Σελίδα:Athides Aurai Georgios Vizyinos.djvu/282

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η σελίδα αυτή έχει ελεγχθεί για πιθανά λάθη.
270


“Χθὲς ἐκ τῶν δικτιωτῶν μ’ ἀνιαρὰ
τοῦ Βοσπόρου τοὺς ἐξελυγμοὺς ἐώρων:
Ἔκρουον ἐμπόθως τὰ γλαυκὰ νερὰ
τὸν χρυσοῦν πυλῶν’ αὐτῶν τῶν ἀνακτόρων.
Κι’ ὁ τερπνός των φλοῖσβος μ’ ἐξεκάλει,
ὡς μυστηριώδης, ἔλεγες, φωνή:
Ἔως πότε, σουλτανίς, τ’ ἁβρά σου κάλλη
τοῖχοι θ’ ἀγκαλίζωνται στενοί;
Δὲν σὲ συνεφέλκεται μεγάλη
τῆς Ζωῆς σκηνή;

“Ἴδε πῶς σφριγῶν τὸ Ἔαρ ἐπεχύθη,
ὡς περὶ τὴν ἐρωμένην του, τὴν Γῆν!
Μ’ εὔοσμ’ ἄνθη τῆς ὑπερπληροῖ τὰ στήθη,
μὲ ζωὴν καὶ δρόσον κάθε της πηγήν.
tῆς χαρᾶς αὐτῶν οἱ ψάλται πτερωτοὶ
ἀνὰ δύο τοὺς αἰθεας διασχίζουν.
Ἀνὰ δύο φίλος Ἔρως τοὺς κρατεῖ
εἰς τὰς φωλεὰς ποῦ τώρα κτίζουν.
Ταῦτα, νέον πλάσμα, κἄτι τί
δὲν σ’ ὑπενθυμίζουν;—

“Καὶ ἰδοὺ μακρόθεν δοῦπος ἀντηχεῖ:
δύο κῶπ’ ἐρρύθμως πλήττουν τὰ πλευρά του,
ἐποχοῦσ’ ἐπὶ τὸν Βόσπορον ταχὺ
τὸ στενὸν καὶ κοῦφον σῶμα τῆς ἀκάτου.