Σελίδα:13 Σονέττα (Ραμάς 1916).djvu/11

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.


3

Ἐκεῖνες ποὺ ἀντικρύζαμε σὰ φεύγανε τρεχάτες,
Ὅλες, ὅπως τὶς ζήσαμε, χλωμὲς ἢ ἀνθοῦσες κόρες,
Σὰν ἴσκιοι ἀνάλαφρες γλυστροῦν οἱ περασμένες ὥρες,
Συρμένες ἀπὸ τ’ ὄνειρο τῆς θύμησής μου· νά τες!
Κι οἱ διό μας ξαναπέρνομε τὶς ἴδιες πάλι στράτες,
Στὰ μελιχρά μου χρώματα, σὲ μαγεμένες χῶρες,
Καὶ δὲ μᾶς νοιάζει ἂν πίσω μας θρασομανοῦν οἱ μπόρες
Ποὺ γοργοκλώθει ἡ μοῖρα μας κι ἡ ἀνάγκη—ἀνάθεμά τες!
Καὶ στέκει ὁ πόθος μου κεντρί, καὶ πλάθει ὁ λογισμός μου
Τοῦ μάη συναπαντήματα κ’ αἰώνια καλοκαίρια,
Κ’ ἐμπρός σου ξαναφέρνει με σὲ ἀπομεριὰ τοῦ κόσμου.
Καὶ μοῦ λαλοῦν τὰ μάτια σου καὶ σοῦ κρατῶ τὰ χέρια,
Καὶ σὲ ἱκετεύω ἀφέντρα μου, τῶνε ματιῶ μου φῶς μου,
—Δός μου φιλὶ καὶ τάξε μου, πῶς ζεῖ ἡ ἀγάπη πλέρια.

9