Μὲ τὰ βαριὰ σακούλια τους μοιάζουν τοὺς μαστόρους καὶ τοὺς πραματευτάδες ποὺ ἔρχονται κάτω στὴν πόλη.
![]()
«Παπούτσια νὰ μπαλώωω...!»
Ὅλους τοὺς θυμοῦνται αὐτὴ τὴ στιγμή, ὅλους τοὺς παραστένουν ἕναν ἕνα, ὅπως εἶναι, ὅπως περπατοῦν, ὅπως φωνάζουν.
Ὁ Δημητράκης κάνει τὸ χαλκωματὰ καὶ φωνάζει: «Χαλκώματα νὰ γανώωω...»
Ὁ Κωστάκης τὸν μπαλωματή: «παπούτσια νὰ μπαλώωω...»
Ὁ Γιῶργος πάλι παραστένει τὸν τροχιστή: «μαχαίρια, ψαλίδια, σουγιάδες, γι’ἀκόοο...»
Ὁ Φάνης θυμήθηκε ἕναν πραματευτὴ ποὺ τὸν εἶχαν ξεχάσει. Πουλεῖ τὰ βοτάνια, τὴ ρίγανη καὶ τὰ χορταρικά· τὸν λένε κορφολόγο καὶ φωνάζει: «κάπαρη, καλὴ κάπ——»
Μέσα σ’ αὐτὰ τὰ γέλια ὁ Καλογιάννης θυμήθηκε τὸ «Τσιριτρό» κι ἄρχισε νὰ τραγουδῆ. Ὅλη ἡ συνοδεία πῆρε τὸ γελαστὸ τραγούδι καὶ τὸ ἔλεγε χτυπώντας τὰ ραβδιὰ στὴ γῆ: