Σελίδα:Athides Aurai Georgios Vizyinos.djvu/223

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
211




ΕΙΣ ΤΗΝ ΝΟΡΜΑΝ.

Ὅλα καλὰ καὶ ἅγια καὶ σχωρεμένα, Νόρμα,
εἰς ὅσα ἢ συνήθεια, ἢ κλίσις σὲ παρώρμα,
ἢ φύσις, ποῦ δὲν ἔμαθες εἰς νοῦν νὰ ὑποτάσσῃς.
Ἕνα μονάχα σὲ χαλᾷ,
ἕνα δὲν ἔκαμες καλά:
Ἐνῷ ἐγὼ σὲ ’χάϊδευα, ἐσὺ νὰ μὲ δαγκάσῃς!

Κάποιος φτωχὸς γι’ ἀρρωστικὸ δὲν ἔχει τί νὰ φάγῃ,
κ’ ἐσὺ χορταίνεις ζάχαρι, μπισκότα μέσ’ στὸ τσάγι.
Καλά! Εἶναι συνήθει’ αὐτό. Πόσοι στὸν κόσμο τάχα
δὲν εἶχαν ἄλλοτε ψωμὶ,
καὶ τώρ’, ἀφένταις μὲ τίμη,
παραπονιοῦνται, γιατὶ ζοῦν μὲ πέρδικαις μονάχα;

Κ’ ἐνῷ τῆς χήρας τὰ παιδιὰ κοιμοῦνται πὰ στὸ χῶμα,
σὺ ξενυχτᾷς καλότυχη μέσ’ στῆς Μαρῆς τὸ στρῶμα.
Ἁγία κλίσις εἶν’ αὐτή! Στὸν κόσμο ποιός δὲν δίνει
ἐλευθερία καὶ χαρά,
καὶ προῖκα κι’ ἄμετρον παρᾶ,
γιὰ ν’ ἀποφύγῃ, σὰν καὶ σέ, τὴν μοναξιὰ στὴν κλίνη;