Σελίδα:Ελεγεία και Σάτιρες.djvu/99

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.


O TOI QUI SUR MES JOURS...


Ἐσὺ ποὺ μόνη ἀπὸ ψηλά, δεσπόζοντας τὰ πάθη,
λάμπεις καὶ μὲ φυλάσσεις,
ὅπως ὁ ἔναστρος οὐρανὸς βέλη ρίχνει στὰ βάθη
νυχτερινῆς θαλάσσης,

ὦ θεσπεσία ποίησις, μὲ κάποιο αἰθέριο ντύμα
τύλιξε τὴν καρδιά μου,
νὰ γίνω τώρα ὁ ἄνεμος, τὸ νερὸ καὶ τὸ κλῆμα,
ὁ ἄγριος κρίνος τῆς ἄμμου.

Νὰ μεγαλόνω πάντοτε, στὰ πόδια μου νὰ νιώσω
ὅ,τι λατρεύουν οἱ ἄλλοι,
νὰ μεγαλόνω σὰν τὸ δρῦ, κ’ ἔπειτα νὰ τελιώσω
σὰ μιὰ φωτιὰ μεγάλη.

Jean Moréas

96