Σελίδα:Athides Aurai Georgios Vizyinos.djvu/285

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η σελίδα αυτή έχει ελεγχθεί για πιθανά λάθη.
273


Ἔχουν Πάσχα, λέγουν, οἱ Χριστιανοί,
καὶ καλοῦνται νύκτωρ εἰς τὴν ἐκκλησίαν.
Ναί! τῆς Παναγίας ἦτον ἡ φωνή—
τὴν γνωρίζεις σὺ τὴν Παναγίαν;
Εἶν’ αὐτή, αὐτὴ ποῦ σοῦ φθονεῖ
τὴν εὐδαιμονίαν.”

Κ’ εἰς τὰς ἐμπαθεῖς κυμάνσεις τοῦ νοὸς
ὁ Ἀλάστωρ παρεμβὰς τῇ ὑποψάλλει:
Ἂν δὲν ἦτον ὁ ἀλλόθρῃσκος ναός,
ἔτ’ ὁ Ἔρως ἤθελε σὲ περιβάλλει.—
“Μπαλτατζή! Τὸ Ῥεῦμα διαβὰς τοῦ πόντου
μὲ σκαπανηφόρους οὐλαμοὺς στρατοῦ,
τοῦ Νεοχωρίου τὸν ναὸν ἐξόντου—
ἀλλὰ σύλησέ του τ’ ἀγαθὰ προτοῦ.
Κ’ ἐπιστρέψας, φέρε τὸν χρυσόν του,
τὴν Εἰκόν’ αὐτοῦ!

“Νὰ γνωρίσω πρὸ πολλοῦ ἐπόθουν ἤδη
τίς εἶν’ αὕτ’ ἡ περιλάλητος γυνή,
ποῦ τιμὰς εἰς τὰς ἀπίστους κόρας δίδει,
ὅμως τὰς πιστὰς ἡμᾶς δὲν συμπονεῖ...
Δὲν πιστεύω πῶς ἐγέννησεν αὐτὸν
τὸν Θεόν, καὶ πῶς διέμεινε παρθένος.
Ἀλλ’ ἀνέδειξεν, ἐξ δούλων ὠνητῶν,
ἄρχον τῶν ἀνδρῶν τὸ θῆλυ γένος.
Ὅ τι κεῖτ’ ἐδὼ ψηλαφητὸν
δὲν τ’ ἀρνοῦμ’ ἀσμένως.

T