Σελίδα:Ελεγεία και Σάτιρες.djvu/74

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.



Ἐπρόδοσαν τὴν ἀρετὴ κ’ ἦρθαν οἱ ἔσχατοι πρῶτοι.
Μὲ χρῆμα παίρνεται ἡ καρδιὰ κι ἀποτιμᾶται ὁ φίλος.
Ἂν ἄλλοτε ἀντιφέγγιζε στὸ νοῦ, στὰ μάτια, σ’ ὅ,τι,
εἶναι ἡ ζωὴ πιὰ σκοτεινὴ κι ἀνέφικτη σὰ θρῦλος,
εἶναι πικρία στὸ χεῖλος.

Νύχτα βαθειά. Μὲ πνεῦμα ὀργῆς ἔσπρωξα τὸ κρεββάτι.
Ἄνοιξα τὶς ἀραχνιασμένες κάμαρες. Καμμία
ἐλπίς. Ἀπ’ τὸ παράθυρο, τοῦ τελευταίου διαβάτη
εἶδα τὴ σκιά. Κ’ ἐφώναξα στριγγὰ στὴν ἡσυχία:
«Δυστυχία!»

Ἡ φριχτὴ λέξη μὲ φωτιὰ στὸν οὐρανὸν ἐγράφη.
Δέντρα τὴ δαχτυλοδειχτοῦν, ἀστέρια τὴν κοιτοῦνε,
ἐπιγραφὴ τὴν ἔχουνε τὰ σπίτια κ’ εἶναι τάφοι,
ἀκόμη θὰ τὴν ἄκουσαν οἱ σκύλοι κι ἀλυχτοῦνε.
Οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀκοῦνε;

71