Σελίδα:Athides Aurai Georgios Vizyinos.djvu/183

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
170

Νὰ ’βγοῦμε τὸ πουρνὸ πουρνό,
ν’ ἁγιάσουμε στὴν γύρα,
κάθε Ῥωμῃὸ καὶ Χριστιανό,
κάθ’ ὀρθοδόξου θύρα.

Σὺ ψαλλουρίζεις μιὰν εὐχὴ
στ’ ἀρχοντοσπίτια ’πάνω·
ἐμὲ μοῦ σφίγγετ’ ἡ ψυχή,
κι’ ὅλο τὸ ἴσο χάνω.

Ἐσέ σ’ ἀρέσκ’ ἂν σοῦ φιλᾷ
τὸ χέρι καμμιὰ χήρα·
Ἐμὲ μ’ ἀρέσκει, καὶ καλά,
μέσ’ στῆς Λενιῶς τὴν θύρα.

Σὺ τῆς φωτίζεις τὸν γονιό,
καὶ λὲς τὸ «’ν Ἰορδάνῃ·»
Ἐγὼ χαϊδεύω τὸ Λενιὼ
καὶ τὸ ῥωτῶ τὶ κάνει.

Σὺ παίρνεις γιὰ φωτιστικὸ
ἕν’ ἄσπρο τσακισμένο·
’Γὼ παίρνω ’να φιλὶ γλυκὸ
καὶ μοσχομυρισμένο.