Σελίδα:13 Σονέττα (Ραμάς 1916).djvu/19

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.


7

Παραστρατῆσαν σύννεφα ποὺ κουβαλοῦν τὰ χιόνια,
Κάθε πουλάκι κρύφτηκε στὸν πιὸ πυκνὸ κρυψώνα
Κι ἀνέμισαν χιονόψυχες, κι εἴδαμε τὸ χειμῶνα·
Ὁ ἁψὺς βοριᾶς ἐθέριζε τὰ φύλλα ἀπὸ τὰ κλώνια.
Μὰ τὴν καρδιὰ δὲν ἄγγισε τὸ κρύο σὰν ἄλλα χρόνια,
Γιατὶ ἡ γλυκιά μου θύμηση, πάντα ἡ γλυκιά σου εἰκόνα,
Σὰν ἥλιος τοῦ καλοκαιριοῦ σὲ πράσινο πευκώνα,
Σὰ φλόγα ἀπ’ τὴν ἀγάπη μου, κοντά της λάμπει αἰώνια.
Καὶ καίονται οἱ πόθοι μου οἱ κρυφοί, κι ἀπ’ τὴ δικιά τους στάχτη
Ξαναγεννιέται τ’ ὄνειρο, ποὺ δὲ γνωρίζει φράχτη
Τόπου, ἢ καιροῦ, στὸν κόσμο του ποὺ δείχνει σὲ καθρέφτη.
Καὶ νά! παιδάκια ποὺ ἀπολνοῦν καράβια πλάϊ στὴ στέρνα,
Κι ἀπάνω μου κι ἀπάνω τους γλυκιὰ ἡ ματιά σου πέφτει,
Καὶ πέρα ἀλάλαξε στριγγιὰ ἡ καταλαλιὰ λατέρνα.

17