχίσουμε σιγά-σιγά ν’ ἀνεβαίνουμε. Ἂς πάρουν κ’ οἱ γυναῖκες ὅ,τι μποροῦν.

―Νά τώρα τί ἄξιζε νά ‘χα τό μ’λάρι μαζί μ’, εἶπεν ὁ Βασίλης τῆς Μυλωνοῦς· σοῦ εἶπα, μπαρμπα-Στεφανή, νά τό μπαρκάρουμε, δέ θέλησες.

Ἔσυραν τήν λέμβον. Ἤναψαν τά δύο φανάρια πού εἶχαν. Ὁ Βασίλης ἔλαβε τά πτυάρια καί τάς ἀξίνας του, καί ἀπομακρυνθείς προσωρινῶς ἤρχισε νά κατοπτεύῃ ποῦ θά εὕρισκε μονοπάτι ὄχι πολύ πατημένον ἀπό τήν χιόνα, ὥστε νά δύνανται ἄνθρωποι νά βαδίσωσιν. Ἀπό τό μέρος ἐκεῖνο ὣς τό Κάστρον, τό ὁποῖον διεκρίνετο ὡς πελώριος ἀμαυρός ὄγκος ὑψηλά πρός Βορρᾶν, ἡ ὁδός δέν θά ἦτο πλέον τῆς ὥρας, ἀλλ’ εἰς ἣν κατάστασιν ἦτο τώρα ὁ δρόμος ἀπό τάς χιόνας, τίς οἶδεν ἂν θά ἤρκει καί τό τριπλάσιον τοῦ χρόνου ὅπως φθάσωσιν. Ἐδείπνησαν ὅλοι ἐπί ποδός μέ δίπυρα καί μέ ἐλαίας καί ἔπιον ὀλίγον οἶνον ἢ ρακήν.

Ὁ Βασίλης ἐπανελθών ἀνήγγειλεν ὅτι ἀνεῦρε τό μονοπάτι, πλακωμένον πολύ ἀπό τήν χιόνα, ἀλλ’ ὅτι μέ πολύν κόπον, ἂν προπορεύωνται δύο ἄνθρωποι καί ξεχιονίζουν, ἐλπίζει νά φθάσουν εἰς τό Κάστρον τό γρηγορώτερον… ἕως τά μεσάνυκτα. Ἐφορτώθησαν τάς ἀποσκευάς. Ὁ κύρ Ἀλεξανδρής ἔλαβε τό ἕνα φανάρι καί μία τῶν γυναικῶν τό ἄλλο. Ὁ Βασίλης τῆς Μυλωνοῦς, ὁ μπαρμπα-Στεφανής καί ὁ υἱός του, ἔλαβον τά πτυάρια καί τάς ἀξίνας καί προπορευόμενοι ἤρχισαν νά ξεχιονίζωσιν. Ὁ δρομίσκος ἀνήρχετο ἕρπων εἰς τόν κρημνόν κατ’ ἀρχάς, εἶτα κατήρχετο εἰς ἓν παραθαλάσσιον κοίλωμα. Ἐπάτουν προσεκτικῶς, ὡς νά ἐμετροῦσαν τά βήματά των. Ἡ σελήνη εἶχεν ἀπαλλαγῆ τῶν νεφῶν καί προσεπάθει νά φέξῃ τόν δρόμον μέ τό κρυερόν φῶς της. Ἐνίοτε ἔχαναν τό χάραγμα τοῦ δρόμου, ἀπεπλανῶντο κ’ εὑρίσκοντο αἴφνης ἐπί τῆς κορυφῆς πελωρίων βράχων, κάτω τῶν ὁποίων ἄβυσσος ἤνοιγε τό στόμα της, καί πάλιν κατέβαινον μέ τρεμουλιαστά γόνατα, κρατούμενοι ἐκ τῶν πετρῶν καί τῶν θάμνων. Ἀνεῖρπον εἰς τόν κρημνόν ὡς μικρόν κοπάδιον αἰγῶν ἀποπλανηθέν καί ἀπαγόμενον ὀπίσω εἰς τήν μάνδραν ἀπό τούς δύο βοσκούς του, οἵτινες τό ἀνεζήτησαν κρατοῦντες φανάρια, καί μακρόθεν ἂν τούς ἔβλεπέ τις ἠδύνατο νά τούς ἐκλάβῃ ὡς συστρεφόμενον κρικωτόν τέρας, φωσφορίζον τήν κεφαλήν καί τήν οὐράν, μέ τούς δύο φανούς. Μέ ὅλον τό ξεχιόνισμα, τό ὁποῖον ἐννοεῖ τις πόσον ἀτελῶς ἐνηργεῖτο, ἐπάτουν ἐνίοτε σφαλερῶς, κ’ ἐχώνοντο ὣς τό γόνυ καί ὣς τόν μηρόν εἰς τήν χιόνα.

Ἐπλησίαζε μεσάνυκτα, ὅταν ἔφθασαν ὑπό τήν γέφυραν τοῦ Κάστρου, μισοπνιγμένοι, παγωμένοι, ἁλμυροί ἀπό θάλασσαν καί λευκοί ἀπό χιόνα, μελανιασμένοι τά χείλη, ἀλλά θερμοί τήν καρδίαν.

Ἐκεῖ ἐπάνω, πρίν διέλθωσι τήν γέφυραν, ἀπό τήν σιδερόπορταν τοῦ Κάστρου, ἠκούσθησαν φωναί:

―Ποιοί εἶστε; Ποιοί εἶστε;

Καί ἀντήχησε βαρύς ὁ τριγμός τῶν ἐσκωριασμένων στροφέων, ὡς νά ἐδοκίμαζέ τις νά κλείσῃ ἔσωθεν τήν σιδηρᾶν πύλην. Ἠκούσθη δέ καί μικρός κρότος, ὡς ὁ τῆς ὑψώσεως σκανδάλης τουφεκίου.

―Καλοί! καλοί! πατριῶτες! ἀπήντησεν ὁ μπαρμπα-Στεφανής. Μά ἐσεῖς ποιοί εἶστε;

―Πέστε μας τά ὀνόματά σας!

―Ἡμεῖς εἴμαστε… ἤρχισεν ὁ μπαρμπα-Στεφανής, καί συγχρόνως διά τοῦ βλέμματος ἐσυμβουλεύετο τόν παπάν.

―Μπά! αὐτή εἶναι ἡ φωνή τ’ ἀδερφοῦ μου, ἀνέκραξεν ὁ Βασίλης τῆς Μυλωνοῦς.

Καί εἶτα ἐντείνας τήν φωνήν:

―Ἀργύρη! ἐγώ εἶμαι!… ἐφώναξε.

―Τόσο καλύτερα… μᾶς ἔβγαλαν κι ἀπό ἕναν κόπο, ἐψιθύρισεν ὁ ἱερεύς.

Ἀνέβησαν εἰς τό Κάστρον, ὅπου συνήντησαν τόν Ἀργύρην τῆς Μυλωνοῦς καί τόν σύντροφόν του τόν Γιάννην τόν Νυφιώτην. Οὗτοι ἐν ὀλίγοις διηγήθησαν πῶς τούς εἶχε κλείσει τό χιόνι ἐπάνω στό Στοιβωτό, ὅπου ἐτρύπωσαν δύο νύκτας εἰς μίαν σπηλιάν, καί πῶς τήν προχθές, ἤτοι εἰς τάς 22 τοῦ μηνός, ἐλθόντες τούς ἀπηλευθέρωσαν ἐκεῖθεν, ἐκτοπίσαντες μεγάλους ὄγκους χιόνος, δύο αἰγοβοσκοί, ὁ Γιαλής ὁ Κόνιζας καί ὁ Γιώργης ὁ Μπάντας, οἵτινες καί εὑρίσκοντο τήν στιγμήν ταύτην μέ ὅλον τό αἰπόλιόν των εἰς τό φρούριον.

Τό φρούριον τοῦτο, ὅπερ ἀλλαχοῦ περιεγράψαμεν, ἦτο γιγαντιαῖος βράχος φυτρωμένος ἐκεῖ παρά τό πέλαγος, προεκβολή τῆς γῆς πρός τόν πόντον, ὡς νά ἔδειχνεν ἡ ξηρά τόν γρόνθον εἰς τήν θάλασσαν καί νά τήν προεκάλει· φοβερός μονοκόμματος γρανίτης ἁλίκτυπος, ὅπου γλαῦκες καί λάροι ἤριζον περί κατοχῆς, διαφιλονικοῦντες ποῦ ἀρχίζει ἡ κυριότης τοῦ ἑνός καί ποῦ σταματᾷ ἡ δικαιοδοσία τοῦ ἄλλου. Προσφιλής σκοπός τοῦ Βορρᾶ καί τῶν γειτόνων του, τοῦ Καικίου καί τοῦ Ἀργέστου, ὧν τό στάδιον εὐρύ ἐκτείνεται ἀναμέσον τῆς Χαλκιδικῆς, τοῦ Θερμαϊκοῦ, τοῦ Ὀλύμπου καί τοῦ Πηλίου· μεμονωμένος ὑψιτενής βράχος, ἐφ’ οὗ οἱ κάτοικοι ἐξ ἀνάγκης εἶχον κλεισθῆ διά φύλαξιν κατά τῶν πειρατῶν καί τῶν βαρβάρων, ἐγκαταλιπόντες αὐτόν ἔρημον μετά τό 1821, ὅτε ἐκτίσθη ἡ σημερινή μεσημβρινή πολίχνη.

Μέχρι πρό ὀλίγων ἐτῶν ἐσώζοντο ἀκόμη οἰκίαι τινές μέ τάς στέγας καί τά πατώματά των ἐντός τοῦ φρουρίου, ἀλλά τελευταῖον, ἡ ὀλιγωρία τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, ὁ ὄκνος τῶν ἀνθρώπων εἰς τό νά ἐπισκέπτωνται τό Κάστρον συχνότερα, καί ἡ ἀσυνειδησία ὀλίγων τινῶν συλαγωγῶν, πλεονεκτῶν ἢ οἰκοδόμων, εἶχε καταστήσει ἐρειπίων σωρόν τό Κάστρον. Ἐντεῦθεν ἀμελήσαντες καί οἱ ἐφημέριοι τῆς σημερινῆς πολίχνης, ἄφηναν ἀπό ἐτῶν ἤδη ἀλειτούργητον τόν ναόν τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως, κατ’ αὐτήν τήν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς.

Ὁ ναός τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως ἦτο ἡ παλαιά μητρόπολις τοῦ φρουρίου. Ὁ ναΐσκος, πρό ἑκατονταετηρίδων κτισθείς, ἵστατο ἀκόμη εὐπρεπής καί ὅχι πολύ ἐφθαρμένος. Ὁ παπα-Φραγκούλης καί ἡ συνοδία του φθάσαντες εἰσῆλθον τέλος εἰς τόν ναόν τοῦ Χριστοῦ, καί ἡ καρδία των ᾐσθάνθη θάλπος καί γλυκύτητα ἄφατον. Ὁ ἱερεύς ἐψιθύρισε μετ’ ἐνδομύχου συγκινήσεως τό, «Εἰσελεύσομαι εἰς τόν οἶκόν σου», κ’ ἡ θειά τό Μαλαμώ, ἀφοῦ ἤλλαξε τήν φ’στάνα της τήν βρεγμένην κ’ ἐφόρεσεν ἄλλην στεγνήν καί τό γ’νάκι της τό καλό, τά ὁποῖα εὐτυχῶς εἶχεν εἰς ἀβασταγήν καλῶς φυλαγμένα ὑπό τήν πρῷραν τῆς βάρκας, ἔδεσε μέγα σάρωθρον ἐκ στοιβῶν καί χαμοκλάδων καί ἤρχισε νά σαρώνῃ τό ἔδαφος τοῦ ναοῦ, ἐνῷ αἱ γυναῖκες αἱ ἄλλαι ἤναπταν ἐπιμελῶς τά κανδήλια, καί ἤναψαν μέγα πλῆθος κηρίων εἰς δύο μανουάλια, καί παρεσκεύασαν μεγάλην πυράν μέ ξηρά ξύλα καί κλάδους εἰς τό προαύλιον τοῦ ναοῦ, ὅπου ἐσχηματίζετο μακρόν στένωμα παράλληλον τοῦ μεσημβρινοῦ τοίχου, κλειόμενον ὑπό σωζομένου ὀρθοῦ τοιχίου γείτονος οἰκοδομῆς, κ’ ἐγέμισαν ἄνθρακας τό μέγα πύραυνον, τό σωζόμενον ἐντός τοῦ ἱεροῦ βήματος, κ’ ἔθεσαν τό πύραυνον ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ναοῦ, ρίψασαι ἄφθονον λίβανον εἰς τούς ἄνθρακας. Καί ὠσφράνθη Κύριος ὁ Θεός ὀσμήν εὐωδίας.

Ἔλαμψε δέ τότε ὁ ναός ὅλος, καί ἤστραψεν ἐπάνω εἰς τόν θόλον ὁ Παντοκράτωρ μέ τήν μεγάλην κ’ ἐπιβλητικήν μορφήν, καί ἠκτινοβόλησε τό ἐπίχρυσον καί λεπτουργημένον μέ μυρίας γλυφάς τέμπλον, μέ τάς περικαλλεῖς τῆς ἀρίστης βυζαντινῆς τέχνης εἰκόνας του, μέ τήν μεγάλην εἰκόνα τῆς Γεννήσεως, ὅπου «Παρθένος καθέζεται τά Χερουβείμ μιμουμένη», ὅπου θεσπεσίως μαρμαίρουσιν αἱ μορφαί τοῦ θείου Βρέφους καί τῆς ἀμώμου Λεχοῦς, ὅπου ζωνταναί παρίστανται αἱ ὄψεις τῶν ἀγγέλων, τῶν μάγων καί τῶν ποιμένων, ὅπου νομίζει τις ὅτι στίλβει ὁ χρυσός, εὐωδιάζει ὁ λίβανος καί βαλσαμώνει ἡ σμύρνα, καί ὅπου, ὡς ἐάν ἡ γραφική ἐλάλει, φαντάζεταί τις ἐπί μίαν στιγμήν ὅτι ἀκούει τό, Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ!

Ἐν τῷ μέσῳ δέ κρέμαται ὁ μέγας ὀρειχάλκινος καί πολύκλαδος πολυέλεος, καί ὁλόγυρα ὁ κρεμαστός χορός, μέ τάς εἰκόνας τῶν Προφητῶν καί Ἀποστόλων, ὑφ’ ὃν ἐτελοῦντο τό πάλαι οἱ σεμνοί γάμοι τῶν χριστιανικῶν ἀνδρογύνων. Καί ὁλόγυρα αἱ μορφαί τῶν Μαρτύρων, Ὁσίων καί Ὁμολογητῶν. Ἵστανται ἐπί τῶν τοίχων ἠρεμοῦντες, ἀπαθεῖς, ὁποῖοι ἐν τῷ Παραδείσῳ, εὐθύ καί κατά πρόσωπον βλέποντες, ὡς βλέπουσι καθαρῶς τήν Ἁγίαν Τριάδα. Μόνος ὁ Ἅγιος Μερκούριος, μέ τήν βαρεῖαν περικεφαλαίαν του, μέ τόν θώρακα, τάς περικνημῖδας καί τήν ἀσπίδα, φαίνεται ὀλίγον τι ἐγκαρσίως βλέπων καί κινούμενος καί δρῶν, εἰς τά δεξιά τοῦ ναοῦ, ἐκεῖ ὅπου διατρυπᾷ μέ τό δόρυ του τόν ἐπί θρόνου καθήμενον ὠχρόν Παραβάτην. Πελιδνός ὁ παράφρων τύραννος, μέ τό βλέμμα σβῆνον, μέ τό στῆθος αἱμάσσον, μάτην προσπαθεῖ ν’ ἀποσπάσῃ ἀπό τό στέρνον του τόν ὀξύν σίδηρον, καί ἐξεμεῖ μετά τῆς τελευταίας βλασφημίας καί τήν μιαράν ψυχήν του. Γείτων τῆς τρομακτικῆς ταύτης σκηνῆς παρίσταται γλυκεῖα καί συμπαθεστάτη εἰκών, ὁ Ἅγιος Κήρυκος, τριετίζον παιδίον, κρατούμενον ἐκ τῆς χειρός ὑπό τῆς μητρός του, τῆς Ἁγίας Ἰουλίττης. Διά δώρων καί θωπειῶν ἐζήτει ὁ διώκτης Ἀλέξανδρος νά ἑλκύσῃ τό παιδίον, καί διά τοῦ παιδίου τήν μητέρα. Ἀλλ’ ὁ παῖς καλῶν τήν μητέρα του καί ὑποψελλίζων τοῦ Χριστοῦ τό ὄνομα, ἔπτυσε τόν τύραννον κατά πρόσωπον, κ’ ἐκεῖνος ἐξαγριωθείς ἐκρήμνισε τό παιδίον ἀπό τῆς μαρμαρίνης κλίμακος, ὅπου συνέτριψε τό τρυφερόν καί διά στεφάνους πλασθέν κρανίον.

Καί εἰς τήν χιβάδα τοῦ ἱεροῦ βήματος, ὑψηλά, ἐφαίνετο στεφανουμένη ὑπό ἀγγέλων ἡ τῶν Οὐρανῶν Πλατυτέρα. Καί κατωτέρω περί τό θυσιαστήριον ἵσταντο ἄρρητον σεμνότητα ἀποπνέουσαι αἱ μορφαί τῶν μεγάλων Πατέρων, τοῦ Ἀδελφοθέου, τοῦ Βασιλείου, τοῦ Χρυσοστόμου καί τοῦ Θεολόγου, κ’ ἐφαίνοντο ὡς νά ἔχαιρον, διότι ἔμελλον ν’ ἀκούσωσι καί πάλιν τάς εὐχάς καί τούς ὕμνους τῆς Εὐχαριστίας, οὓς αὐτοί ἐν Πνεύματι συνέθεσαν. Πέριξ δέ καί ἐντός καί ἐκτός, εἰκονίζετο περιτέχνως ὅλον τό Δωδεκάορτον, καί τά τάγματα τῶν Ἀγγέλων, καί ἡ Βρεφοκτονία, καί οἱ κόλποι τοῦ Ἀβραάμ καί ὁ Λῃστής ὁ ἐπί τοῦ σταυροῦ ὁμολογήσας.

Ὅταν ἔφθασαν εἰς τό Κάστρον καί εἰσῆλθον εἰς τόν ναόν τοῦ Χριστοῦ, τόσον θάλπος ἐθώπευσε τήν ψυχήν των, ὥστε ἂν καί ἦσαν κατάκοποι, καί ἂν ἐνύσταζόν τινες αὐτῶν, ᾐσθάνθησαν τόσον τήν χαράν τοῦ νά ζῶσι καί τοῦ νά ἔχωσι φθάσει αἰσίως εἰς τό τέρμα τῆς πορείας των, εἰς τόν ναόν τοῦ Κυρίου, ὥστε τούς ἔφυγε πᾶσα νύστα καί πᾶσα κόπωσις. Οἱ αἰπόλοι, εὑρόντες ἐνασχόλησιν καί πρόφασιν ὅπως καπνίζωσι καθήμενοι καί ἐνίοτε ὅπως ἐξαπλώνωνται καί κλέπτωσιν ἀπό κανένα ὕπνον τυλιγμένοι μέ τές κάπες των παρά τό πῦρ, εἶχον ἀνάψει ἔξω δύο πυρσούς, τόν ἕνα ἔμπροσθεν τοῦ ἱεροῦ βήματος, τόν ἄλλον πρός τό βόρειον μέρος. Ἐντός τοῦ ναοῦ ἡ θερμότης ἦτο λίαν εὐάρεστος, τῇ βοηθείᾳ τῶν ἔσωθεν καί ἔξωθεν πυρῶν. Καί εἶχον σωρεύσει παμπόλλας δέσμας ξηρῶν ξύλων καί κλάδων, οἱ ἐκεῖ καταφυγόντες αἰπόλοι, μέ τάς ὀλίγας αἶγας καί τά ἐρίφιά των, ὅσα δέν εἶχον ψοφήσει ἀκόμη ἀπό τόν βαρύν χειμῶνα τοῦ ἔτους ἐκείνου, οἱ τραχεῖς αἰπόλοι, οἵτινες εἶχον σώσει καί τούς δύο ὑλοτόμους ἐκ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῆς χιόνος. Καί εἶτα ὁ ἱερεύς ἔβαλεν εὐλογητόν καί ἐψάλη ἡ λιτή τῆς μεγαλοπρεποῦς ἑορτῆς, μεθ’ ὃ ὁ κύρ Ἀλεξανδρής ἤρχισε τάς ἀναγνώσεις, καί ὅσοι ἦσαν νυστασμένοι ἀπεκοιμήθησαν σιγά εἰς τά στασίδιά των (Ἄ! ἔμελλον ἄρα τοῦ Προφητάνακτος οἱ θεσπέσιοι ὕμνοι ἀπό ψαλμῶν νά καταντήσωσιν ἀνάγνωσις νυστακτική, καί ὡς ἀνάγνωσις νά παραλείπωνται ὅλως ὡς φορτικόν τι καί παρέλκον!), βαυκαλιζόμενοι ἀπό τήν ἔρρινον καί μονότονον ἀπαγγελίαν τοῦ κύρ Ἀλεξανδρῆ. Ὁ ἀγαθός γέρων ἦτο ἐκ τοῦ ἀμιμήτου ἐκείνου τύπου τῶν ψαλτῶν, ὧν τό γένος ἐξέλιπε δυστυχῶς σήμερον. Ἔψαλλε κακῶς μέν, ἀλλ’ εὐλαβῶς καί μετ’ αἰσθήματος. Κανέν σχεδόν κῶλον δέν ἔλεγεν ὀρθῶς, οὔτε μουσικῶς οὔτε γραμματικῶς. Πότε ἓν καί ἥμισυ κῶλον τά ἥνου εἰς ἓν, πότε δύο καί ἥμισυ τά διῄρει εἰς τέσσαρα. Ἀλλά προκριτωτέρα ἡ ἀμάθεια τῆς δοκησισοφίας…

Ἀλλ’ ὅτε ὁ ἱερεύς ἐξελθών ἔψαλε τό «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός», τότε αἱ μορφαί τῶν Ἁγίων ἐφάνησαν ὡς νά ἐφαιδρύνθησαν εἰς τούς τοίχους· «Ἀκολουθήσωμεν λοιπόν ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ», καί ὁ κύρ Ἀλεξανδρής ἐνθουσιῶν ἔλαβε τήν ὑψηλήν καλάμην καί ἔσεισε τόν πολυέλεον μέ τάς λαμπάδας ὅλας ἀνημμένας. «Ἄγγελοι ὑμνοῦσιν, ἀκαταπαύστως ἐκεῖ», κ’ ἐσείσθη ὁ ναός ὅλος ἀπό τήν βροντώδη φωνήν τοῦ παπα-Φραγκούλη μετά πάθους ψάλλοντος: «Δόξα ἐν ὑψίστοις λέγοντες, τῷ σήμερον ἐν σπηλαίῳ τεχθέντι», καί οἱ ἄγγελοι οἱ ζωγραφιστοί, οἱ περικυκλοῦντες τόν Παντοκράτορα ἄνω εἰς τόν θόλον, ἔτειναν τό οὖς, ἀναγνωρίσαντες οἰκεῖον αὐτοῖς τόν ὕμνον.

Καί εἶτα ὁ ἱερεύς ἐπῆρε καιρόν, καί ἤρχισε νά προσφέρῃ τῷ Θεῷ θυσίαν αἰνέσεως.

Αἴφνης ἠκούσθησαν φωναί ἔξωθεν τοῦ ναοῦ. Ἐξῆλθόν τινες τῶν ἀνδρῶν νά ἴδωσι τί τρέχει. Ἐξῆλθε κ’ ἡ θειά τό Μαλαμώ, κι ὁ κύρ Ἀλεξανδρής ἔμεινε μέ τά γυαλιά εἰς τά ὄμματα βλέπων πρός τήν θύραν ἀριστερά του, καί διέκοψε τήν ψαλμῳδίαν του. Ὁ παπάς ἔρριψεν αὐστηρόν βλέμμα πρός τόν ψάλτην καί τόν ἐκάρφωσεν εἰς τήν θέσιν του.

Τάς φωνάς εἶχον ρήξει ὁ εἷς τῶν αἰπόλων καί ὁ εἷς τῶν ὑλοτόμων, οἵτινες ἔτυχον καθήμενοι παρά τόν πυρσόν, ἀνατολικῶς τοῦ ναΐσκου. Διά τῶν φωνῶν τούτων εἶχον ἀπαντήσει εἴς τινας κραυγάς ἐλθούσας ἀπ’ ἀντικρύ, ἐκ τῆς θαλάσσης.

Ἐκεῖ ἐν μέσῳ τοῦ Κάστρου καί τῆς βραχώδους ἀκτῆς τοῦ Κουρούπη ἐσχηματίζετο ἐπισφαλής ὅρμος, ὁ Μικρός Γιαλός. Αἱ κραυγαί ἤρχοντο ἀκριβῶς ἐκ τῆς γειτονίας τῶν ἀπεσπασμένων βράχων καί σκοπέλων ὑπό τήν φοβεράν ἀκτήν τοῦ Κουρούπη.

Παρῆλθε πολλή ὥρα ἑωσοῦ ἐννοήσωσι τί τρέχει. Ὅλοι σχεδόν οἱ ἐκκλησιαζόμενοι εἶχον ἐξέλθει τοῦ ναοῦ. Ἔμειναν μόνοι ὁ ἱερεύς, ὅστις ἐκρατεῖτο ἀκλόνητος εἰς τό χρέος του, φορεμένος ἤδη τά ἱερά ἄμφια, ἑτοιμαζόμενος νά προσέλθῃ εἰς τήν προσκομιδήν, καί ὁ κύρ Ἀλεξανδρής, τόν ὁποῖον ἐκράτει τό βλέμμα τοῦ ἱερέως.

Ἐν τούτοις, κατ’ εἰκασίαν μᾶλλον ἢ ἐκ βεβαίας πληροφορίας, ἐνόησαν ὅτι ἐκεῖ ὑπό τόν Κουρούπη εἶχε προσαράξει πλοῖον ἀπό τοῦ πελάγους ἐρχόμενον. Ἡ σελήνη εἶχε δύσει, καί ὁ πυρσός δέν ἔρριπτε πόρρω τό φῶς. Ἔβλεπον ἀμυδρῶς ἐκεῖ ἀπέναντι, εἰς ἀπόστασιν μιλίου σχεδόν, ἐπί τοῦ μαυρισμένου ὄγκου τῶν ἁλικτύπων βράχων, ἔβλεπον σῶμά τι ἀμυδρῶς κινούμενον, μελανώτερον τῶν βράχων. Ἀντήχουν ἐν τῇ σιγῇ τῆς νυκτός, μεγεθυνόμεναι ἀπό τάς ἠχούς, κραυγαί ἀγωνίας καί ταραχῆς, ὅμοιαι μ’ ἐκείνας τάς ὁποίας ἐκχύνουσι κινδυνεύοντες ἄνθρωποι ἢ ναυαγοί σαστισμένοι.

Οἱ ἄνδρες ἔσπευσαν νά ρίψωσιν ἐπί τῆς πυρᾶς ὅσα κλαδία εἶχον πρόχειρα ἀκόμη, σχηματίζοντες ὀγκωδεστέραν τήν φλόγα. Ἄλλο μέσον βοηθείας δέν εἶχον ταχύ.

Ἐν τούτοις ὁ Στεφανής ὁ πορθμεύς καί ὁ Μπάντας καί ὁ Νυφιώτης ὁ Γιάννης καί ὁ Ἀργύρης καί ὁ ἀδελφός του, ἔλαβον ἀνά ἕνα δαυλόν καί τά δύο φανάρια, καί ἀπεφάσισαν νά κατέλθωσι τρέχοντες εἰς τόν Μικρόν Γιαλόν. Ἀλλ’ ἐάν ὁ κρημνώδης δρομίσκος δέν ἦτο χιονισμένος, θά ἐχρειάζετο σχεδόν ἡμίσεια ὥρα διά νά κατέλθῃ τις ἐκεῖ ἀπό τό Κάστρον, καί τώρα ὁπού ἦτο χιονισμένος, καί ἦτο νύξ, τρίτη ὥρα μετά τά μεσάνυκτα, οὔτε μία ὥρα δέν θά ἤρκει. Εἰς μίαν δέ ὥραν ἠδύναντο νά κατασυντριβῶσι δεκάδες πλοίων καί νά πνιγῶσιν ἑκατοντάδες ἀνθρώπων.

Οὐχ ἧττον οἱ ἄξεστοι ἐκεῖνοι ἄνθρωποι, ἐκ τῆς αὐθορμήτου ἐκείνης φιλανθρωπίας, ἥτις εἶναι οἱονεί φυσική ὁρμή, ὡς συμπάθεια τῆς σαρκός πρός τήν σάρκα, καί εἶναι τό πρῶτον καί τελευταῖον αἴσθημα τό συγκινοῦν τήν καρδίαν μετά τήν πρώτην ἔκπληξιν, καί πρίν προφθάσασα πνεύσῃ ἡ παγερά πνοή τῆς φιλαυτίας καί ἀδιαφορίας, οἱ ἄνθρωποι, λέγω, ἐκεῖνοι ἔλαβον τούς δαυλούς των, κ’ ἔτρεξαν ἔξω τῆς πύλης καί τῆς γεφύρας, καί ἤρχισαν νά τρέχωσι τόν κατήφορον.

Οἱ λοιποί, μείναντες ἐπάνω, ἠσχολοῦντο ν’ ἀνανεῶσιν ὁλονέν τήν φλόγα, μή παύοντες νά ρίπτωσι ξηρά κλαδία εἰς τό πῦρ.

Ὁ ἱερεύς ἐβράδυνεν ἐπίτηδες εἰς τήν Πρόθεσιν, κ’ ἐμνημόνευσε τήν πρωίαν ἐκείνην ὅσα ὀνόματα εἶχεν ἀποθαμένα, οὐ μόνον τά ἰδικά του καί τῶν ἐλθόντων πανηγυριστῶν, ἀλλά καί ὅλων τῶν ἐνοριτῶν του, οὐ μόνον ὅσα εἶχε γραπτά, ἀλλά καί ὅσα ἐκ μνήμης ἐγνώριζεν· ἐγνώριζε δ’ ἐκ μνήμης ὅλα τά ὀνόματα τῆς πολίχνης, ἀποθαμένα καί ζωντανά. Ἐδεήθη καί ὑπέρ διασώσεως τοῦ κινδυνεύοντος πλοίου, περί οὗ, χωρίς νά ζητήσῃ ἐξήγησιν, ἀμέσως εἶχεν ἐννοήσει τά συμβάντα.

Τέλος αἱ κραυγαί μικρόν κατά μικρόν ἔπαυσαν, ἡσυχία ἐπῆλθεν. Ἐφάνη ὅτι βωβή συμφορά εἶχεν ἐνσκήψει ἢ ὅτι ἡ δυσχέρεια ἔλαβε πέρας. Δύο ἄλλοι ἄνδρες ἀνησυχήσαντες, ἐξῆλθον ἕως τήν Ἁγίαν Κυριακήν, πέραν τῆς ξυλίνης γεφύρας, μέ δύο πυρσούς εἰς τάς χεῖρας.

Παρῆλθεν ὀλίγη ὥρα· ὁ ἱερεύς ἀργά-ἀργά ἐμβῆκεν εἰς τήν λειτουργίαν, ἐλπίζων νά ἤρχοντο ἐν τῷ μεταξύ καί οἱ ἀπόντες. Ἀλλ’ ἡ λειτουργία προυχώρει, καί ψυχή δέν ἐφαίνετο. Τέλος, εἰς τό «Μετά φόβου Θεοῦ», ἐπέστρεψαν πρῶτοι οἱ τελευταῖοι ἐξελθόντες πρός ἐπισκόπησιν, εἶτα εἰσῆλθεν ὁ μπαρμπα-Στεφανής καί οἱ μετ’ αὐτοῦ καταβάντες εἰς τόν αἰγιαλόν, καί μετ’ αὐτόν τρεῖς ἄγνωστοι μέ ναυτικά ἐνδύματα καί μέ κηρωτούς ἐπενδύτας. Ἔφθασαν ὅλοι ἀκριβῶς ὅπως ἀσπασθῶσι τάς εἰκόνας καί λάβωσι τό ἀντίδωρον.

Ἐνῷ ὁ κύρ Ἀλεξανδρής ἀνεγίνωσκε τό «Εὐλογήσω τόν Κύριον», οἱ ἄνδρες ἐξηγοῦντο ταπεινῇ τῇ φωνῇ τά συμβάντα. Τό ἐξοκεῖλαν πλοῖον ἦτο τό γολετί τοῦ καπετάν Κωσταντῆ τοῦ Λημνιαραίου, αὐτοπροσώπως παρόντος ἐκεῖ. Ὁ ἴδιος, ἀνήρ μεσῆλιξ, βραχύς τό σῶμα, μέ ἁδρόν μύστακα, διηγεῖτο τά ἑξῆς: Πρό δύο ἡμερῶν ἦτο προσωρμισμένος εἰς τήν Δάφνην, τόν μεσημβρινόν ὅρμον τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀλλ’ ὁ βοριάς τόν ἐξούριασε, αἱ ἁλυσίδες τῶν ἀγκυρῶν του ἐκόπησαν ὑπό τῆς βίας τοῦ ἀνέμου, καί παρεσύρθη διά μιᾶς δέκα μίλια μακράν. Μάτην προσεπάθησε μέ ὅλας τάς δυνάμεις του νά προσεγγίσῃ εἰς τόν Κωφόν, τόν γνωστόν ὅρμον τῆς Συκιᾶς, τοῦ μεσαίου λαιμοῦ τῆς Χαλκιδικῆς, ὅπου ἅμα εἰσπλεύσῃ τις δέν βλέπει πλέον πόθεν εἰσέπλευσεν, ἀλλ’ ὅπου δυσκόλως εἰσπλέει τις. Ὁ ὅρμος ὁμοιάζει μέ λίμνην μεσόγειον, μή ἔχουσαν ὁρατόν στόμιον, τόσον εἶναι ἀσφαλής. Καί τό γολετί ξυλάρμενον μετά ματαίας προσπαθείας, παρεσύρθη ὑπό τῆς τρικυμίας πρός τάς νήσους, ὅπου τήν νύκτα ἐκείνην τῶν Χριστουγέννων, οἱ ἀγωνιῶντες ναυβάται εἶδον ἔξαφνα φῶς, ὡς φάρον ὁδηγοῦντα αὐτούς, τούς πυρσούς οὓς εἶχον ἀνάψει ἔμπροσθεν τοῦ ναΐσκου τοῦ Χριστοῦ οἱ τραχεῖς αἰπόλοι. Ὁ πυρσός ἐκεῖνος ἐφάνη πρός αὐτούς ὡς θεῖον πράγματι θαῦμα, ὡς νά ἐθερμαίνοντο περί αὐτόν ἀγραυλοῦντες οἱ ποιμένες ἐκεῖνοι, οἱ ἀκούσαντες τό Δόξα ἐν ὑψίστοις. Ἐπλησίασαν φερόμενοι μᾶλλον ἢ πλέοντες πρός τό μέρος τοῦτο, καί τότε ἐκινδύνευσαν νά κατασυντριβῶσιν εἰς τούς βράχους τοῦ Κουρούπη. Εὐτυχῶς, δι’ ἐπιτηδείου χειρισμοῦ ἀπέφυγον τήν καταστροφήν, κ’ ἐκάθισαν τό σκάφος εἰς τά ρηχά, ἐπί τῆς ἄμμου, ὅπου τόσον καλά ἦτο ἐξησφαλισμένον, ὅσον δέν ἠδύνατο νά εἶναι μέ τάς δύο ἀγκύρας του, τάς μεινάσας ὡς ὁμήρους εἰς τόν βυθόν τοῦ ὅρμου τῆς Δάφνης.

Ἔφεξεν ὁ Θεός τήν χαρμόσυνον ἡμέραν, καί οἱ αἰπόλοι ἐφιλοτιμήθησαν νά σφάξωσι καί ψήσωσι δύο τρυφερά ἐρίφια, ἐνῷ οἱ δύο ὑλοτόμοι εἶχαν φέρει ἀπό τό βουνόν πολλάς δωδεκάδας κοσσύφια ἁλατισμένα· καί ὁ καπετάν Κωσταντής ἀνεβίβασεν ἀπό τό γολετί, τό ὁποῖον οὐδένα κίνδυνον διέτρεχεν, ὅπως ἦτο καθισμένον, ἂν δέν ἔπνεε νότος ἀπό τῆς ξηρᾶς νά τό ἀπωθήσῃ πρός τό πέλαγος, ἀνεβίβασε δύο ἀσκούς γενναίου οἴνου καί ἓν καλάθιον μέ αὐγά καί κασκαβάλι τῆς Αἴνου, καί ἡμίσειαν δωδεκάδα ὄρνιθας καί μικρόν βυτίον μέ σκομβρία. Καί ἔφαγον πάντες καί ηὐφράνθησαν, ἑορτάσαντες τά Χριστούγεννα μετά σπανίας μεγαλοπρεπείας ἐπί τοῦ ἐρήμου ἐκείνου βράχου. Τήν νύκτα ἐκοιμήθησαν ἐν μέσῳ ἀφθόνων πυρῶν, μέ ἀρκετά δέ σκεπάσματα καί καπότες, ὅσα καί οἱ ἐκ τῆς πολίχνης πανηγυρισταί εἶχαν φέρει μεθ’ ἑαυτῶν, καί οἱ αἰγοβοσκοί εἶχαν εἰς τό Κάστρον, καί ὁ ἐκ Λήμνου φιλότιμος καραβοκύρης ἐκόμισεν ἀπό τό πλοῖόν του.

Τήν ἐπαύριον ὁ ἄνεμος ἐκόπασε, τό ψῦχος ἠλαττώθη πολύ, κ’ ἐπωφελούμενοι τήν ἀνακωχήν τοῦ χειμῶνος, ἀπεφάσισαν ν’ ἀπέλθωσιν. Ὁ μπαρμπα-Στεφανής καί ὁ υἱός του μετά δύο ἄλλων βοηθῶν ἐπανῆλθον εἰς τήν μικράν ἀμμουδιάν ὑπό τά Μποστάνια, καθείλκυσαν τήν λέμβον, ἐπέβησαν αὐτῆς, καί κάμψαντες τό Κάστρον, τήν ἔφεραν ἀπό Σοφράν εἰς τό βορειανατολικόν μέρος. Τῇ βοηθείᾳ τῆς δυνατῆς βάρκας τοῦ μπαρμπα-Στεφανῆ καί τῆς μικρᾶς φελούκας τοῦ Λημνίου κυβερνήτου, τόσοι βραχίονες συμπονήσαντες, δέν ἐβράδυναν νά ξεκαθίσωσιν ἀπό τήν ἄμμον τό γολετί, τό ὁποῖον δέν εἶχε πάθει τίποτε, ἀλλ’ ἐφαίνετο ὡς μαλακῶς πλαγιασμένον καί ἀναπαυόμενον κατόπιν πολλῶν κόπων. Καί ἀποχαιρετίσαντες τούς αἰπόλους, ἐπεβιβάσθησαν οἱ μέν εἰς τό γολετί, οἱ δέ εἰς τήν βάρκαν, πότε ρυμουλκουμένην, πότε ρυμουλκοῦσαν, καί μέ ἱστία καί μέ κώπας πλέοντες, διά τῆς βορειανατολικῆς ὁδοῦ τήν φοράν ταύτην, ὡς συντομωτέρας καί εὐπλοωτέρας εἰς τήν κάθοδον, ἔφθασαν αἰσίως εἰς τήν πολίχνην.

(1892)