Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
χρυσοκέντητα στἀγόρια της στιβάλια
καὶ φορέματα μακριὰ χρυσὰ στὶς κόρες
καὶ στὸ βρέφος της, τἀβόηθο μὲς στὴν κούνια,
ἄλλο φόρεμα γιὰ ὅταν θὰ μεγαλώσῃ.
Τἄβλεπε ὁ Ἀσὰν παράμερα ὁ πατέρας,
πολὺ βούρκωσε καὶ κράζει τῶν παιδιῶ του:
«Πίσω ἐλᾶτ’ ἐδῶ, γλυκὰ φτωχὰ παιδιά μου,
κ’ ἔγινε ἡ καρδιὰ τῆς μάννας σας ἀτσάλι,
κλείδωσε σφιχτὰ καὶ πιὰ δὲ νοιώθει σπλάχνος.»
Τἄκουσεν αὐτὰ τοῦ Ασὰν ἀγᾶ ἡ γυναῖκα,
πέφτει κατὰ γῆς χλωμή, βροντᾷ στὸ χῶμα
κ’ ἡ ψυχὴ πετᾷ μὲς ἀπ’ τὰ μαῦρα στήθια
ὅταν τὰ παιδιά της εἶδε νὰ τὴ φεύγουν.
120