Σελίδα:13 Σονέττα (Ραμάς 1916).djvu/13

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.


4

Μιὰ σκύλα, ἡ ἔγνια μου ἡ στεγνή, ὁλονυχτὶς ἀλύχτα!
Καὶ μὲ τὰ μάτια ὀρθάνοιχτα καὶ μὲ τὸ σύγκρυο τρόμο
Τὴν ἄκουγα, σὰν τὴ βουὴ τοῦ κόσμου, ἀπὸ τὸ δρόμο
Νὰ λέει—«Παράτα τὴ ζωὴ καὶ τὰ ὄμορφα ὅλα πνίχ’ τα!
Καὶ τῆς ἀγάπης τ’ ὄνειρο νὰ τὸ σκεπάσει ἡ νύχτα.
Μὲ τάξαν ὁ καλόγερος κι ἡ σκλάβα κληρονόμο,
Ποὺ ἡ θέλησή τους κυβερνᾶ τὸν ἄγραφο τὸ νόμο
Κι ὁρίζει τὰ πρεπούμενα, ποὺ τόλμα ἂν θὲς καὶ ρίχ’τα!»—
Κι ἀφοῦ τὰ σκότη ἡ γλυκαυγὴ μὲ ἄσπρο φῶς χαράξει,
Καὶ σὰ λουφάξει ἡ ἔγνια μου, τότε στὰ μύχια νοιώθω
Πὼς κι ἄλλη μέρα θὰ διαβεῖ τὴν πίκρα της νὰ στάξει·
Τὴν πίκρα ποὺ φαρμάκωσε καὶ προσδοκία, καὶ πόθο,
Καὶ πνίγει τὸν ἐνθουσιασμὸ ψυχῆς, ποὺ σκλάβα σέρνει
Σὰν ἁλυσσίδες τ’ ὄνειρο κι ὅσα ἡ ἀγάπη φέρνει.

11