Στο Βόλο

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Στο Βόλο
Συγγραφέας: Γεώργιος Σουρής
Ο ελληνικός στρατός αποβιβάζεται στον Βόλο για να τον καταλάβει, όπως όριζε η Ελληνοτουρκική συμφωνία. 2 Νοεμβρίου 1881.


A'
Χαρῆτε, καὶ ἀράζουμε, ἀδέλφια, μέσ' στὸ Βόλο,
κι' ἐδῶ γλυκειὰ ξημέρωσε ἑλευθεριᾶς ἡμέρα...
ἀπάνω στὰ κατάρτια σας καὶ στὸ βαπόρι ὅλο
Ἑλληνικὴ στηλώσετε κι' Ἐγγλέζικη παντιέρα.
Οἱ Τοῦρκοι πᾷν στὸ διάβολο χωρὶς νὰ ρίξουν σμπάρο,
λοιπὸν παντιέραις στὰ ψηλά, παντιέραις στὸ φουγάρο.

Νά! Νά! Καὶ ἕνα Τούρκικο βαπόρι στὸ λιμάνι,
μὰ μὴ φοβᾶσθε τίποτα, τραβᾶτε μὲ ἀέρα·
εἶναι ἐδῶ ὁ Χάμλεϋ, καὶ τοῦτο μόνο φθάνει,
κι' ἂν μία λέξι μᾶς εἰποῦν τοὺς κόβει πέρα πέρα.
Ἐμπρός λοιπόν, σηκώσετε παντιέραις γιὰ γινάτι,
νὰ μποῦμε μιὰ φορὰ κι' ἐμεῖς στοῦ Μουχαμὲτ τὸ μάτι.

Ὅλος ὁ κόσμος στέκεται ὁλόρθος στὸ βαπόρι...
νά! δίπλα μας τὸ Πήλιον μὲ ὅλα τὰ χωριά,
ὁ Ἅγιος Λαυρέντιος, κοντὰ τὸ Κατωχῶρι,
ὁ Ἅη-Γιώργης ἀπ' ἐδῶ, ἐκεῖ ἡ Πορταριά.
Μὰ νὰ κι' ἡ Μακρυνίτσα μας... σταθῆτε νὰ τὴν δῶ...
νομίζω πὼς στοὺς βράχους της ἀβάσταχτος πηδῶ.

Ὦ Μακρυνίτσα, σὲ θωρῶ μὲ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα,
κι' ἂν πέντε κάλους σουβλεροὺς δὲν εἶχα στὰ ποδάρια
θὲ νὰ πετοῦσα φτερωτὸς στὸ ἅγιό σου χῶμα,
ποὺ μ' αἷμα τὸ ποτίσανε ἀφράτα παλληκάρια.
Τραγουδημένο μου χωριό, τὸ ὄνομά σου λέω,
καὶ ἡ καρδιά μου σχίζεται καὶ μοὔρχεται νὰ κλαίω.

Ἐσὺ τὴν ἐπανάστασι ἐτίμησες, καϋμένη,
ἐσὺ καὶ τὴν ἀτίμασες στὴ μάχη σου ἐκείνη,
μὰ ὅ,τι καὶ ἂν ἔκαμες θὰ εἶσαι δοξασμένη...
τὸ αἷμα ποὺ σ' ἐπότισε τὴν ἀτιμία σβύνει.
Ἔ! ὅλα πιὰ ἂς ξεχασθοῦν, καὶ ἔλα, λευθεριά,
νὰ δοῦνε καὶ τ' ἀδέρφια μας ὀλίγη ξαστεριά.

Β'
Ἐπάτησες εἰς τὴ στεριά... παντοῦ μπάμ! μπούμ! καὶ τράκαις,
παντοῦ ζωὴ καὶ κίνησις καὶ κοσμοχαλασιά,
τὰ φέσια πλημμυρίζουνε τοὺς δρόμους καὶ ἡ βράκαις,
καὶ τῇς καμπάναις της βαρεῖ ἡ μία ἐκκλησιά.
Βλέπω ἀψίδες γύρω μου, κονκάρδες, λευθεριαῖς,
μυρσίναις, δάφναις, Γλάδστωνα εἰς ὅλαις τῇς μεριαῖς.

Μὲ τὰ παιδιὰ στὴν ἀγκαλιὰ γυναῖκες μαυρομάναις,
κυττάζουν δῶ, κυττάζουν κεῖ μὲ ἀνοικτὸ τὸ στόμα.
Ἀκοῦνε νὰ σημαίνουνε τῆς λευθεριᾶς καμπάναις,
καὶ βάφεται ἡ ὄψι τους μὲ τῆς χαρᾶς τὸ χρῶμα.
Κάθε χωριὸ κατέβηκε ὁλόχαρο στὴν πόλι,
καὶ ἡ χωριάτισσαις φοροῦν τὸ πιὸ καλὸ φακιόλι.

Μαζί τους κι' ἡ γερόντισσαις, μαζί τους καὶ οἱ γέροι,
εἰς ὅλους ζωγραφίζεται ἡ ζωντανὴ χαρά,
ἐκεῖνο τὸ ὁλόδροσο τῆς λευθεριᾶς ἀγέρι
στ' ἀδύνατα ποδάρια των ἐχάρισε φτεριά.
Τοὺς βλέπεις καὶ τοὺς χαίρεσαι... ἀπὸ φωτιὰ γεμᾶτοι
ἀπάνω στῇς παντιέραις μας καρφόνουνε τὸ μάτι.

Τέτοιαν ἡμέρα τὄλπιζαν τὰ μάτια τους νὰ δοῦνε;
πὼς εἶναι πιὰ ἐλεύθεροι ἀκόμη δὲν πιστεύουν.
Γιὰ ἕνα ὄνειρο γλυκὸ ἀκόμη τὸ θαρροῦνε...
Συνείθισαν οἱ δύστυχοι τὸν Τοῦρκο νὰ δουλεύουν.
Εἶναι γλυκειὰ ἡ λευθεριὰ γιὰ ὅποιον δὲν τὴν ξέρει,
ἢ μὲ τὸ δίσκο ἔρχεται ἢ μὲ σπαθὶ στὸ χέρι.

Ζητιάνα ἡ λεβέντισσα ὁ σκλάβος τὴν γιορτάζει,
τὸ χέρι, ὅπου σίδερα τοῦ ἔσπασε βαρειά,
μὲ χίλια δυὸ φιλήματα ὁ σκλάβος τὸ σκεπάζει
δὲν βλέπει ἄλλο τίποτα παρὰ ἐλευθεριά.
Φθάνει νὰ ἔχῃ ὄνομα, νὰ ἔχῃ καὶ πατρίδα,
καὶ ὅλος γέλια καὶ χαραῖς, σκορπᾷ τὴν ἀλυσίδα.

Ἀλλὰ ἐνθουσιάστηκα πάρα πολὺ νομίζω,
καὶ νὰ μὲ συγχωρήσετε, χρυσοί μου Ἀθηναῖοι·
ἂν πάλι γιὰ ἐλευθεριαῖς καὶ δόξαις σαλιαρίζω,
ὁ Βόλος, τὸ «Μὴ χάνεσαι», καὶ ἡ ταράτσα φταίει.
Μία παντιέρα μοναχὰ ἐμπρός μου σὰν ἰδῶ,
εὐθὺς ἐνθουσιάζομαι, καὶ ἄλλα τραγουδῶ.

Γ'
Ἰδοὺ τὰ ἐξαπτέρυγα, ἰδοὺ καὶ ὁ Δεσπότης
μὲ τὴν κανδηλανάφτησα καὶ τὸν κανδηλανάφτη,
νά! κι' οἱ παπάδες γύρω τους, ἀλλὰ παπάδες πρώτης...
τοὺς βλέπεις καὶ τὸ μάτι τους νομίζεις πὼς ἀστράφτει.
Ὅλοι ντυμένοι κάτασπρα βαστοῦνε εἰς τὰ χέρια
λαμπάδες, Εὐαγγγέλια, ψαλτήρια καὶ τρικέρια.

Νά! τὰ κορίτσια τοῦ σχολειοῦ μὲ ἄσπρα καὶ γαλάζια,
στὰ τρυφερὰ χεράκια των σηκόνουνε μπουκέτα,
κοντά των κι' ἡ δασκάλισσα γεμάτη ἀπὸ νάζια,
ποὺ λὲς καὶ εἶναι ἕτοιμη ν' ἀνάψῃ σὰν ρουκέτα.
Νά, καὶ τ' ἀγόρια... στέκονται στὸ πλάϊ ντροπαλά,
κι' ὁ δάσκαλος ἀστρονομεῖ καὶ βλέπει στὰ ψηλά.

Νά! κι' οἱ Ἑβραῖοι ἀπ' ἐδῶ, μὲ μιὰ ψηλὴ παντιέρα,
μὰ νά! καὶ ὁ Ραββῖνος των μὲ φράκο καὶ κονκάρδα,
μὲ πόζα διπλωματικὴ μᾶς σχίζει τὸν ἀέρα,
καὶ τὸ ψηλὸ καπέλο του φωνάζει σ' ὅλους «βάρδα».
Εἰς τὰς Ἀθήνας ἔλθετε, ἀγαπητὲ Ραββῖνε,
καὶ διπλωμάτης σὰν καὶ σᾶς κανένας δὲν θὰ εἶναι.

Ἰδοὺ καὶ οἱ Ἀτσίγγανοι, σωστοὶ κοσμοπολῖται!
Βαστοῦν παντιέρα καὶ αὐτοί, νταοῦλι καὶ ζουρνᾶ...
ὦ Ἀθηναῖοι ἔπρεπε καὶ σεῖς νὰ τοὺς ἰδῆτε,
γιὰ τούτους μόνο ἡ ζωὴ ἀξένοιαστη περνᾶ.
Γιὰ νίκαις καὶ γιὰ λευτεριαῖς δὲν δίνουνε πεντάρα·
μόνο νὰ τρῶν, νὰ πίνουνε, κι' ἡ δόξαις ἄρα μάρα.

Τοῦρκος κανεὶς δὲν φαίνεται ἢ Μπέης μὲς στὸ δρόμο,
καὶ οὔτε μιὰ Χανούμισα ἀφράτη περπατεῖ·
μέσα στὸ Κάστρο κλείστηκαν ἡ ἄμοιραις μὲ τρόμο
σὰν ἄκουσαν πὼς ἔρχονται Ρωμαίϊκοι στρατοί.
Ἀλλὰ γιατί, Χανούμισαις, στὸ Κάστρο νὰ κλεισθῆτε;
ἐλᾶτε στὴν παράτα μας καὶ σεῖς νὰ τὴν ἰδῆτε.

Μὴν τρῶτε στὰ καφάσια σας τὰ τρυφερά σας νειάτα,
ἐμεῖς ἐδῶ ἐρχόμαστε σὰν ἀδελφοὶ καὶ φίλοι,
κι' ὅρκο βαρύ σᾶς κάνομε στὴν ἀγγουροσαλάτα
πὼς δὲν θὲ νὰ προσβάλλωμε τὴν Ὑψηλή σας Πύλη.
Ὤ! ναί! ἀφῆστε με νὰ μπῶ στοῦ χαρεμιοῦ τὴ σάλα,
κι' ἀμέσως τὰ παπούτσια μου τ' ἀφίνω μπρὸς στὴ σκάλα.

Δ'
Ὁ οὐρανὸς ἀρχίνισε νὰ γλυκοξαστερώνῃ,
κι' ὁ ἥλιος χύνεται παντοῦ καὶ τὰ βουνὰ χρυσόνει.
Νά! νά! προβάλλει ὁ στρατός! ἀκούω τῆς τρουμπέταις,
καὶ μέρα βλέπω γύρω μου νὰ πέφτουνε ρουκέταις.
Νταούλια, ζήτω, μουσικαῖς βουΐζουν μὲς στ' αὐτιά μου,
γυναῖκες, ἄνδρες καὶ παιδιὰ ξαπλώνονται μπροστά μου,
κι' ἀπὸ κεφάλια σύννεφα πλακόνουν ὁλοένα,
σκουντῶ, σκουντιοῦμαι, σπρώχνομαι καὶ τἄχω σὰν χαμένα.

Σημαίαις ξεδιπλώνονται, τὰ ἄλογα ἀφρίζουν,
ἡ βράκαις κυματίζουνε, οἱ γάϊδαροι γκαρίζουν,
Ἀτσίγγανοι, Τσιφούτηδες καὶ Ἕλληνες πετειοῦνται,
τὰ φέσια κομματιάζονται καὶ κατὰ γῆς κυλιοῦνται,
καὶ στὰ κεφάλια δένονται μαντήλια καὶ πετσέταις...
Νά! τοῦ στρατοῦ ἐφθάσανε ἡ πρώταις μπαγιονέταις...
κι' ὁ Σοῦτσος μας ἐπάτησε τὸ σκλαβωμένο χῶμα
μὲ ἕνα Φαναριώτικο χαμόγελο στὸ στόμα,
καὶ ὁ λεβέντης του καρᾶς μασσᾷ τὰ χαλινάρια,
κι' ἀνοίγεται βαθυὰ ἡ γῆ στὰ πρῶτα του ποδάρια.
Τὰ ζήτω τώρα ἀντηχοῦν ἀπάνω στὰ οὐράνια,
καὶ δός του κατακέφαλα στοὺς στρατηγοὺς στεφάνια,
ἐδῶ κι' ἐκεῖ ὡσὰν βροχὴ κατρακυλοῦν λουλούδια,
φωναῖς, πατήματα, βοή, ἐλευθεριᾶς τραγούδια,
ἀρχίζουν τῶν παπάδων μας νὰ τρέχουνε οἱ γλώσσαις,
ψαλμοὶ καὶ Εὐαγγέλια καὶ προσφωνήσεις τόσαις.
Μιὰ φούχτα ἅρπαξα κι' ἐγὼ Βολιώτικα στραγάλια,
καὶ μονομιὰς τὰ ἔρριξα σὲ στρατηγῶν κεφάλια.
Ἀκόμη ἔρχεται στρατός... πῶ! πῶ καὶ τί θὰ γίνῃ!
Εἰς τὸ κεφάλι κανενὸς τὸ φέσι δὲν θὰ μείνῃ.
Πῶς θέλω τὸ καπέλο μου νὰ ρίξω στὸν ἀέρα!
μὰ πάλι ἀξεσκούφωτος νὰ ἔλθω αὐτοῦ πέρα;

Ε'
Ἀπὸ γαλόνια καὶ σπαθιὰ ἐγέμισαν οἱ δρόμοι!
Ζήτω καὶ πάλι... ἔρχονται, παιδιά, οἱ νοσοκόμοι.
Τιμὴ καὶ στὰ μουλάρια των, μὰ ἔχουν τέτοιο χάλι,
ποὺ νὰ σηκώσουν δὲν μποροῦν ἀπάνω τὸ κεφάλι,
γιὰ νὰ σᾶς χαιρετίσουνε σὰν στρατηγοὶ κι' ἐκεῖνα...
τὰ ἔκαμ' ὑπερήφανα τὸ κρύο καὶ ἡ πεῖνα.
Ἔρχονται κι' ὅλο ἔρχονται, καὶ μιὰ ἀνδρογυναῖκα,
ἀπὸ τοῦ Ρήγα τὸ χωριό, ποὺ ἔκανε γιὰ δέκα,
μὲ τὴ σημαία τῶν Φερῶν στὸ σιδερένιο χέρι
πετειέται μιὰ καὶ χάνεται ἀνάμεσα στ' ἀσκέρι,
καὶ βλέπω γύρω της παιδιά, γυναῖκες, ἄνδρες γέρους...
Ὦ σεῖς οἱ σκλάβοι, δώσετε σ' ἐμᾶς τοὺς ἐλευθέρους
μιὰ σπίθα ἐνθουσιασμοῦ ἀπ' τὰ δικά σας στήθεια,
σεῖς μόνοι τὴν ἐλευθεριὰ τὴν νοιώθετε στ' ἀλήθεια,
ἐνῷ ἐμεῖς οἱ κλασικοί, οἱ ἐλευθερωμένοι,
παντοῦ καὶ πάντα εἴμαστε σὰν κρυολογημένοι.
Μὰ κεῖ ποὺ ἔλεγα αὐτά, τὸ ρεῦμα μὲ ἁρπάζει,
καὶ μπρούμυτα φαρδὺ πλατύ, στὸ χῶμα μὲ τινάζει.
Μοῦ φεύγουνε καὶ τὰ γυαλιά, μαζὶ καὶ τὸ καπέλο,
καὶ τῶν προγόνων φίλησα τὴ γῆ χωρὶς νὰ θέλω.
Ἔ! τότε πιὰ ἐθύμωσα, καὶ ὅλος θυμωμένος
κατὰ διαβόλου ἔστειλα κατάληψι καὶ γένος.

ΣΤ'
Ἑβραῖοι καὶ Ἀτσίγγανοι καὶ Ἕλληνες σκορπιοῦνται,
καὶ ὅλοι ἀγκαλιάζονται κι' ἀγκαλιαστὰ φιλιοῦνται,
κι' ἐγὼ γυρεύω μάγουλο κανένα νὰ φιλήσω,
μὰ πουθενὰ δὲν ἔτυχε μιὰ Τοῦρκα ν' ἀπαντήσω.
Ὁ σκλάβος κι' ὁ ἐλεύθερος πηγαίνει νὰ γλεντήσῃ·
ἐλευθεριὰ δὲν ἔρχεται χωρὶς γερὸ μεθύσι.
Ἀρνιὰ στῇς σούβλαις ψήνονται καὶ διαλεχτὰ μοσχάρια,
νὰ φᾶνε τοῦ γενναίου μας στρατοῦ τὰ παλληκάρια,
ἡ τσότρα πάει κι' ἔρχεται καὶ τὸ κρασὶ ἀφρίζει,
κάθε ποτῆρι στὴ στιγμὴ ἀδειάζει καὶ γεμίζει,
καὶ στὴ φωτιὰ τῆς λευθεριᾶς μᾶς ἔρχεται καὶ ἄλλη,
καὶ γίνεται Βεζούβιος καὶ Αἴτνα τὸ κεφάλι.
Μὲ μουσικαῖς λογῆς λογῆς στοὺς δρόμους τριγυρίζουν,
κοντὰ καὶ οἱ Ἀτσίγγανοι ἀπὸ χαρὰ σφυρίζουν,
φωναῖς παντοῦ, κατακλυσμός, τρεχάματα καὶ φούρια,
οἱ ἄνθρωποι ἀνάκατα μ' ἀδέσποτα γαϊδούρια.
Καὶ μέσα σ' ὅλη τὴ βοή, στοῦ κόσμου τὴν ἀντάρα,
τὸ κάδρο τοῦ Πρωθυπουργοῦ πουλιέται μιὰ δεκάρα.
Ἕνα Βολιώτη καὶ ἐγὼ γιὰ σύντροφο ἐπῆρα,
κι' ἑώρτασα τὴ λευθεριὰ μὲ τῆς Βιέννης μπύρα
ἀλλὰ δὲν πλήρωσα ἐγώ, ὦ Ἀθηνῶν πολῖται!
Αὐτὸ καὶ δίχως νὰ τὸ πῶ, θαρρῶ πὼς ἐννοεῖται.

Ζ'
Ὁ ἥλιος ἐβασίλεψε, ἁπλώθηκε σκοτάδι,
καὶ τὰ φανάρια φέγγουνε γεμᾶτα ἀπὸ λάδι.
Ἀνάβουν μούραις καὶ αὐτιά, ἀνάβουν καὶ κεφάλια
ἀνάβουν καὶ τὰ φράγκικα, ἀνάβει καὶ ἡ βράκα,
ἀνάβει κι' ἡ ἀματωτή τοῦ Σούτσου σακαράκα,
ἀνάβει γῆ καὶ οὐρανός, κι' ἡ θάλασσα ἀνάβει,
ἀνάβουν κι' οἱ ἐλεύθεροι, ἀνάβουνε κι' οἱ σκλάβοι.
Παντοῦ φωτιὰ καὶ μπούλμπερη καὶ μπόλικα φυτήλια,
κι' ἀρσενικῶν καὶ θηλυκῶν ἀνάβουν τὰ καντήλια,
Ἀλλ' ὅμως μὴν τρομάζετε, καὶ τὸ δικό μας κράτος
μοῦ φαίνετ' ἀπαράλλακτο τοῦ Μωϋσῆ ἡ βάτος.
Ὡσὰν κι' ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνας ἐκαίετο κι' ἐκείνη,
χωρὶς καθόλου νὰ καῇ καὶ στάκτη ν' ἀπομείνῃ.
Ἐδῶ ρουκέταις καίονται καὶ παραπέρα μύλοι...
ποῦ εἶναι τώρα νὰ τὰ δῇ καὶ τῆς Τουρκιᾶς ἡ Πύλη!
Σκάσε, Χαμίτ, στὰ πήραμε χωρὶς μιὰ στάλα αἷμα,
καὶ τώρα θὰ τὸ κάψωμε... λοιπὸν φωτιὰ στὸ Στέμμα.
Καὶ νά! τὸ Στέμμα καίεται... Ζήτω, ἀδέλφια, πάλι,
καὶ ἂς καοῦνε γρήγορα κι' οἱ μύλοι μας οἱ ἄλλοι.
Τί τοὺς φυλᾶτε; δώσετε φωτιὰ καὶ εἰς ἐκείνους,
μὴ φαίνεσθε τσιφούτηδες καὶ σεῖς σὰν τοὺς Ραββίνους,
γαλάζια, ἄσπρα, κόκκινα, κι' εὐθὺς κτυποῦν τὰ χέρια,
καὶ βγαίνουν ἀπ' τὰ στόματα μιὰ πιθαμὴ ἡ γλώσσαις...
τώρα θὰ πέσουν μονομιὰ ρουκέταις πεντακόσαις...
Νά! Νά! κι' οἱ μύλοι καίονται, καὶ βγάζουνε ἀστέρια.
Κράκ, κρούκ, φούτς, φίσς, ἐπέταξαν καὶ πᾶνε στὸν ἀέρα
ὅλος ὁ κόσμος ἔλαμψε καὶ ἔγινε ἡμέρα.
Ἄιντε, Βολιώταις, κάφτε το, καὶ ἔχομε εἰρήνη,
ὁ Βόλος τώρα ἂς γενῇ τὸ φλογερὸ καμίνι,
καὶ μάλιστα, ἂν θέλετε, καὶ σεῖς καῆτε ὅλοι,
νὰ φθάσῃ ἡ ἀναλαμπὴ ὡς πέρα εἰς τὴν Πόλι,
νὰ τὴν κυττάξῃ ὁ Χαμίτ, ποὺ τόσο μᾶς παιδεύει,
κι' ἀπὸ τὴ φοῦρκα τὴν πολλὴ ταμπλᾶς νὰ τοῦ κατέβῃ.
Μὰ ἕνας σεβνταλῆς βρακᾶς, δὲν ξέρω πῶς τοῦ φάνη,
φωτοχυσία ἤθελε στὰ γένεια μου νὰ κάνῃ,
κι' ἂν λίγο δὲν τραβειόμουνα – ὦ φρίκη καὶ μανία! –
θὰ τἄκανε στὴ λευθεριὰ ἑσπερινὴ θυσία.

Η'
Καὶ τώρα πιὰ σᾶς χαιρετῶ, Βολιώταις συμπολῖται,
καὶ μεθυσμένους ὅλους σας μὲ λύπη σᾶς ἀφίνω.
Μὰ ζήτω εἰς τὸν βασιληᾶ κι' ἐκ μέρους μας νὰ πῆτε...
δὲν ξέρετε πῶς ἤθελα πρὸς χάριν του νὰ μείνω!
Σεῖς βέβαια θὰ κάμετε βασιλικαῖς παράταις,
καὶ τρίδιπλαις θ' ἀδειάσετε βαρέλαις καὶ κανάταις.

Φᾶτε καὶ πιέτε, ἀδελφοί, μὲ ρόδα καὶ μὲ κρῖνα·
τί νὰ σᾶς πῶ! ἡ λάσπη σας καθόλου δὲν μ' ἀρέσει·
μοῦ φτάνει ὅση πάτησα ὡς τώρα στὴν Ἀθήνα,
καὶ τὸ νομίζω περιττὸ αὐτό σας τὸ πεσκέσι.
Τῇς εἶδα τῇς παράταις σας καὶ ὅλα σας τὰ ἄλλα,
κι' ἐπῆρα γιὰ χατῆρι σας καὶ μία κουτρουβάλα.

Ἡ λευθεριὰ καὶ τὸ κρασὶ ἂς σᾶς γενοῦν χαλάλι,
ἔχετε γειά, Πανέλληνες, Ἀτσίγγανοι κι' Ἑβραῖοι
καὶ ἂν ποτὲ καμμιὰ φορὰ ἀνταμωθοῦμε πάλι,
σωστοὶ Ρωμηοὶ νὰ ἤσαστε καὶ ποῦροι Ἀθηναῖοι.
Νὰ μὲ γλυκοφιλήσετε, νὰ σᾶς γλυκοφιλήσω,
καὶ μὲ δικά σας ἔξοδα καὶ τότε νὰ μεθύσω.