Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Σκαραβαίοι και Τερρακότες (1919).pdf/117

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.


ΓΚΑΙΤΕ
Ἐλεγεῖο γιὰ τὴν εὐγενικιὰ γυναῖκα τοῦ Ἀσάναγα

(Ἀπὸ τὸ Μορλακικό)

Τ’ ειν’ ποῦ ἀσπρίζει κάτω ἐκεῖ στὰ χλωρά δάση;
Νἆναι τάχα χιόνι αὐτό; ἢ νἆναι κύκνοι;
Χιόνια νἄτανε, θὲ νά εἰχαν πάλι λυώσῃ,
κύκνοι νἄτανε, θὲ νά ἠθελαν πετάξη.
Χιόνι δέν εἰναι, δὲν εἶναι κι οὔτε κύκνοι,
εἶναι τοῦ Ἀσάναγα οἱ ἄσπρες οἱ τέντες
κι αὐτὸς κοίτεται στὰ ροῦχα λαβωμένος.
Ἦρθαν νὰ τὸν δοῦν ἡ μάννα κ' ἡ ἀδερφή του
ντροπαλὴ ἡ γυναίκα του ντηριέται νἄρθῃ.

Κι ὅταν ἔδωσε κ’ ἔγιαναν οἱ πληγές του,
στὴν πιστὴ γυναῖκα του μηνάει νὰ ποῦνε:
«Μή με καρτερᾷς πιὰ μήτε στὸ Παλάτι,
στὸ Παλάτι μου καὶ μήτε στοὺς δικούς μου.»

Τἄκουσε ἡ πιστὴ τὰ σκληρὰ τοῦτα λόγια,
ἀποσβολώθηκε καὶ σπάραξε ἡ καρδιά της
ἀκούει πατήματα στὴν πόρτα ἐμπρὸς ἀλόγου

116