Σελίδα:Ζιζάνιο 617 (1911) σελ.1.djvu/1

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.


ΛΟΓΙΑ ΠΟΝΟΥ
Στὸν πολύκλαυστο θάνατο τοῦ
ΑΝΔΡΕΑ Δ. ΛΟΥΖΗ
Πρὸς τοὺς ἀπαρηγόρητους γονεῖς του.

Στοὺς θρήνους σας στὴν πρώτη συμφορὰ
εἶπα κι’ ἐγὼ τοῦ πόνου σας τραγοῦδι......
Μὰ...... ἡ διωγμένη ἐγύρισε χαρὰ
φέρνοντας νέο ἀφάνταστο λουλοῦδι....
Κι’ ἐστέγνωξαν τὰ μάτια τὰ θλιμμένα,
κι’ ἄνθισαν πάλι γέλια ἀγαπημένα.

Κι’ ἔλαμψε νέα ὁλόχαρη ζωή.....
χάρες κι’ ἐλπίδες κι’ ὄνειρα γεμάτη....
ὡσὰν λαμπρῆς ἡμέρας χαραυγὴ....
Καί...... ὅμως μόνον εἰρωνεία κι’ ἀπάτη
ἐβγῆκαν ὅλα, π’ ἄσπλαγχνη εἰμαρμένη
φώλιαζε στ’ ἄνθη σὰν ὀχιὰ κρυμμένη.

Καὶ μέσ’ ςτὴν ἀγαλλίασι τὸ μιαρὸ
καὶ τὸ φριχτὸ της ἔχυσε φαρμάκι....
κι’ ἔδωσε του μαρτύριου τὸ Σταυρὸ
σ’ ἕνα ἀγγελοῦδι, πιὸ παρὰ παιδάκι....
κι’ ἐγίνετε καὶ σεῖς μέχρι θανάτου
μάρτυρες στὸ σκληρὸν τὸ Γολγοθᾶ του.

Καὶ τώρα ποῦ σὲ μαῦρο ὠκεανὸ
ὁ πόνος τὴν ψυχὴ σας τὴ βυθίζει,
ὁ Γολγοθᾶς (ὁποῦ τὸν οὐρανὸ
μόνος αὐτὸς μὲ τὴν κορφή του ἐγγίζει)
ἄμποτε ἀπὸ τὸ φῶς του νὰ σᾶς δίνῃ
μικρὴ παρηγορία..... γιὰ ἐλεημοσύνη.

Μιχαὴλ Γ. Ἄβλιχος.


Συνδεσμικὰ
ἐκπληκτικά.

Ὁ Σύνδεσμος ποῦ ἤτανε τοῦ τόπου τὸ καμάρι,
ἐγίνηκε χαλέπεδο καὶ κούτρουλος κουβάρι.
Μὲ τὰ ἐπιτροπίκια τους ἐμάλωσαν τὰ μέλη,
κι’ ὅλοι νὰν τὸ φυλάξουνε γυρεύουνε τ’ ἀμπέλι
ἐκ ζήλου ὑπερβολικοῦ καὶ κλίσεως ἁγίας
στὰς ἀγαθοεργίας.
Τὸν Σύνδεσμον ποῦ ἔδινε στὸν τόπο μεγαλεῖον,
τὰ μέλη ποῦ μαλώνουνε τὸν ἔκαμαν γελοῖον,
κι’ ἐπέσανε σὲ πείσματα κι’ ἐπέσανε σὲ πάλη
ποῦ μέσ’ ἀπὸ τὸν Ἄγουστο δουλειὰ δὲν κάνουν ἄλλη
παρὰ ν’ ἀλληλοβρίζωνται καὶ νὰ κρισολογιῶνται
καὶ μὲ πολὺ φανατισμὸ
οἱ ἀδελφοὶ ἐν τῷ δεσμῷ
ν’ ἀλληλοκυνηγιῶνται.

Τὶ σατανᾶς τ’ ἀβἀσκανε κι’ αὐτὸ τὸ Σωματεῖο!
Τὶ σατανᾶς τ’ ἀκολουθεῖ
πὠκώπηκε μὲ τὸ σπαθὶ
τοῦ καθενὸς τὸ μπρίο,
καὶ παραλύον μαθηταὶ δασκάλοι καὶ σχολεῖα,
κι’ ᾑ σάλπιγκες πὠφέραμε ἀπὸ τὴν Ἰταλία
κι’ ἐπαίζανε κι’ ἐβάνανε τὸν κόσμον ἄνω κάτω
φοβοῦμαι μὴ σονάρουνε τ’ ἀντίο ντὲλ πασάτο!

Τὶ γένεται, τὶ γένεται,
καὶ τὶ φωτιὲς ἀνάψανε!
Ὁ Δελαπόρτας μαίνεται
ποῦ τὸν ἐδιαγράψανε
κι’ ὁ πρόεδρος ἀδημονεῖ ἀπὸ τὸ καλοκαῖρι
ὁποῦ μὲ τοῦτα κι’ αὐτὰ
δὲν τοῦ μετρᾶνε τὰ λεφτὰ
τσ’ ἀπόρους ν’ ἀσιστέρῃ.

Λέω σὲ κάθε φέροντα
στὸν Σύνδεσμον προσκόμματα:
«δὲν σέβεσαι τοῦ γέροντα
μωρὲ παιδὶ, τὰ χώματα!
Δὲν σέβεσαι τὸ γέροντα ποῦ σ’ ἄφησε παράδες
νὰ κάθεσαι σὲ μέγαρα μὲ φιφτυτοὺ σοφάδες
παρὰ σηκώνεσαι καὶ σὺ καὶ σκάνδαλα μᾶς φέρεις
γιὰ νὰ διαχειρίζεσαι δουλειὲς ποῦ δὲν τῇς ξέρεις!»

Φλάκ -Φλούκ