Στιχούργημα Α'

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Στιχούργημα Α'
Συγγραφέας: Αριστοτέλης Βαλαωρίτης


I
Καθώς στέκει στὴν ἄκρη τοῦ βράχου
τὸ γεράκι σὰν εἶν' πεινασμένο,
καὶ κυττάζει μὲ μάτι ἀναμμένο
μὲς στὰ σύγνεφα κάτι νὰ ἰδῇ·

ξετροχίζει τὰ μαύρα του νύχια,
τὰ φτερά του τινάζει στ' ἀέρι,
ἡ καρδιά του ἀνάφτει καὶ χαίρει,
γιατὶ αἷμα ζεστὸν θὰ νὰ πιῇ·

ἔτσι ὁ Κίτσος στὴν ἄκρη τοῦ βράχου
στέκει ὀρθὸς καὶ τριγύρω κυττάζει.
Πὲς μου σύ, τ' εἶν' εκεῖνο ποὺ στάζει
ἀπ' τὰ μάτια του ποὺ εἶναι φωτιά;

Εἶναι τάχα τς' αὐγῆς ἡ δροσούλαις
ποὺ τὰ μαῦρά του βλέφαρα βρέχουν;
Ὄχι, ὄχι, στὰ μάτια του τρέχουν
δάκρυα, δάκρυα καὶ τρέχουν θερμά.

Πὲς μου σὺ, τ' εἶναι ἐκείνη ἡ ἀχνάδα
ποὺ τὸ πρόσωπο τώρα σκεπάζει;
Διατὶ τάχα κρυφὰ ἀναστενάζει
καὶ τὰ δάκρυα σφογγίζει κρυφά;

Κρεμασμένο στοὺς ὤμους του εἶχε
τὸ τουφέκι, τὸ μαῦρο τουφέκι.
Τὸ σπαθί του κοιμᾶται καὶ στέκει
συντροφιὰ σὲ πιστόλια χρυσᾶ.

Ρίχτει κάτω τὸ μάτι στὸν κάμπο,
τὸν κυττάζει μὲ μάτι ἀγριωμένο
κι' ἀπ' τὸ στόμα του, ποὺ εἶν' ἀφρισμένο,
τέτοια λόγια τοῦ πέφτουν κρυφά:


II
«Χασσάν, ἡ ὥρα ἐσήμανε. Σὰν ἔβγῃ τὸ φεγγάρι,
αὐτὸ τὸ μαῦρο μου σπαθὶ θὰ ἐλθῇ καὶ θὰ σὲ πάρῃ.
Ἡ ὥρα σου ἐσήμανε. Τὸ στῆθος τῆς Ἑλένης
μὲ τὴν πνοήν σου, ὦ Χασσάν, πλέον δὲ θὰ θερμαίνῃς.
Σοῦ κάμνω ὅρκον τρομερόν, τ' αὐτί σου ποὺ τρομάζει
ὅταν ἀκούῃ τὸ σπαθὶ νὰ κελαδῇ σὰν κράζῃ,
δὲν θὰ ν' ἀκούσῃ ἀπὸ σιμά, Χασσάν, δὲν θὰ ν' ἀκούσῃ
οἱ κτύποι τῆς καρδίας της γλυκὰ νὰ κελαδοῦσι.
Φθάνει γιὰ μέ, δὲ θέλω πλιὰ στοὺς λόγγους, στὰ λαγκάδια
νὰ σέρνωμαι σὰν ἑρπετό! Τὰ χιόνια, τὰ σκοτάδια
δὲν θέλω πλιὰ γιὰ συντροφιά. Νὰ ἔχω δὲν θέλω στρῶμα
πλιὸ τὸ χορτάρι τὸ ξηρὸ καὶ τὸ βρεγμένο χῶμα...
Φθάνει γιὰ μέ! Φθάνει γιὰ μέ! Καὶ διὰ σὲ δὲν φθάνει;
Τὰ δολερὰ τὰ χείλη σου ὥς πότε ὦ Χασσάνη,
θὰ χύνουν τὸ φαρμάκι τους στὸ στόμα τῆς Ἑλένης;...
Πόσον καιρόν, ἀγάπη μου, ἐλπίζεις καὶ προσμένεις!...
Χασσάν, ἡ ὥρα ἐσήμανε. Σὰν ἔβγῃ τὸ φεγγάρι
θὰ ἔλθῃ ὁ Κίτσος τρομερός, θὰ ἐλθῇ καὶ θὰ σὲ πάρῃ.
Ἐσύ, σπαθί μου φλογερό, κοιμήσου ὥς τὸ βράδυ
καὶ βάσταζε τὴ δίψα σου ὥς νὰ ἔλθῃ τὸ σκοτάδι·
πέσ' τε καὶ σεῖς πιστόλια μου, πέστ' τε νὰ κοιμηθῆτε,
πάρτε δύο βόλια τρομερὰ κι' ἀπόψε θυμηθῆτε!
Ὅτι τὸ ἕνα στὴν καρδιὰ τὸ θέλω τοῦ Χασσάνη
καὶ τ' ἄλλο στὸ κεφάλι του· μ' ἀκοῦτε! Τώρα φθάνει.»

Τέτοια κάμνει ὁ Κλέφτης φοβέρα,
ὅλη μέσα ἡ γλώσσα του βράζει
κι' ἀπ' τὰ μαῦρά του χείλη σταλάζει
εἰς τὸ χῶμα φαρμάκι, χολή.


III
Πέρα ἐκεῖ σιμὰ στὴν βρύσιν οἱ συντρόφοι του ἀπλωμένοι
στὸ ἁπαλὸ χλωρὸ χορτάρι, βλέπαν ὅλοι τρομασμένοι
τὴν πολλὴν τοῦ Κίτσου ἀχνάδα, τὸ βαρὺ τὸ μέτωπόν του,
καὶ τὰ δάκρυα ποὺ εἶχαν πέσει ἀπ' τὸν μαῦρον ὀφθαλμόν του.
Πῶς ὁ Κίτσος ποὺ εἶδε τόσαις κεφαλαῖς σ' αἷμα νὰ πλέουν,
τόσαις χήραις νὰ φωνάζουν, ὀρφανὰ τόσα νὰ κλαίουν
χωρὶς δάκρυ ἕνα νὰ χύσῃ, γιατὶ τώρα νὰ δακρύζῃ;
Τὴν καρδιά του τὶ μαχαῖρι, τὶ σκληρὸ μαχαῖρι σχίζει;


IV
«Ἀφῆστε με νὰ κοιμηθῶ, ἀφῆστε με ὥς τὸ βράδυ
καὶ ἐλᾶτε νὰ μοῦ κρίνετε σὰν πέσῃ τὸ σκοτάδι.»
Ἐπῆγε καὶ ξαπλώθηκε σὰν ἄρρωστο λιοντάρι
ἐκεῖ ποὺ ἐπρασίνιζε τὸ δροσερὸ χορτάρι·
πότ' ἐκοιμήθηκε ἥσυχα, νὰ κοιμηθῇ καὶ τώρα,
τώρα ποὺ ἐπλάκωνε γοργὰ ἡ τρομερά του ὥρα!
Ἐγύριζε κ' ἐγύριζε. Μουγκρίζει, ἀναστενάζει,
μαύρη καὶ κρύα συγνεφιὰ τὸ στῆθος του σκεπάζει,
ἐδῶθ' ἐκεῖθε στρήφεται, δὲν ξεύρει, δὲν γνωρίζει,
ὅτι κοιμᾶται δύσκολα τὸ μάτι ποὺ δακρύζει.
Σηκώνεται, σηκώνεται, δέρνεται, μεταπέφτει,
ὅλος ὁ Ἅδης ἔβραζε μέσ' στὴν καρδιὰ τοῦ κλέφτη.
Πετιέται τέλος μὲ θυμὸ καὶ πάγει νὰ καθίσῃ
ἐκεῖ ποὺ τοὺς συντρόφους του πρ' ὀλίγου εἶχε ἀφήσει.
Τὸ θολωμένο, τὸ βαρὺ καὶ μαῦρον μέτωπόν του
τὸ ἔρριψεν ἀνάμεσα τῶν δυνατῶν χειρῶν του.
Κι' ἀφοῦ πολὺ ἐσιώπησε, μὲ μιὰ φωνὴ ποὺ κλαίει,
εἰς τοὺς συντρόφους σιγαλὰ καὶ λυπημένα λέει:
«Ἀδέρφια, ἔχω στὴν καρδιὰ τέτοιο μεγάλο βάρος
ὁποὺ νομίζω ὅτ' αὔριον θὰ νὰ μὲ πάρῃ ὁ Χάρος.
Πέτε μου κάτι γιὰ νὰ ἰδῶ μήπως καὶ μ' ἐλαφρώσῃ.»
Ἤρχίσαν οἱ συντρόφοι του γλυκὰ νὰ τραγουδῶσι.


V
Τὶ σκούζει ἐκειὸς ὁ ἀετὸς εἰς τοῦ βουνοῦ τὴ ράχη;
Τάχα ἐπείνασε, ζητᾷ ἄλλο πουλὶ νὰ φάῃ;
Οὔτε πεινᾷ οὔτε ζητᾷ ἄλλο πουλὶ νὰ φάῃ·
κυττάξετε πῶς δέρνεται, ξεσκλιέται μὲ τὰ νύχια,
κυττάξτε ρίχτει τὰ φτερὰ σὰν τὸν χειμῶνα δένδρο.
Μὴ τοὔφαγε ἄλλος τὰ μικρὰ ἀπ' τὴ φωλεὰ του μέσα;
Μὴ νἄμεινεν ἀταίριαστος καὶ κλαίει καὶ χτυπιέται;
Δὲν τοὔφαγε ἄλλος τὰ μικρά, δὲν εἶναι χωρὶς ταῖρι,
κλαίει το Δῆμο μοναχὸς στὸ μνῆμα του ἀπάνου·
πατέρα, ἀδέρφια καὶ παιδιὰ τοῦ πῆρε τὸ τουφέκι,
ἔχει τὴ μάννα του μακρά, εἶναι κ' ἐκείνη σκλάβα.
Ἕνα τουφέκι τὤμεινε καὶ τὸ μακρὺ σπαθί του,
αὐτἆναι μέσ' στὸ μνῆμά του ἡ μαύρη συντροφιά του.
Ἀνάσκελα στὸν τάφο του κοίτεται ξαπλωμένος,
στὸ ἕνα σφίγγει τὸ πλευρὸ σπαθὶ ξεγυμνωμένο,
καὶ στ' ἄλλο στέκει ἔξυπνο τουφέκι γιομισμένο.
Ἀντάμα θὰ νὰ λυώσουνε κι' αὐτὰ μὲ τὸ κορμί του,
καὶ σὺ, μπρὲ Τοῦρκε, ποὺ περνᾷς, μὴ πᾷς ἐκεῖθ' ἀπάνου,
γιατὶ πετιέται τὸ σπαθὶ καὶ ἀνάφτει τὸ τουφέκι,
ρίφτοντ' ἀπὸ τὸ μνῆμα του καὶ βρίσκουν τὴν καρδιά σου·
ἄς τον ἐκεῖ τοῦ ἀητοῦ ν' ἀκούῃ τὸ μοιρολόϊ,
νὰ πέφτουν πάντα ἀπάνω του σὰν τὴν καρδιά του μαῦρα
τοῦ ἀητοῦ τὰ φτερὰ καὶ τῶν δενδρῶν τὰ φύλλα.


VI
Σοῦ ἔτυχε ἆρα γε ποτὲ χλωμός, ἀπελπισμένος,
στὴν ἄκρη νἆσαι ποταμοῦ στὰ χόρτα ξαπλωμένος,
νὰ φεύγουν ἀπ' τὰ μάτια σου, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζῃς,
κρυφὰ κρυφὰ τὰ δάκρυα καὶ σὺ νὰ τὰ σφογγίζῃς;
Χωρὶς νὰ θέλῃς ἔξαφνα βαριὰ ν' ἀναστενάζῃς,
καὶ τὸ φεγγάρι τὸ χλωμὸ καὶ τ' ἄστρα νὰ κυττάζῃς;
Σοῦ ἔτυχε τὀτε, σοῦ ἔτυχε ν' ἀκούσῃς ἀπὸ πέρα
τὸ λάλημα τοῦ ἀηδονιοῦ νὰ πλέῃ στὸν ἀέρα!
Ἄ! τότε, ναί, θέλ' ἅπλωνες τὰ μαῦρα βλέφαρά σου,
γιὰ νὰ σφογγίσῃς τὰ κρυφὰ ἐκεῖνα δάκρυά σου,
θέλ' ἄνοιγες τὸ στόμα σου, διὰ νὰ καταπίνῃ
τὰς ἁρμονίας ποὺ γλυκὰ τὸ ἀηδόνι χύνει.
Ἔτσι κι' ὁ κλέφτης ἔπινε τὸ δροσερὸ ἀέρι
ποὺ τὸ τραγούδι ἁπαλά στὴν ἀκοή του φέρει.
Τὰ βλέφαρά του ἔκλεισε, ἤρχισε νὰ κοιμᾶται
καὶ ποιὸς ἐξεύρει ποῦ καὶ ποῦ κοιμώμενος πλανᾶται.
Κανένα ὄνειρο σκληρὸ τὸν κάμνει καὶ σπαράττει,
στὸν ὕπνο του ἐδάκρυζε, στὸν ὕπνο του στενάζει,
συχνὰ βαστᾷ τὰ ὅπλα του καὶ ἀνοιγοκλεῖ τὸ μάτι.
Ἀκοῦς τοὺς χτύπους τῆς καρδιᾶς, ἀκοῦς μέσα ποὺ βράζει.
Πότε κοιμᾶται σὰν νεκρός, χωρὶς κἄν ν' ἀνασαίνῃ,
καὶ πότ' εὑρίσκετ' ἔξυπνος, σὰν λὲς πὼς ἀποθαίνει.


VII
Ἔπεσε καὶ τὸ σκοτάδι. Δὲν ἐφαίνετο ἕνα ἀστέρι,
τόση ἀντάρα ἐπλημμυροῦσε τὸ κατάμαυρον ἀέρι.
Ἀλλ' οἱ κλέφταις μαθημένοι νὰ ζοῦν μεσ' τὴν τρικυμίαν,
νὰ κοιμῶνται μέσ' στὰ χιόνια καὶ ν' ἀκοῦν εἰς τ' ὄνειρόν των
νὰ περνοῦν κομμένοι βράχοι, κεραυνοί ἀπ' τὸ πλευρό των,
νὰ διψοῦν καὶ τὸ χαλάζι
σὰν δροσιὰ στὸν λάρυγγά των τῆς αὐγούλας νὰ σταλάζῃ·
ἀλλ' οἱ κλέφταις μαθημένοι μὲς στὰ σύγνεφα τὰ κρύα
νὰ χορταίνουν μέσ' στ' ἀέρι ὀρφανὴν ἐλευθερία,
νὰ θερμαίνωνται στὴν φλόγα τοῦ ἀναμμένου τουφεκιοῦ των
καὶ νὰ πλέκουν τὰ μαλλιά των εἰς τὴν λάμψην τοῦ σπαθιοῦ των,
τότε ἀφήνουν τὰ λημέρια καὶ, σὰν φλόγες τῶν μνημάτων
τῶν πατέρων, τὰ κρυμμένα τ' ἅγια κεῖνα κόκκαλά των
τρέχουν πάλι νὰ ποτίσουν
μ' ἄλλο αἶμα τῶν τυράννων, ποὺ ζεστὸ πάνω θὰ χύσουν.
Ἔπεσε καὶ τὸ σκοτάδι. Δὲν ἐφαίνετο ἕνα ἀστέρι,
τόση ἀντάρα ἐπλημμυροῦσε τὸ κατάμαυρον ἀέρι.
Καὶ ὁ Κίτσος κατεβαίνει ἀπ' τὸ ἔρμο μονοπάτι,
καὶ γυρίζ' εἰς κάθε μέρος τὸ σπιθόβολὸ του μάτι.


VIII
Ἡ φωτιὰ σ' ὀλίγο ἀρχίζει
ἡ κραυγαῖς, οἱ στεναγμοί
καὶ τριξίματα ὀδόντων
καὶ σπαθιῶν οἱ σφυριγμοί.
Ποιὸς σπαράττει σὰν τὸ ψάρι
ἀπ' ταῖς τόσαις του πληγαῖς,
ποιὸς κρημνίζεται, σκοντάφτει
σὲ κομμέναις κεφαλαῖς,
καὶ ἁπλώνοντας τὸ χέρι
σὲ κορμιὰ λαχταριστὰ
ἕνα στόμ' ἀπελπισμένο
τὸν δαγκάνει, τὸν βαστᾷ.
Τὰ τουφέκια ματωμένα
δὲν ἀστράφτουν τρομερά,
εἰς τὸ χῶμα ξαπλωμένα
βρίσκονται ἔρμα καὶ ψυχρά.
Ποῖος μὲ στόμα παγωμένο
ἀποθνήσκων βλασφημᾷ,
ποῖος μὲ μάτι τεντωμένο
τ' ἄστρα ἀπάνω του κυττᾷ.
Τὸ σπαθὶ δὲν δευτερώνει
ὅπου πέσει μιὰ φορὰ
σχίζει, κόφτει, θανατώνει
καὶ σφυρίζοντας περνᾷ.
Δὲν ἀκουέται ἄλλη γλῶσσα
στὴν ἀντάρα τὴν πολλή,
παρὰ ρόχος, βλασφημία,
ψυχομάχημα, βοή,
παρ' ὁ κρότος τῶν πτωμάτων
καὶ κομμένων κεφαλῶν
ὁποὺ πέφτουν μὲς στὸ αἶμα
σὰν λιθάρια στὸ νερόν.
Ποὖν' οἱ Κλέφταις, ποὖν' οἱ Τοῦρκοι;
Τόσος κόσμος εἶν' νεκρός;
Κατὰ γῆς κοιμῶντ' οἱ Κλέφταις,
ὃλοι οἱ Τοῦρκοι εἶναι νεκροί.
Δὲν σοῦ φαίνεται πὼς εἷναι
οἱ ἴδιοι ποὔχανε σφαγῆ.
Σὰν ἀδέρφια ἀγκαλιασμένοι
μὲ τὰ χέρια τους σφιχτά·
λὲς πὼς ὕστερα ἀπ' τὴ μάχη,
λὲς πὼς δίνουνε φιλιά.
Ἀλλὰ τί; ποῖος εἶν' ἐκεῖνος
ποὺ ἐκεῖ πέρα περπατεῖ;
Δὲν ἐχόρτασε ἀκόμα
καὶ τὰ πτώματα πατεῖ;
Ποιὸς ταράττει τέτοιαν ὥραν
τόσα μνήματα βουβά,
τέτοιαν ὥραν τὶ γυρεύει
ἀπὸ τ' ἄψυχα κορμιά;
Στὰ βαριὰ πατήματά του
δὲν ἀκοῦς πῶς ἀντηχοῦν,
πῶς στενάζουν τὰ κουφάρια,
ὡς νὰ ἐζήτουν νὰ σκωθοῦν;...
Εἶναι ὁ Κίτσος· τρέχει, τρέχει,
καὶ ποῦ τρέχει δὲν θωρεῖ.
Ποῖον ἐσκότωσε δὲν ξεύρει,
ποῖον ἐλάβωσ' ἀγνοεῖ·
πόσα ἐθέρισε κεφάλια,
πόσαις ἔκοψε ζωαῖς!
Τὸ βαρύ του χέρι πόσαις
κατεμαύρισε καρδιαίς!
Δὲν θυμᾶται πόσαις χήραις,
θὰ πεινάσουν κι' ὀρφανά·
Τὸν Χασσὰν ὁ Κίτσος θέλει,
ἄλλο ἐμπρός του δὲν ζητᾷ.


IX
Πνιγμένος μέσ' στὰ αἵματα, χλωμός καὶ λυσσασμένος,
εἰς τοῦ Χασσάνη τὴν σκηνὴν ὁ Κίτσος εἶν' φθασμένος.
Χύνεται μέσα· γύρω του στρέφει γοργὰ τὸ βλέμμα,
καὶ στάζουν ἀπ' τὰ χείλη του ἀφροὶ καὶ μαῦρον αἶμα.
«Χασσάν, Χασσάν, σκύλε Χασσάν» βροντόφωνα τὸν κράζει,
ἐνῷ τὸ μαῦρό του σπαθὶ τρομαχτικὰ τινάζει.
«Ποὖσαι; ποῦ κρύφτεσαι, δειλέ; ποῦ φεύγεις; ἔλα ἐμπρός μου,
νὰ δοκιμάσῃς τὴν ὀργὴν τῆς τρομερᾶς χειρός μου.»
Ἐνῷ ἐφώναζεν ἐκεῖ ὁ Κίτσος μεθυσμένος
ἀπ' τοὺς καπνοὺς τοῦ αἴματος ποὺ ἦτο ποτισμένος,
μία θύρα ἀκούεται ἔξαφνα έκεῖ σιμὰ ποὺ τρίζει,
πέφτει τὸ μάτι του ἐκεῖ, τὸν βλέπει, τὸν γνωρίζει.
Ἕνα πλατὺ καὶ δίστομο θανατηρὸ μαχαῖρι
ἄγρια σφίγγει μὲ χαρὰν εἰς τὸ δεξὶ του χέρι.
Τὸν βλέπει ὁ Κίτσος καὶ γελᾷ, τὸν βλέπει καὶ φωνάζει·
«Σκύλε, ποῦ πῆγες κ' ἔκλεψες τὸ αἶμα ποὺ σταλάζει
ἀπ' τὸ πλατὺ μαχαῖρί σου; τὸ βλέπω ἀκόμη ἀφρίζει,
εἶναι ζεστό· ποῦ τὸ ἔκλεψες; ἀκόμη, ἀκόμη ἀχνίζει!
Ἐσὺ στὴ μάχη ἔφυγες· δὲν εἶχες πολεμήσει·
κ' ἔπειτ' αὐτὸ τὸ χέρι σου δὲν ἐμπορεῖ νὰ χύσῃ
κλέφτικο αἶμα κατὰ γῆς. Δὲν ξεύρει, δὲν γνωρίζει
παρὰ τὰ στήθη τ' ἀπαλὰ τῶν γυναικών νὰ σχίζῃ.
Χασσάν, μ' ἀκούεις, γρήγορα, ποῦ εἶναι ἡ Ἑλένη;»
Κι' ἀπὸ τὸ πεῖσμα τὸ πολὺ σχεδὸν δὲν ἀνασαίνει.

Ψυχρὸς ὡσὰν τὰ μνήματα ἐκεῖ ἐμπρὸς στὴ θύρα
λέγει σηκώνων ὁ Χασσὰν τὴν ματωμένη χεῖρα:

«-Μέσα κοιμᾶται, καρτερεῖ νὰ πᾷς νὰ τήνε φθάσῃς·
ἀλλὰ θυμήσου ὅτ' ἀπ' ἐδῶ, ὦ Κίτσε, θὰ περάσῃς.»
«-Ναί, θὰ περάσω ἀπ' αὐτοῦ, ναί, καὶ θὰ σὲ πατήσω,
θὰ σοῦ χωρίσω τὴν καρδιάν, καὶ θὰ σοῦ τὴν ξεσχίσω,
Χασσάν, μ' αὐτὰ τὰ δόντια μου.» Τοῦ Κίτσου τότ' ἀρχίζει
τὸ λυσσασμένο τὸ σπαθὶ ν' ἀστράφτῃ, νὰ σφυρίζῃ.
Χτυπιῶνται καὶ λαβώνονται, λαβώνονται, χτυπιῶνται
πέφτουν κ' οἱ δυό, σηκώνονται καὶ πάλιν ἀπαντιῶνται.

Ἀφίνουν πλέον τὰ σπαθιά, μάχονται μὲ τὰ χέρια,
εἶναι κ' οἱ δυὸ σιμὰ σιμά, καὶ πιάνουν τὰ μαχαίρια.
Πέφτουνε πάλιν κατὰ γῆς, κυλιοῦνται στὰ αἴματά των,
ξεσχίζονται καὶ βλασφημοῦν, σέρνονται ἀπ' τὰ μαλλιά των.
Ὁ Κίτσος πλέον τὸν πατεῖ, τὸν πνίγει, τὸν φωνάζει:
«Δοκίμασε, δοκίμασε, ἄν τὸ σπαθί σου σφάζῃ.»

Ἡ ὥρα του ἐσήμανε. Εἶχ' ἔβγει τὸ φεγγάρι,
τὸ εἶπ' ὁ Κλέφτης τὴν αὐγὴ πὼς θὰ ἔρθῃ νὰ τὸν πάρῃ.
Πέφτει ὁ Τούρκος κατὰ γῆς, ὡσὰν θεριὸ μουγγρίζει,
δαγκᾷ τὴ μαύρη γλῶσσά του, τὰ δόντια του τὰ τρίζει·
ὁ Κλέφτης ἀπ' τὴν λύσσαν του τὰ στήθη του ἐπατοῦσε
καὶ τὴν καρδιά του, ποὺ ζεστὴ ἀκόμη ἐχτυποῦσε,
τὴν ἐξερρίζωσε σκληρά, τὴν σφίγγει μὲ μανίαν,
καὶ τρέχει στὴν Ἑλένη του μὲ μιὰν χαρὰν ἀγρίαν:
«Τὴν βλέπεις, τῆς ἐφώναζε, τὴν βλέπεις; τοῦ Χασσάνη
εἶν' ἡ καρδιά, Ἑλένη μου· κρίνε μου, δὲν σὲ φθάνει;»
Ἀλλὰ ἐκείνη ἦτο βουβή, ἦτο χλωμὴ καὶ κρύα·
κρύα, χλώμ' ἦτον καὶ βουβὴ ὡς εἶναι τὰ μνημεῖα.
«Σ' ἐσκότωσεν», ἐφώναξε σκληρὰ κεραυνομένος,
ἐνῷ στὰ κρύα χείλη της ἔστεκε καρφωμένος.

Πέφτει, χτυπιέται κατὰ γῆς, σέρνεται, παραδέρνει,
κ' ἔπειτα τῆς Ἑλένης του τὸ πτῶμα μόνος παίρνει.
Χύνεται ἔξω σὰν βροντή, τὸ μαῦρο λόγγο σχίζει,
τρέχει καὶ τρέχει πάντοτε. Ποῦ τρέχει δὲν γνωρίζει.
Περνάει βράχους και βουνά, περνᾷ βαθειὰ λαγκάδια,
νερὰ καὶ λόγγους, καὶ κρημνοὺς καὶ πράσινα λιβάδια.
Καὶ μ' ὅλον ὅτι ὅσο γοργὸ τὸ βῆμα του κι' ἄν ἔχῃ,
ὀπίσω τὸν ἀκολουθᾷ, τοὺς πόδας του τοῦ βρέχει
τὸ αἶμα τῆς Ἑλένης του, ποὺ ἀπ' τὴν πληγὴ της στάζει.
Ὁ Κίτσος ὅμως τρέχει ἐμπρὸς καὶ οὔτε δὲν στενάζει.


X
Φεύγουν μῆνες, φεύγουν χρόνοι,
πέφτουν, σήπονται, γεννῶνται νέα δένδρα, νέοι κλῶνοι
καὶ κανεὶς δὲν εἶχε ἀκούσει
εἰς τὸν πόλεμον τοῦ Κίτσου τὰ πιστόλια νὰ κροτοῦσι.
Φεύγουν χρόνοι, φεύγουν μῆνες,
δὲν τὸν εἶδαν στὰ λημέρια τοῦ ἡλίου αἱ ἀκτῖνες.
Δύο ποιμένες πλανημένοι
μὶαν ἡμέραν μόνον εἶδαν σ' ἕνα λόγγον καθισμένοι
δύο μαύρους σκελετούς,
σφιχτ' ἀκόμη ἀγκαλιασμένους, χαλασμένους καὶ σαπρούς.
Στοῦ ἕνὸς τὸ κουφωμένο,
τὸ κατάξερο τὸ στῆθος εἶν' ἀκόμη ἐμπηγμένο
ἕν ἀχάριστο μαχαῖρι,
ποὺ ὅλοι ξέρουν πὼς ὁ Κίτσος τὤσφιγγε ἄλλοτε στὸ χέρι.
Ποιὸς ἐξεύρει, ποιὸς ἐξεύρει
βροχὴ πόση καὶ χαλάζι πέρα ἐκεῖ τοὺς εἶχεν εὕρει,
χωρὶς κἄν νὰ τοὺς χωρίσῃ.
Ὅ,τι ὁ Ἔρως ἔχει δέσει, ποῖος τολμᾷ ποτὲ νὰ λύσῃ;
Ἤθελ' εἴπεις ὅτι ἀκόμα,
ὅτι ἀκόμα ἐφιλοῦντο τρυφερὰ στόμα μὲ στόμα
κι' ὅτι ἀκόμα ἑνωμένα
ἐχτυποῦσαν τὰ δύο στήθη μ' ὅλον ὅτι νεκρωμένα.